Monday, May 11, 2009

Πώς να υπολογίσετε την ηλικία του κόσμου

Μια απόπειρα ερμηνείας των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008 και διερεύνησης των διαγραφόμενων προοπτικών (σ.σ. κείμενο του οποίου επίκειται η κυκλοφορία υπό τη μορφή μπροσούρας)


Είναι περίοπτη η θέση που επιφυλάσσεται για τους νέους στη σύγχρονη κοινωνία – όπου την πλέον εξέχουσα θέση καταλαμβάνει η οικονομία. Για να το διαπιστώσει αυτό κανείς αρκεί μια φευγαλέα ματιά στις τηλεοπτικές ζώνες του prime time, τις απευθυνόμενες σε αυτούς πρωτίστως. Να λάβει ως κριτήριο τις αγωνιώδεις προσπάθειες που όλοι καταβάλουν, προκειμένου να διατηρήσουν τη νεότητα τους «αναλλοίωτη». Και είναι ο εν λόγω χιμαιρικός πόθος καθόλα συμβατός με το χρόνο της καπιταλιστικής κοινωνίας. Με την εξύμνηση του «νέου» που, παραταύτα, συνήθως αναδύεται ως κατά το μάλλον ή ήττον διαφοροποιημένη εκδοχή του ιδίου σε μια διαδικασία ανάλογη της περιοδικής εναλλαγής των «τάσεων» της μόδας. Brand new… Παραπέμπει η αξίωση να απαλειφθούν τα σημάδια του χρόνου –όπου, προφανώς, γίνεται αντιληπτός εν προκειμένω μονάχα ως φθορά– χειρουργικά, διαμέσου των επιτευγμάτων της κοσμετικής ιατρικής –η ιατρική που εδώ τίθεται στην υπηρεσία της νοσηρότητας– στην επιδιωκόμενη από κοινωνίες αλλοτινές συγκάλυψη του γεγονότος της αυτοαλλοίωσης τους· συντελείτο, όμως, η τελευταία, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου φαινομενικά επικρατούσε η καθολική ακινησία, η απόλυτη στασιμότητα. Στις μέρες μας ο αφορισμός των γηρατειών, προδίδοντας τον τρόμο ενώπιον του επικείμενου θανάτου, δεν είναι δυνατό να αποκρύψει, αλλά μόνο να υπογραμμίσει τη ραγδαία γήρανση της υφιστάμενης κοινωνικής θέσμισης. Το γήρας δεν είναι το μόνο που βάλλεται· ο πόλεμος που έχει κηρυχθεί είναι ολοκληρωτικός· τα εξαπολυόμενα πυρά στρέφονται εναντίον του ανθρώπου καθεαυτού· σε όλες του τις ηλικίες.

*
Το εγκώμιο που πλέκεται για την «παιδικότητα» έχει την όψη που αρμόζει σε νεκρώσιμο στέφανο. Καλούμαστε να «μείνουμε πάντα παιδιά». Το «παιδί μέσα μας» φέρνει στο νου τη μοναδική στα ιατρικά χρονικά περίπτωση ενός Αιγυπτίου, του οποίου οι έντονοι πόνοι στην κοιλιακή χώρα στάθηκαν αφορμή, για να διαπιστωθεί πως «κυοφορούσε» το δίδυμο αδερφό του. Η άλλη περίπτωση, όπου κανείς φέρει το δυσβάστακτο φορτίο ενός άταφου νεκρού παιδιού εντός του, είναι σαφώς πιο συνήθης. Τα παιδιά-ενήλικες διακατέχονται από τη συναισθηματική ανωριμότητα, η οποία αρμόζει στην καταναλωτική κοινωνία. Η καθήλωση απορρέει στο σχηματισμό της νεύρωσης. Η ακρωτηριασμένη, απονεκρωμένη φαντασία συνιστά το έτερο γνώρισμα που καθιστά εξόφθαλμη τη διάκριση ανάμεσα στην παιδικότητα και τον παλιμπαιδισμό. Οι εύθραυστες ισορροπίες που διέπουν το ψυχισμό των «παιδιών» υπαγορεύουν την έντεχνη αποφυγή ορισμένων ζητημάτων. Οι ερωτήσεις που αφορούν ζητήματα-ταμπού δεν χρήζουν απάντησης· παρακάμπτονται απλά. Οι άνθρωποι, για παράδειγμα, δεν πεθαίνουν, αλλά φεύγουν σε ταξίδι… Η απουσία, πάλι, δεν συμπορεύεται με το πένθος· ταξιδεύει μόνη της…
*
Η συνθήκη της θνητότητας, για λόγους η προσέγγιση των οποίων θα μας απασχολήσει εν συνεχεία, αγνοείται από τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες επιδεικτικά. Η ιστορική τους καινοτομία έγκειται ακριβώς στο ότι, όπως θα δούμε, αδυνατούν να παράσχουν οποιαδήποτε απάντηση για την ανθρώπινη συνθήκη· για το αναπόδραστο του θανάτου. Αρκούμεθα, λοιπόν, στο να προσποιούμαστε ότι το ζήτημα δεν υπάρχει. Να το παραχώνουμε κάτω από το χαλί. Έτσι, αρκεί για κάποιο τυχαίο λόγο η μουσική σε ένα κατάμεστο κέντρο διασκεδάσεως –της οποίας η ένταση είναι ικανή να καταστήσει σαφές πως ο πιθανός ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο κανείς αδυνατεί να ακούσει την ίδια τη σκέψη του, οφείλει να εκληφθεί κυριολεκτικά– έξαφνα να σταματήσει, προκειμένου η αποκαλυπτόμενη εκκωφαντική σιωπή παγερή να καταμαρτυρήσει ότι μπορεί κανείς κάλλιστα να είναι παντελώς μόνος, όντας ταυτοχρόνως περιστοιχισμένος από το μεγαλύτερο πλήθος. Ισχυριζόμαστε πως το γεγονός της δολοφονίας του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου απετέλεσε μια στιγμή αντίστοιχη. Οι σφαίρες διέτρησαν μια φανταχτερή βιτρίνα, αφήνοντας πρόσκαιρα να φανεί η ευτέλεια και η ρηχότητα του πραγματικού της περιεχομένου· ή πιο σωστά θυμίζοντας αυτό που όλοι, δίχως να θέλουν να το παραδεχτούν, ήδη γνώριζαν. Υποστηρίζουμε πως το γεγονός της δολοφονίας υπήρξε καταλυτικό, επειδή απετέλεσε μια υπόμνηση της θνητότητας. Μιας θνητότητας που μένει χωρίς «αποζημίωση»· για την οποία δεν παρέχεται κανένα φαντασιακά θεσμισμένο αντιστάθμισμα.
*
Ως υποκατάστατο για την κρίση της διαδικασίας εκκοινωνισμού, την κρίση της διαδικασίας ταύτισης, για το απλό γεγονός ότι στους νέους ανθρώπους δεν προσφέρεται από τις αποσαθρωμένες δυτικές κοινωνίες κανένας τρόπος θετικής κοινωνικοποίησης, προβάλλεται η καταφυγή στις νεολαιίστικες υποκουλτούρες. Οι αποξενωμένοι, «δυσπροσαρμοστικοί» νέοι, που μάταια αναζητούν εκεί να αναπληρώσουν την αίσθηση ότι ανήκουν σε μια κοινότητα, είναι σαφώς πιο δεκτικοί, κατά τι πιο «ευαίσθητοι» απέναντι στην προαναφερθείσα «υπόμνηση». Ο νεκρός είναι ένας από αυτούς. Ένας από όσους λογίζονται ως απειλή, καθότι με την ύπαρξη τους θυμίζουν στους μεγαλύτερους εκείνο όπου καταβάλουν κοπιώδεις προσπάθειες να απαλείψουν από τη συνείδηση τους· ότι το πέρασμα τους από αυτόν τον κόσμο είναι εξαιρετικά σύντομο· εφήμερο. Ορίστε για εσάς μια άλλη ερμηνεία για το «φαινόμενο της υπογεννητικότητας». Αντιμετωπίζονται για το λόγο αυτό οι νέοι με τη δέουσα καχυποψία που αποτυπώνεται στο απολογητικό υπόμνημα του Επαμεινώνδα Κορκονέα. Ίσως και να τολμήσουν να αμφισβητήσουν την αξίωση της παρούσας κοινωνικής θέσμισης να διαιωνίζεται αναλλοίωτη, έχοντας ως μόνη αιτιολόγηση το ότι απλά συμβαίνει να υπάρχει. Αιτιολόγηση που γεννά ένα ακόμη ερώτημα, το οποίο έρχεται να προστεθεί στις σωρευμένες ενοχλητικές αναπάντητες ερωτήσεις. Είναι και αυτές εδώ. Πάντοτε ήταν. Όταν οι 16χρονοι ήρθαν αντιμέτωποι με το θάνατο η πρόσκρουση –θα έπρεπε να– αναμενόταν σφοδρότατη· εκρηκτική. Δεν ήταν τόσο που τα παιδιά είχαν την ευκαιρία μιας θέας στο που «ταξιδεύουν», που πάνε οι νεκροί· που σκέφτηκαν ότι θα πεθάνουν. Ήταν που διαισθάνθηκαν πως δεν ζουν.
*
Το ερώτημα ανακύπτει αμείλικτο: «Σε πιο βαθμό και μέσω τίνος μπορούν τα άτομα να αποδεχθούν τους εαυτούς τους ως θνητούς δίχως θεσμισμένο φαντασιακό αντιστάθμισμα;». Θα τολμήσουμε να θεωρήσουμε ότι το εν λόγω ερώτημα που διατυπώνεται από τον Κορνήλιο Καστοριάδη είναι ρητορικό. Είναι επίσης ηλίου φαεινότερον πως στα σημερινά παιδιά, ακριβώς επειδή «τα έχουν όλα», όπως όλοι σπεύδουν να καταμαρτυρήσουν, δεν παρέχεται τίποτα, μιας και δεν τους αναγνωρίζεται το δικαίωμα να θέλουν κάτι άλλο· άλλο από αυτό που τους «προσφέρεται». Σήμερα κανείς δεν έχει τίποτα και γι’ αυτό όλοι θέλουν να έχουν όλο και περισσότερα και, επομένως, όλοι δεν μπορούν να έχουν τίποτα. Ή αλλιώς, όπως δεν παύουμε να υποστηρίζουμε, με τον κίνδυνο να επαναλαμβανόμαστε να ελλοχεύει, προκειμένου να συλλάβουμε τη δεδομένη κοινωνικο-ιστορική συγκυρία οφείλουμε να λάβουμε υπόψιν τη διαβρωτική δράση του καπιταλισμού. Την ιστορική καινοτομία του εν λόγω καθεστώτος, η οποία έγκειται στην αυτονόμηση της οικονομίας, στη θέση της στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής· στη μετατροπή της από εργαλείο που θα υπηρετεί την ανθρώπινη ζωή σε δυνάστη, ενώπιον του οποίου η ζωή, κάθε άλλη πτυχή της ανθρώπινης δραστηριότητας, θα υποκλίνεται, στερούμενη τη σημασία της. Η απαξίωση των θεσμών, στην οποία η θεσμοποιημένη κοινοτυπία εντοπίζει τα αίτια της «δυσαρέσκειας», της αποτράβηξης των ανθρώπων από τη δημόσια σφαίρα, δεν είναι παρά ένα σύμπτωμα. Δεν είναι οι θεσμοί που φθείρονται, είναι οι ίδιες οι σημασίες που θα μπορούσαν να τους εμψυχώσουν που εκλείπουν. Είναι ο ίδιος ο άνθρωπος που πλήττεται. Οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες αδυνατούν να δώσουν στον εαυτό τους νόημα, όπως θα όφειλαν. Αδυνατούν, αποδεικνύονται ανίκανες να νοηματοδοτήσουν τη ζωή και το θάνατο των ανθρώπων, να ανταποκριθούν στη θεμελιώδη ανάγκη της ψυχής για νόημα.
*
Υπό αυτές τις συνθήκες, όπου τίποτα δεν προσφέρεται προς επένδυση με νόημα, αυτή, η επένδυση, προσλαμβάνει άλλο «νόημα». Bits και bytes «επενδύονται». «second life»· «avatars». Γνωρίζαμε την «πραγμοποίηση». Η τάση του καπιταλισμού να αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως εξάρτημα μιας μηχανής, η ενδεικτική του παραλογισμού του. Η επίτευξη του στόχου θα συνεπαγόταν την κατάρρευση, αφού η ανθρώπινη δημιουργικότητα είναι ζωτικής σημασίας για το καθεστώς. Η τάση προς κυριάρχηση επάνω τους συναντούσε τη σθεναρή αντίσταση των ανθρώπων. Όλα αυτά είναι παλιά, όπως παλιός είναι αυτός ο κόσμος: Η ανταλλαγή της δημιουργικής δύναμης του εργαζομένου με τη δυνατότητα απόκτησης εμπορευμάτων· το πανεπιστήμιο, η μόνη επιχείρηση όπου ο πελάτης είναι ταυτόχρονα εργαζόμενος, αλλά και το προϊόν. Αξιοσημείωτα βήματα προόδου έχουν σημειωθεί· από την «πραγμοποίση» μεταβαίνουμε στη ψηφιοποίηση. Ο περιορισμός της συμμετοχής των ανθρώπων υπήρξε αρκετά επιτυχής, ώστε από την απομάκρυνση από τα κοινά να οδηγηθούμε στην «αποστασιοποίηση» από την πραγματικότητα.
*
Ο Ιβάν Ίλιτς στο βιβλίο του «Κοινωνία χωρίς σχολεία», όπου μιλάει για την εκσυγχρονισμένη εξαθλίωση, την εξάρτηση των κοινωνιών από θεσμούς αυτονομημένους που προκύπτει ως απόρροια της αποδιάρθρωσης της κοινότητας, ισχυρίζεται τα κάτωθι: Οι φτωχοί στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, ελπίζοντας πως θα μάθουν όσα μαθαίνουν εκεί τα παιδιά των πλουσίων. Οι τελευταίοι στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολείο, προσδοκώντας πως έτσι δεν θα μάθουν όσα μαθαίνουν τα παιδιά των φτωχών στο δρόμο. Σήμερα όλοι ανεξαιρέτως στέλνουν τα παιδιά τους στο σχολειό για να μη μάθουν τίποτα – και είναι αυτό μια ακόμη απόδειξη της κατάρρευσης των τάξεων, αλλά σε αυτό θα επανέλθουμε. Τα παιδιά από τη μεριά τους, έως πρότινος, έναντι του ποδοσφαίρου στις αλάνες εξέφραζαν έμπρακτα την προτίμηση τους στο pro. Οι δρόμοι, άλλωστε, δεν οδηγούσαν πουθενά, παρά μόνο σε εμπορικά κέντρα. Σε αυτούς τους δρόμους, όπου δεν υπάρχουν άλλα σταυροδρόμια από τα Carrefours, κανείς δεν μπορεί να μάθει τίποτα, επειδή κανείς ποτέ δεν μπορεί να συναντήσει κανέναν, να διασταυρώσει τα βήματα του με αυτά κανενός άλλου. Είναι γι’ αυτό όπου τα παιδιά, πασχίζοντας να ανακαλύψουν τι μάθαιναν –και τώρα αγωνίζονται να καταχωνιάσουν– οι γονείς τους στο δρόμο, υπερβάλουν κατά τι στο δικό τους πετροπόλεμο – είναι το μόνο που τους επετράπη ως τώρα να έχουν δικό τους.
*
Είναι πασίδηλο πως εν μέσω της γενικής κατάρρευσης το μέλημα για την παράδοση «ενός καλύτερου κόσμου στις επόμενες γενεές» συμπαρασύρεται μέσα στον ορμητικό χείμαρρο που παροχετεύεται στο μεγάλο ωκεανό, το διάσπαρτο από συντρίμμια ναυαγίων. Τα κουφάρια τους κείτονται στην άβυσσο του βυθού του. Η ευρέως διαδεδομένη παραδοχή κατά την οποία «η επόμενη γενιά θα είναι η πρώτη που θα ζήσει χειρότερα από την προηγούμενη», πάλι, παραδόξως διακρίνεται από ασύλληπτη ρηχότητα, καθότι μοιάζει να συνυπολογίζει μονάχα την επιφάνεια –Επιφάνια είπατε;– των χρηματοοικονομικών δεικτών, όπου οι φελλοί και τα νούμερα μπορούν να επιπλέουν και για αυτό τους αποδίδουν εξέχουσα βαρύτητα. Αλλά είναι η φαντασιακή ένδυα, η οποία δεν προσμετράται στις στατιστικές έρευνες, δεν χωρά στους δείκτες οικονομικών μεγεθών, εκείνη οπού προξενεί την τρικυμία.
*
Ως καλοί ναυτίλοι, βέβαια, θα πρέπει να συλλάβουμε στην πυξίδα μας πως, παρότι δευτερεύουσα εν συγκρίσει με την κληροδοτούμενη οικολογική κρίση και την επαπειλούμενη καταστροφή, πόσω μάλλον με την καταστροφή των σημασιών, η κάμψη του βιοτικού επιπέδου οφείλει να ληφθεί σοβαρά υπόψιν, αφού είναι ενδεικτική του εύρους της συντελούμενης διάβρωσης, η οποία πλέον πλήττει τον ίδιο το φαντασιακά θεσμισμένο χρόνο του καπιταλισμού. Οι καπιταλιστικές αξίες της «προόδου», της «ανάπτυξης» φαίνεται ότι φθίνουν. Η τρώση που επιφέρεται στο φαντασιακό χρόνο του καπιταλισμού –και το ότι προβαίνουμε σε αυτήν τη διαπίστωση δεν συνεπάγεται, όπως θα φανεί στη συνέχεια, πως τελούμε υπό το καθεστώς «επαναστατικής» ονείρωξης– προδίδει ότι ο καπιταλισμός, ως έχει, δεν έχει πολύ χρόνο. Οι δείκτες του ρολογιού κόλλησαν…
*
Ο αδυσώπητος πόλεμος ενάντια στο χρόνο κηρύττεται και πάλι. Πόλεμος ενάντια στο κοινωνικό-ιστορικό ως πεδίο ανάδυσης της ριζικής ετερότητας, δημιουργιών ολοκληρωτικά νέων. Η κάθε εποχή έχει τη νεύρωση της και η νεύρωση που αντανακλάται στα λιμνάζοντα, ελώδη ύδατα της δικής μας είναι νεύρωση ναρκισσιστική. Μιλήσαμε ήδη για την καταστροφή όλων εκείνων, όπου θα μπορούσαν οι άνθρωποι να επενδύσουν με νόημα. Η libido, μη μπορώντας να μετουσιωθεί, ενδοστρέφεται· επιστρέφει στο πρωταρχικό της αντικείμενο· το εγώ. Ο Φρόϋντ είχε επισημάνει τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, την πολιτική και τις νευρώσεις μεταβιβάσεως. Διαμέσου της ενασχόλησης με την πολιτική, τη δημιουργία έργων τέχνης επιδιωκόταν η «αθανασία», οι άνθρωποι επιζητούσαν να αφήσουν το στίγμα τους στην ιστορία. Σήμερα ο γιγαντωμένος εγωισμός που συνυπάρχει με τη μηδαμινότητα, ο τρόμος απέναντι στο θάνατο όσων υπήρξαν ανέκαθεν νεκροί, δίχως να το ξέρουν, η απροθυμία, η αδυναμία τους να συμβιβαστούν με το γεγονός ότι ο κόσμος θα εξακολουθήσει να υπάρχει, η ζωή θα συνεχίζεται και δίχως αυτούς, συνθέτουν από κοινού τον λανθάνοντα, ενδόμυχο πόθο για αφανισμό των πάντων. Ο κακός στις ταινίες δράσης, γέρνοντας στην άκρη του βαράθρου, γαντζώνεται και συμπαρασύρει τον ήρωα. You’re coming with me. Στις ταινίες ο καλός σώζεται. Οι γονείς, όμως, αγαπούν τόσο τα παιδιά τους που δεν θα αφήσουν ούτε το θάνατο να τους χωρίσει…
*
Η επιστήμη είναι θρησκεία και το πρόσφατο επίτευγμα της απετέλεσε οιωνό. Το σώμα μιας νεκρής εγκυμονούσας γυναίκας διατηρήθηκε με μηχανική υποστήριξη στη ζωή ως κουκούλι, προκειμένου να έρθει στον κόσμο το παιδί που κυοφορούσε. Η εξέγερση του Δεκέμβρη υπήρξε η εξέγερση των ορφανών. Είναι τα παιδιά που γεννήθηκαν από γονείς νεκρούς. Όπως οι άρτι εκκολαφθείσες θαλάσσιες χελώνες, οφείλουν μόνα τους να βρουν το δρόμο προς τη θάλασσα. Τα παιδιά στερούνται της καθοδήγησης του ενστίκτου και γι’ αυτό η σωτηρία τους θα είναι δυσκολότερη. Και αυτά συγκαταλέγονται στα απειλούμενα με αφανισμό είδη. Το πλήθος των τελευταίων, καθώς εξατμίζεται, συνθέτει τη βαριά περιρρέουσα ατμόσφαιρα την ανάλογη εκείνης που επικρατεί μετά την καταστροφή και σκιαγραφείται στην τριλογία ταινιών του Mad Max. Είναι σε ένα από τα μέρη της, όπου ο ήρωας, περιπλανώμενος στην αχανή έρημο, συναντά μια «φυλή» άγριων παιδιών που στην πορεία αποδεικνύεται πως επέζησαν της συντριβής αεροσκάφους τη νύχτα του πυρηνικού ολέθρου. Το κουφάρι του αεροσκάφους είναι το σπίτι τους, σε μια όαση βρισκόμενη σε μια χαράδρα καταμεσής της ερήμου. Αναμένουν τον πιλότο-Μεσσία που θα τους οδηγήσει πίσω στη «Morro-morro land». Αναγνωρίζουν το σωτήρα στο πρόσωπο του περιπλανώμενου τυχοδιώκτη. Tomorrow· η χώρα του αύριο – η σβησμένη από το χάρτη μητρόπολη. Στη μητρόπολη οι φυλές του youth tribalism, της «όασης» της υποκουλτούρας που, μπορούμε γι’ αυτό να είμαστε βέβαιοι, είναι ανύπαρκτη, όπως κάθε άλλη οφθαλμαπάτη, έχουν την άβυσσο να ανοίγεται μπροστά τους. Η επιστροφή είναι αδύνατη· στρέφοντας το κεφάλι αντικρίζουμε τα επιπλέοντα συντρίμμια του ναυαγίου. Είναι αυτά τα κατάλοιπα προγενέστερων κοινωνικο-ιστορικών θεσμίσεων· οι παρωχημένες, χρεωκοπημένες αξίες, πρόχειρες σανίδες πρόσκαιρης σωτηρίας. Έχουμε μπροστά μας ένα τιτάνιο έργο: να γεφυρώσουμε, να γεμίσουμε το κενό. Θα φέρουμε εις πέρας το τιτάνιο έργο μας ως άνθρωποι.
***
Είναι, λοιπόν, ο τρόμος ενώπιον της αβεβαιότητας, του κενού νοήματος που, όντας συνέπεια της διαβρωτικής δράσης του καπιταλισμού και της συνακόλουθης αδυναμίας δημιουργίας νέων σημασιών, ικανών να αναδυθούν στη θέση εκείνων το κύρος των οποίων έχει υποστεί καίριο πλήγμα, που ωθεί σε προσπάθειες απέλπιδες. Στην απόπειρα νεκρανάστασης αυτών των ίδιων, παρωχημένων, εκπορνευμένων αξιών. Φαντάσματα του εαυτού τους, είναι οι σκελετοί στη ντουλάπα που μετετράπησαν σε ζόμπι για να αποτελέσουν ένα άκρως αναποτελεσματικό παυσίλυπο. Προκειμένου να κατανοήσουμε τις συνθήκες, υπό τις οποίες το ξέσπασμα του Δεκέμβρη πυροδοτήθηκε, είναι αναγκαίο να μην παραγνωρίσουμε τη συμβολή της «ελληνικής ιδιαιτερότητας», εξαιτίας της οποίας το φαινόμενο που μόλις πιο πάνω θίξαμε εκδηλώνεται στον ελλαδικό χώρο με ιδιαίτερα αυξημένη ένταση. Οφείλουμε να θεωρήσουμε την Ελλάδα ως μια χώρα όχι αμιγώς δυτική· μια χώρα που έχει «δυτικοποιηθεί» από τα πάνω, εκ των υστέρων. Που δεν έχει γνωρίσει το Διαφωτισμό, δεν είχε αστική τάξη, εργατική τάξη, μεταξύ άλλων πραγμάτων. Πρόκειται, επομένως, για μια χώρα κατά τι παραπάνω ευάλωτη εν μέσω της παρακμής της Δύσης, την οποία, έτσι, βιώνει με εξαιρετικά δυσμενείς συνέπειες, καθότι απέναντι στις πηγές της δεν έχει να αντιτάξει μια χειραφετητική παράδοση.
*
Είναι η χρονική συγκυρία της όψιμης προσάρτησης της στο άρμα της Δύσης που «φιλοδώρησε» την Ελλάδα με το ατυχές προνόμιο να έρθει σε επαφή κυρίως με τη μια εκ των δύο αντινομικών πτυχών της δυτικής παράδοσης που έτεινε ήδη να επικρατήσει σε βάρος της έτερης· σε βάρος του απελευθερωτικού στοιχείου. Είναι η πτυχή της δυτικής παράδοσης που εκφράζει την τάση για κυριάρχηση, εκείνη όπου οδηγεί στον αφανισμό του μόνου πράγματος που αυτός ο τόπος είχε να επιδείξει: της κοινότητας, της συλλογικότητας, που μοιραία καταρρακώνεται με την υιοθέτηση του αιτήματος της «απεριόριστης ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», αφού δεν συνάδει με την προώθηση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού που η επέλαση της ανάπτυξης προαπαιτεί. Η μοίρα της ελληνικής κοινωνίας δεν είναι ξένη προς αυτήν κάθε παραδοσιακής κοινωνίας που συγκρούεται με την υπερταχεία της ανάπτυξης, μένοντας καθηλωμένη, υπνωτισμένη, όπως ο λαγός μπροστά στο φως των προβολέων. Η απόλυτη διάλυση ευθύνεται για την καθολική απελπισία. Υιοθετείται η στάση του εμβρύου. Επιζητείται διακαώς η επιστροφή στη μήτρα των παραδόσεων. Ή έστω στην παιδική ηλικία. Το τρίπτυχο «πατρίς-θρησκεία-οικογένεια» επανέρχεται φθαρμένο σαν στενή, σκοροφαγωμένη φορεσιά, για να εμπνεύσει την αισθητική, την πειθαρχεία την «ασφάλεια» που παραπέμπει σε σχολικό εορτασμό εθνικής επετείου. Αν αποτολμήσουμε ένα βήμα κινδυνεύουμε με ένα χρατς! να αποκαλύψουμε τη γύμνια μας. Είμαστε καταδικασμένοι! Θα πεθάνουμε ή από ασφυξία ή από ντροπή…
*
Μετεωριζόμενοι στον κενό χώρο ανάμεσα στη στολή παραλλαγής, στα ιερατικά άμφια από τη μια και τα καινούρια ρούχα του βασιλιά των τελευταίων τάσεων της μόδας από την άλλη, οι νέοι στην Ελλάδα συναντούν, κατά την αμφιταλάντευση τους, τους νέους των παρισινών προαστίων. Αμφότεροι ταλανίζονται από την απουσία της αίσθησης του ανήκειν. Οι μετανάστες 2ης ή 3ης γενιάς είναι οι απόβλητοι της ευρωπαϊκής μητρόπολης· τα μιάσματα, τα «αποβράσματα» που, επιπροσθέτως, εν αντιθέσει με τους γονείς τους, αδυνατούν να συνδεθούν με τα ήθη και τις παραδόσεις της κοινότητας τους, τα οποία ως κόρη οφθαλμού, ενίοτε, εκείνοι διαφυλάττουν, μιας και δεν είναι δικά τους· τους είναι ξένα από τη στιγμή που δεν διαθέτουν τα αντίστοιχα βιώματα. Τα εν λόγω σκουριασμένα σκάφανδρα είναι από εκείνα, όπου μια σωλήνα παροχής οξυγόνου τα συνδέει με το σκάφος που πρόσκαιρα εγκαταλείπεται για τον αφιλόξενο βυθό. Εδώ ο ομφάλιος λώρος έχει προ πολλού κοπεί. Οι απόγονοι όσων «λαθραίων» γλίτωσαν τον πνιγμό καταδικάζονται να πιάνονται από τα μαλλιά τους εφ όρου ζωής. Τα «banlieus» είναι οι θάλαμοι αποσυμπίεσης όσων υποφέρουν χρόνια από τη νόσο των δυτών.
*
Έστω και αν έχουν να κάνουν με το βυθό του bikini, αν η σιωπή του βυθού καλύπτεται από τη muzak που εκπέμπεται από τα ηχεία των εμπορικών κέντρων, οι νέοι στην Ελλάδα δεν παύουν να είναι επίσης καταποντισμένοι. Εφόσον δεν αρκεστούν στις σαπουνόφουσκες, στις φυσαλίδες της μετανεωτερικότητας, θα πρέπει να προσαρμοσθούν στον εγκλεισμό στο γυάλινο θόλο, εντός του οποίου οι γεννήτορες τους επιλέγουν να διαμένουν. Ανεξαρτήτως του πόσο βολικό ενδέχεται να είναι για τα μεγάλα ψάρια το να ζουν σε μια μικρή γυάλα, η ζωή στο ενυδρείο απαιτεί να διαθέτεις μνήμη χρυσόψαρου, προκειμένου όσα άλλοτε αποτελούσαν βιωμένη εμπειρία να αποσπασθούν από τα συμφραζόμενα τους και να καταλήξουν να μοιάζουν στη σφαίρα με το χιόνι του πολίτη Κέιν. Σε κάθε περίπτωση οι νέοι δεν μπορούν να επενδύσουν στα χρεωκοπημένα συντρίμμια του παρελθόντος, για τα οποία μιλήσαμε προηγούμενα. Ενώ οι γονείς τους έλκονται από εγχώριες γλυκερές κινηματογραφικές παραγωγές του τύπου «Peppermint», «Πολίτικη κουζίνα» κλπ, κατακυριευμένοι από την παστεριωμένη «παιδικότητα» –κάθε άλλη παιδικότητα, όπως είδαμε, απαγορεύεται– που αυτές εκλύουν μαζί με τη μυρωδιά των μπαχαρικών. Η κανέλα χρησιμοποιείτο στην ταρίχευση ήδη στην αρχαία Αίγυπτο. Το γεγονός ότι οι νέοι το Δεκέμβρη έμειναν σχεδόν ολοκληρωτικά απομονωμένοι, λοιδορήθηκαν, κατασυκοφαντήθηκαν, συνάντησαν την καχυποψία και γνώρισαν την εκδικητικότητα απλούστατα υπενθυμίζει εκείνο που ήδη γνωρίζαμε: Τα περί αγάπης των γονέων προς τα παιδιά τους είναι κουραφέξαλα. Το ότι οι ενδοοικογενειακές σχέσεις είναι εξαιρετικά πιο περίπλοκες οι αρχαίοι Έλληνες το γνώριζαν ήδη και το αποτύπωσαν στους ωραίους μύθους τους. Ο Κρόνος που τρώει τα παιδιά του… Κρόνος και Κορκονέας. Η παρήχηση είναι τυχαία. Εξίσου τυχαία, προϊόν της μυθοπλασίας είναι οποιαδήποτε ομοιότητα ανάμεσα στους αρχαίους Έλληνες και τους σύγχρονους προγονόπληκτους, μαστιζόμενους από σύμπλεγμα ανωτερότητας-κατωτερότητας. Οι μεν με τους δε ουδεμία σχέση έχουν. Απλή συνωνυμία.
***
Οφείλουμε να διευκρινίσουμε ότι, εισηγούμενοι τον προηγούμενο παραλληλισμό, τη συσχέτιση ανάμεσα στους νέους των γαλλικών προαστίων που ξεσηκώθηκαν το Νοέμβριο του 2005 και τους νέους στην Ελλάδα, δεν επιχειρούμε κανενός είδους ταύτιση ανόμοιων μεταξύ τους, κατά τα λοιπά, καταστάσεων. Αντίθετα, δυσανασχετούμε με το πλήθος των προσπαθειών να «εξηγηθούν» τα γεγονότα του Δεκέμβρη, διαμέσου της εμμονικής προσφυγής στο παρελθόν, οι οποίες είναι δηλωτικές της αδυναμίας των εμπνευστών τους να συλλάβουν την ιδιαιτερότητα τους. Η ιστορία για πολλοστή φορά εκλαμβάνεται ως ατέρμονη επανάληψη. Η εξάρνηση της ως πεδίο ανάδυσης της ριζικής ετερότητας αποδεικνύεται εξαιρετικά βολική, για όσους επιλέγουν να παραμένουν προσκολλημένοι σε βεβαιότητες, επαναπαυμένοι σε ευκολίες, μη όντας διατεθειμένοι να απολέσουν τη μακαριότητα τους που θα διαταρασσόταν από την εγρήγορση, η οποία απαιτείται προκειμένου να επιχειρεί κανείς να συλλάβει το εκάστοτε ιστορικά καινούριο. Εκείνο όπου δεν συνάγεται εξ όσων έχουν προϋπάρξει και που γι’ αυτό καταλήγει να συγκαλύπτεται. Είναι σημαντικό να επιδιώκει κανείς να κατανοήσει το τι συνέβη το ’90-’91, στο Πολυτεχνείο, στην περίοδο της μεταπολίτευσης, στην Ιταλία της δεκαετίας του ’70, στο Μάη του ’68 κ.ο.κ. Το να επιχειρεί να εγκαθιδρύσει ακατάλυτες σχέσεις αιτιότητας ή, ακόμα χειρότερα, –και, όσο και αν φαντάζει παιδαριώδες, γίνεται εμμέσως ή αμέσως– το να ξεκινάει λέγοντας «τότε συνέβη εκείνο και το ίδιο συμβαίνει σήμερα» προδίδει πως, αναπόφευκτα, οι όποιες απόπειρες του απέβησαν άκαρπες. Και συνιστά εγγύηση για το ότι δεν πρόκειται να στεφθούν με επιτυχία.
*
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για την προαναφερθείσα ντετερμινιστική προσέγγιση μπορεί να αντληθεί από την υποδοχή που επιφυλάχθηκε από σημαντικό μέρος των συμμετεχόντων στα γεγονότα του Δεκέμβρη στις τρομοκρατικές ενέργειες που ακολούθησαν, τις οποίες έσπευσαν να αποδώσουν στη δράση μυστικών υπηρεσιών, με αναφορές διανθιζόμενες με την παράθεση μαρτυριών από τα διαδραματισθέντα στην Ιταλία των «χρόνων του μολυβιού» με τη «στρατηγική της έντασης» κλπ. Η δράση αυτή δεν μπορεί να αποκλεισθεί. Ούτε, όμως, μπορεί και να θεωρηθεί δεδομένη. Είναι σαφές πως κάθε συζήτηση βασιζόμενη σε εικασίες στηρίζεται σε σαθρά θεμέλια, όντας καταδικασμένη να καταλήξει στην εικοτολογία. Αλλά δεν χρειάζεται, ας το επισημάνουμε, να είναι πράκτορες όσοι κρύβονται πίσω από τις εν λόγω ενέργειες, για να είναι αυτές απόλυτα κατακριτέες. Από μόνο του το γεγονός ότι όσοι δρουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, δρουν συνωμοτικά, κρύβονται, όπως είπαμε, –επομένως, θα πρέπει ο κοινότυπος ισχυρισμός, σύμφωνα με τον οποίο οι δράστες «αναλαμβάνουν την ευθύνη», μην έχοντας ουσιαστικό αντίκρισμα, μιας και κανείς ανώνυμος δεν δύναται να αναλάβει την ευθύνη, να λογοδοτήσει για οτιδήποτε, να ιδωθεί ενταγμένος στα πλαίσια της ασυνάρτητης δημοσιογραφικής μεταγλώσσας– αρκεί – θα έπρεπε να αρκεί– για να συναντήσουν την αβίαστη καταδίκη και οι αιτίες όπου ο «α/α χώρος» αισθάνεται την ανάγκη να καταφύγει στην πρακτορολογία, προτού τις καταδικάσει θα μας απασχολήσουν παρακάτω. Η δε ανάγκη την οποία ο «επαναστατικός αγώνας» και η «σέχτα επαναστατών» προφανώς αισθάνονται να διακηρύξουν διαμέσου των, ομολογουμένως ιδιαιτέρως διασκεδαστικών, επωνυμιών τους, την «επαναστατικότητα» τους, είναι, ας μην παραλείψουμε να το πούμε, άκρως αποκαλυπτική, επαληθεύοντας το ότι κάθε τι άλλο εκτός αυτής τους χαρακτηρίζει.
*
Δεν θα επεκταθούμε εδώ, παραθέτοντας την πλειάδα των λόγων που καθιστούν αδιαπραγμάτευτη από πλευράς μας την απόρριψη «πρωτοποριακών» πρακτικών, αντίστοιχων των προαναφερθεισών, καθότι το έχουμε κάνει αλλού. Ερχόμενοι στο προκείμενο, δεν μπορούμε παρά να παρατηρήσουμε πως η –ορθή– διαπίστωση ότι οι συγκεκριμένες ενέργειες υπέσκαψαν περεταίρω την κινητοποίηση που σημειώθηκε νωρίτερα δεν αποτελεί αποδεικτικό τεκμήριο για την εκπόρευση τους από μυστικά κέντρα. Κάθε ανάλογη θεώρηση θέτει την προϋπόθεση της «ορθολογικής» δράσης των ιστορικών υποκειμένων· αξιώνει αυτά να ενεργούν, αφού πρώτα συνυπολογίσουν όλα τα «δεδομένα», επιστρατεύοντας τα ενδεδειγμένα μέσα για την επίτευξη του σκοπού. Είναι προφανές ότι το ιστορικό πράττειν δεν υπόκειται σε τέτοιους «νόμους». Κάθε άλλο. Όπως έχουμε στο παρελθόν επιχειρήσει να δείξουμε, πολύ συχνά τα αποτελέσματα των πράξεων των ανθρώπων είναι απολύτως αναντίστοιχα με τα ποθούμενα. Έτσι, στην περίπτωση που μας απασχολεί, οι συνωμοσιολόγοι φίλοι μας επιλέγουν να παραβλέψουν μια δύναμη που κατά πολλούς είναι ανίκητη, ανυπέρβλητη. Αυτήν της ανθρώπινης βλακείας.
*
Δεν παραλείπουμε, όποτε μας δίδεται η ευκαιρία, να τονίζουμε πως η συνωμοσιολογία συνιστά ιδιαιτέρως πρόσφορο μέσο, όταν μεταξύ των στόχων συμπεριλαμβάνεται η αποποίηση, η μετάθεση ευθυνών. Αρκετοί εξ όσων σήμερα καταγγέλλουν τους παρακρατικούς δεν είναι άλλοι από εκείνους που συστηματικά εκτρέφουν λογικές, οι οποίες κάθε άλλο παρά αντίκεινται στην ένοπλη βία. Είναι ο φετιχισμός της βίας που ως παρεπόμενο έχει την άνευ όρων, αβίαστη αποδοχή «κάθε έκφανσης της εξέγερσης». Η απουσία άσκησης κριτικής, η δικαιολόγηση κάθε βίαιης εκδήλωσης, στην οποία έσπευσαν να προβούν πλείστες όσες ομαδοποιήσεις του «α/α χώρου» με την προβολή της αιτίασης ότι στις εξεγέρσεις η παρεκτροπή, η υπέρβαση των ορίων της βίας είναι δεδομένη, μπορεί να ερμηνευθεί μόνο ως εξής: ως σάστισμα απέναντι στα γεγονότα από τα οποία έχουν ξεπεραστεί· ως ατολμία να λάβουν θέση και να προτείνουν, να πουν τι είναι τελικά αυτό που θέλουν. Εν μέσω όλης αυτής της μεταμοντέρνας ασάφειας, της απουσίας προτάγματος η οποία συνάδει με την ασυνάρτητη πεποίθηση ότι κάθε συνολικό πρόταγμα είναι «αυταρχικό», νομίζουμε νομιμοποιούμεθα, κρίνοντας από τα αξιοποιούμενα μέσα, να συμπεράνουμε πως η ίδια η βία εδραιώνεται ως αυτοσκοπός. Αλλά ίσως το πλέον αδυσώπητο ερώτημα δεν αφορά το τι θέλουν οι «α/α». Καθίσταται μάλλον αμφίβολο το κατά πόσο θέλουν κάτι άλλο από αυτό που υπάρχει. Η απάντηση που εμείς δίνουμε είναι αρνητική, αφού δεν μας αφήνονται άλλα περιθώρια από την εξόφθαλμη αντίφαση, η οποία παρουσιάζεται αμείλικτη, όταν εκείνοι που καμώνονται πως επιζητούν να αλλάξουν το ρου της ιστορίας αποφαίνονται πως «έτσι είναι η εξέγερση», παραιτούμενοι από κάθε προσπάθεια να συμβάλλουν στο να προσλάβει προσανατολισμό, επειδή, προφανώς, κάποιος αόρατος νους κινεί τα πιόνια στη σκακιέρα. Φαίνεται ότι οι εξεγερμένοι είναι τέτοια, ενεργούμενα της ιστορίας, όχι ιστορικά υποκείμενα· διεκπεραιωτές του σχεδίου της ιστορίας που μέλει να εκδιπλωθεί πάραυτα. Οποία ριζοσπαστικότις! Υπό αυτές τις συνθήκες η επανάσταση θα πρέπει να ξεκινήσει από τα βασικά. Ας πούμε από τη διατύπωση ενός συλλογισμού, διακρινόμενου από στοιχειώδη λογική συνοχή, ο οποίος δεν θα καταρρέει υπό το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων.
*
Μιας και μιλάμε για αντιφάσεις, βλέπουμε εδώ να επιβιώνει λανθάνουσα η παραδοσιακή επαναστατική θεωρία – έχουμε έτσι την πρώτη αντίφαση, δεδομένης της συνύπαρξης της παράδοσης με την «επανάσταση». Η μαρξιστική θέση περί υποτιθέμενης «αντίφασης» ανάμεσα στις παραγωγικές δυνάμεις, την ατέρμονη, νομοτελειακή ανάπτυξη τους και τις «ασύμβατες», παρωχημένες σχέσεις παραγωγής. Σε αυτήν την εξίσωση το προλεταριάτο, το «επαναστατικό υποκείμενο», όντας η ίδια η παραγωγή ενσαρκωμένη, είναι επιφορτισμένο με ένα καθήκον απέναντι στην «Ιστορία». Θέλοντας και μη, είναι «επαναστατική τάξη» που, προφανώς, δεν μπορεί να επαναστατήσει απέναντι στο πεπρωμένο της… Θα «φέρει» την επανάσταση, όπως ένας μοχλός που, θέτοντας σε κίνηση τον κατάλληλο μηχανισμό, θα κάνει να «πέσει» ένα νέο σκηνικό σε θεατρική παράσταση. Το δε σενάριο είναι ήδη γραμμένο. Αν οι «ταξικές αναλύσεις», ο εργατισμός, απροκάλυπτος η συγκαλυμμένος, επιβιώνουν· αν τα γεγονότα προσαρμόζονται στην προκρούστρια κλίνη της ιδεολογίας, είναι επειδή διαμέσου αυτού του ακρωτηριασμού της πραγματικότητας επιτελείται η ίδια διαδικασία που συναντήσαμε προηγούμενα. Όποιο χρώμα και αν φέρουν τα λάβαρα, η λιτάνευση τους πάντοτε αποσκοπεί στην εμπέδωση της ψευδαίσθησης ότι ο χρόνος απλά ανακυκλώνεται. Και έχουμε έναν ακόμη επιτάφιο να παρελαύνει ενώπιον μας, όπου τα κουρελιασμένα σύμβολα θρηνούν για το δίχως ανάπαυση θάνατο τους.
*
Η επίκληση της εργατικής τάξης συνιστά οξύμωρο, όντας σύμπτωμα ενός αθεράπευτου ιδεαλισμού· προϊόν της ρομαντικής ενατένισης μιας εποχής κατά την οποία αντίστοιχοι όροι όπως ιδεαλισμός και υλισμός δύναντο να εκφράζουν την αξίωση να διαθέτουν αντίκρισμα. Η εποχή αυτή αναπολείται από όσους δεν την έζησαν, μεταξύ άλλων επειδή ποτέ δεν υπήρξε παρά μόνο στη φαντασία τους. Είναι η μυθική Αρκαδία, όπου τα πάντα είναι «απλά»· όπου είμαστε «αυτοί κι εμείς». Για άλλη μια φορά τα κακοπαθημένα υπολείμματα του παρελθόντος επιστρατεύονται, προκειμένου να εξορκισθεί η αβεβαιότητα, να διασκεδασθεί ο φόβος απέναντι στο καινούριο, το δυσερμήνευτο, που καλείται να υποταχθεί στις χρεωκοπημένες, διαψευσμένες κατηγορίες, να θυσιαθεί προς χάριν της δικής τους διάσωσης. Μονάχα που εδώ –και αυτό είναι το πλέον θλιβερό και δυσοίωνο– έχουμε το χώρο της «αμφισβήτησης» που οχυρώνεται, επιζητώντας «σιγουριά», που αρνείται να διαπραγματευθεί όσα ζητήματα επιτάσσουν το «ξεβόλεμα» του, την εγκατάλειψη προαιώνιων παραδοχών. Όσοι εξακολουθούν να αναφέρονται στην εργατική τάξη, φέρνουν στο νου την ταινία «Ghost dog – the way of the samurai» του Τζιμ Τζάρμους. Ο ομώνυμος χαρακτήρας, τον οποίο υποδύεται ο Φόρεστ Γουάιτακερ, εν μέσω μιας ατμόσφαιρας παρακμής, ενώ όλα γύρω του μοιάζουν να καταρρέουν, εμμένει στην πιστή εφαρμογή ενός αρχαίου κώδικα τιμής. Ο τελευταίος έχει αξία μόνο για τον ίδιο. Η αναφορά στις συλλογικές αξίες του κλασσικού εργατικού κινήματος μετατρέπεται στο άλλοθι μιας ακόμη υποκουλτούρας. Καθώς ο σαμουράι περιδιαβαίνει τους σκοτεινούς νυχτερινούς δρόμους της μητρόπολης, κάποιος στην ταράτσα της πολυκατοικίας ετοιμάζει μια κιβωτό. «Nothing makes sense anymore…».
*
Με ή χωρίς κατακλυσμό δεν είναι ποτέ καλός καιρός για χαρακίρι. Ακόμα και εβρισκόμενοι στο πυκνό σκοτάδι, οφείλουμε, έστω ψηλαφητά, να προχωρήσουμε ανοίγοντας δίοδο. Η άλλη επιλογή είναι να περιμένουμε και τα μάτια μας θα συνηθίσουν. Όσοι έχουν τυφλωθεί από την έπαρση τη σύμφυτη με την πλάνη υπό το καθεστώς της οποίας τελούν, πιστεύοντας ότι ανεκάλυψαν το κλειδί που ανοίγει όλες τις πόρτες, ότι κατέχουν τους «νόμους της ιστορίας», αρκούνται στη μονότονη επανάληψη των ίδιων πάντα, «δοκιμασμένων» κινήσεων που υπαγορεύονται από αυτούς. Οι καθημερινές τους διαδρομές, οι ρουτίνες διασφαλίζουν την επιβίωση τους, παρέχοντας τους την επιζητούμενη ασφάλεια. Γι’ αυτούς η εργατική τάξη εξακολουθεί να υφίσταται, επειδή λογίζεται ως μεταβλητή· εξαιτίας της θεώρησης τους του κοινωνικοϊστορικού υπό το πρίσμα του οικονομισμού. Μόνο που οι τάξεις δεν προσδιορίζονται βάσει οικονομικών μεγεθών. Η εργατική τάξη υπήρξε πολλά περισσότερα από τους «εκμεταλλευόμενους». Ήταν τα κίνητρα, οι συμπεριφορές, οι αξίες, η κουλτούρα που έκανε να αναδυθούν, εκείνα που την έκαναν να είναι. Η εργατική τάξη παύει να υπάρχει μαζί με τις κοινωνικές και ανθρωπολογικές συνθήκες, εν μέσω των οποίων κατέστη δυνατή η αυτοδημιουργία της ως τέτοιας. Η αλληλεγγύη, η συλλογικότητα που, όπως είδαμε, συνθλίβονται ακριβώς ως συνέπεια της επικράτησης των οικονομικών κριτηρίων. Η εργατική τάξη δεν υπάρχει πια –όπως δεν υπάρχει η αστική τάξη– και θα είχε, ίσως, ήδη καταλάβει τη θέση της στον παράδεισο, εφόσον το φάντασμα της δεν αναγκαζόταν να περιφέρεται άδικα από όσους εξακολουθούν να το επικαλούνται, –να το καλούν, όπως οι μάντεις τα πνεύματα των νεκρών, προσδοκώντας να τους αποκαλύψουν τα μελλούμενα–, μην αφήνοντας το να βρει ανάπαυση. Τόσο η εργατική κουλτούρα, όσο και η αστική, έχουν εκλείψει. Τη θέση τους καταλαμβάνει η μαζική κουλτούρα. Είναι υπό την αιγίδα αυτής, όπου η φιγούρα του εργάτη συναντά το αντίστοιχό της στους αγρότες που μας εγγυώνται ότι καταναλώνουμε καλό παρθένο ελαιόλαδο στις διαφημίσεις. Ο τρόπος με τον οποίο σε αυτές απεικονίζεται η ύπαιθρος είναι εξίσου αυθεντικός με τη εικόνα που όσοι εμμένουν στο δόγμα αποκομίζουν από την κοινωνική κίνηση. Το πεδίο μάχης όπου διεξάγεται η πάλη των τάξεων βρίσκει την αναλογία του στο ειδυλλιακό, βουκολικό τοπίο, το προοριζόμενο να εμπνεύσει στους καταναλωτές ασφάλεια, θαλπωρή. Το σλόγκαν θα μπορούσε να είναι: «μερικά πράγματα είναι καλό να μένουν πάντα ίδια».
*
Όσοι αδημονούν να γευθούν τους αστούς βραστούς ας περιμένουν. Η πολυποίκιλη, ανομοιογενής σύνθεση του πλήθους των –κυρίως νέων– ανθρώπων που κινητοποιήθηκαν κατά τη διάρκεια των γεγονότων του Δεκέμβρη, το φάσμα της κοινωνικής προέλευσης των οποίων εκτεινόταν από εξαθλιωμένους μετανάστες έως μαθητές-γόνους οικονομικά εύρωστων οικογενειών, δυσκολεύει έτι περεταίρω το έργο, όσων μάταια πασχίζουν να ερμηνεύσουν όσα εκτυλίχθηκαν, εκκινούμενοι από μια οπτική που προσδίδει προεξάρχουσα σημασία στους ταξικούς ανταγωνισμούς. Εμείς από τη μεριά μας έχουμε ήδη αποπειραθεί να καταδείξουμε πως το πρόβλημα των σημερινών κοινωνιών συνίσταται στην απουσία νοήματος που τις χαρακτηρίζει. Από την άποψη αυτή όλοι βράζουμε στο ίδιο καζάνι…
*
Αξίζει να γίνει ιδιαίτερη μνεία στο φαινόμενο των λεηλασιών που έλαβαν χώρα κατά την εκδήλωση των γεγονότων. Είδαμε η εν λόγω πρακτική να δικαιολογείται, ακόμη και να εξυμνείται, ως… αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας. Ασφαλώς το ζητούμενο δεν είναι η «καταδίκη» και η περίσταση χρήζει της επίδειξης κατανόησης. Αλλά ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες, όπου στις εν λόγω ενέργειες προέβαιναν άνθρωποι όντως υποκινούμενοι από την ανάγκη –κάτι που δεν ίσχυσε πάντοτε– δεν μπορούμε να αποδεχθούμε τις αιτιάσεις διαμέσου των οποίων, άτεχνα, άτσαλα επιχειρείται αγωνιωδώς –και πάντοτε ανεπιτυχώς– να τεκμηριωθεί η ταξική προσέγγιση των γεγονότων και να νομιμοποιηθούν οι απορρέουσες εξ αυτής ενέργειες. Ούτε είναι δυνατό να εθελοτυφλούμε ενώπιον όσων ανησυχητικών η επίδοση τις λεηλασίες αποκαλύπτει. Γιατί είναι το φαινόμενο ενδεικτικό του εύρους της κοινωνικής αποσάθρωσης· της διάβρωσης που έχει σημειωθεί με την επέλαση του ατομικισμού. Αν το κλασσικό εργατικό κίνημα θεμελιωνόταν στην από κοινού εναντίωση στην καθεστηκυία τάξη, στο συλλογικό αγώνα όσων αισθάνονταν πως απαρτίζουν μια κοινότητα, εδώ καθίσταται σαφές ότι καμία συλλογική προοπτική δεν μοιάζει πειστική. Δεν είναι η αίσθηση ότι είμαστε μαζί μέσα σε αυτό και μαζί κινούμαστε και προσδοκούμε να πάμε κάπου αλλού, ή, έστω, διεκδικούμε κάτι από κοινού, εκείνη που αναδύεται. Κάθε άλλο. Ο καθένας για τον εαυτό του. Και είναι άλλο να επιδιώκει κανείς να καταλάβει το γιατί αυτό συμβαίνει και άλλο να δικαιολογεί. Σε αυτήν τη δεύτερη περίπτωση έχουμε είτε απόλυτη τύφλωση, είτε υστερόβουλη συγκάλυψη. Οι λεηλασίες δεν συνιστούν αμφισβήτηση της ιδιοκτησίας. Είναι η επιβεβαίωση της παντοκρατορίας της.
*
Η κρίση της κοινότητας υπήρξε αισθητή σε αρκετές από τις συναθροίσεις, τις συνελεύσεις του Δεκεμβρίου, όπως είχαμε την τύχη να διαπιστώσουμε συμμετέχοντας, είτε να πληροφορηθούμε μέσω επαφών μας. Σε πλήθος περιπτώσεων η αδυναμία –ή και απροθυμία– των συμμετεχόντων σε αυτές να συγκροτήσουν ένα σώμα, να αποτελέσουν μια συλλογικότητα ήταν έκδηλη. Οι συναντήσεις αυτές δεν υπήρξαν τέτοιες, καθότι οι παρευρισκόμενοι δεν κατέστη εφικτό να συναντηθούν ποτέ. Επρόκειτο για συναθροίσεις ατομικοτήτων. Η ελευθερία που ευαγγελίζονταν δεν επρόκειτο ποτέ να καταφθάσει, ήταν ορατό, αφού δεν ήταν άλλη από αυτήν που φτάνει ως εκεί που αρχίζει η ελευθερία του άλλου. Είναι η ελευθερία αυτή όπως η σκιά· καθένας έχει τη δική του. Ενίοτε μόνο το σκάει και οι Πήτερ Παν αγωνίζονται για να την ανακτήσουν. Αλλά αρκετά με το να κυνηγάμε την ουρά μας. Αυτή η «ελευθερία» δεν είναι άλλη από αυτή που κάνει τον άλλο να φαντάζει ως ανεπιθύμητος μπελάς που συνιστά εμπόδιο, περιορισμό της «ελευθερίας». Αυτή είναι η ελευθερία του καπιταλισμού που μεταφράζεται στην απρόσκοπτη απόκτηση εμπορευμάτων. Η ελευθερία του οδηγού. Κάθε ένα αμάξι και ένα κράτος με τα δικά του ιερά σύνορα. Αλλά η ατομική ελευθερία δεν περιορίζεται από την κοινωνία, υπάρχει μονάχα χάρη και μέσα σε αυτήν. Γιατί τα άτομα δεν υπάρχουν χωρίς την κοινωνία. Υπάρχουν χάρη σε αυτήν. Είναι η λήθη αυτής της συνθήκης που επιτρέπει στους δημιουργούς «σπονδυλωτών» ταινιών, όπου παρακολουθούμε τις ιστορίες μιας σειράς προσώπων, να ελπίζουν βάσιμα ότι θα προξενηθεί η έκπληξη όταν, καθώς η πλοκή εκτυλίσσεται, οι δρόμοι των τελευταίων θα διασταυρωθούν.
*
Υπάρχει ένα σκίτσο ή χαλκογραφία που απεικονίζει μια υποθετική συνεύρεση όλων των «μεγάλων» του 19ου αιώνα. Ο Μαρξ, ο Μπακούνιν, ο Προυντόν, ο Έγκελς. Ανάμεσα σε όσους παριστάνονται, ενώ μιλούν και χειρονομούν, απευθυνόμενοι ο ένας στον άλλον, ο Μαξ Στίρνερ στέκεται εκτός του κύκλου με γυρισμένη την πλάτη στους υπολοίπους. Ο μοναδικός μιλάει μόνος και χειρονομεί εντόνως. Στις συναθροίσεις του Δεκεμβρίου όλοι έμοιαζαν να στέκονται πλάτη με πλάτη σαν δεμένοι πισθάγκωνα σε πασσάλους. Τα δεσμά τους ενίοτε αποτελούσαν οι ίδιες οι ιδεοληψίες τους. Σκοπεύουμε εδώ να αναφερθούμε στο παράδειγμα της εμμονικής προσκόλλησης στην αρχή της ομοφωνίας. Ξεκινάμε παραθέτοντας τους λόγους, για τους οποίους αντιτιθέμεθα στην εφαρμογή της τελευταίας. Κατ’ αρχήν έχουμε το ότι είναι πρακτικά ανεφάρμοστη. Είναι μάλλον ανεδαφική η πεποίθηση ότι μπορεί σε κάθε περίπτωση να επιτευχθεί η πλήρης σύγκλιση, η συσπείρωση γύρω από μια και μόνο θέση. Αυτό δεν είναι εφικτό –ούτε θεμιτό, εφόσον κάποιοι πιέζονται να αποκηρύξουν τη διαφωνία τους– στα πλαίσια μιας συλλογικότητας. Πόσω μάλλον στο επίπεδο μιας κοινωνίας. Παρότι όσοι εμφανίζονται άτεγκτοι αναφορικά με το ζήτημα της ομοφωνίας, είθισται να διακρίνονται επίσης από την αποστροφή που τους προξενείται από κάθε νύξη για την αναγκαιότητα της οργάνωσης, την οποία ταυτίζουν με την ιεραρχία, η ομοφωνία οδηγεί στη χειρότερη, την πλέον «πρωτόγονη» μορφή εξουσίας· στην εγκαθίδρυση μιας άρρητης, άτυπης ιεραρχίας, που ως τέτοια δεν μπορεί να τεθεί υπό αμφισβήτηση, αφού κανείς δεν αποδέχεται την ύπαρξη της. Είμαστε αντιεξουσιασταί, τι να κάνουμε; που θα έλεγε και ο σύντροφος Λένιν. Ως εκ τούτου εκμηδενίζεται η πιθανότητα έκφρασης ενστάσεων, διαφωνιών και μαζί με αυτήν παγιώνεται η προσκόλληση στην αναζήτηση της «απόλυτης αλήθειας». Της μιας και μόνης. Η αυτολογοκρισία ενίοτε επενεργεί. Ή απλά η μύηση στη διαδικασία έχει υπάρξει εξαιρετικά επιτυχής, αποκλείοντας την ανάδυση άστοχων αποριών. Η πλέον σιδηρά πειθαρχία επιτυγχάνεται προς τέρψιν των υπερήφανων αναρχομπαμπάδων. Όλα αυτά παραπέμπουν σε μια πίστη ανάλογη αυτής στον κοινωνικό αυτοματισμό της «αυτορρύθμισης των αγορών». Αντίστοιχα οι άνθρωποι θα «αυτορυθμίζονται», προκειμένου να συγκλίνουν στην «ορθή» άποψη. Προφανώς επειδή οι άνθρωποι είναι «καλοί» από τη φύση τους. Επομένως το ζητούμενο δεν είναι άλλο από την αποκατάσταση μιας φυσικής τάξης. Ξαναερχόμαστε σε όσα εξετάσαμε προηγούμενα. Οι άνθρωποι εμφανίζονται έρμαια της «πανουργίας του λόγου». Η επανάσταση προσλαμβάνει το χαρακτήρα της εκπλήρωσης προφητείας. Η πολιτική δεν είναι το πεδίο της γνώμης, η ιστορία δεν είναι κοινωνική δημιουργία· είναι η εκτύλιξη μιας διαδικασίας με προδιαγεγραμμένο «τέλος». Η ιδανική πραγματικότητα που μας επιφυλάσσεται μας ξεπερνά. Οι αποφάσεις μας είναι όπως εκείνες των βιβλικών προσώπων. Πρέπει να συμβαδίζουν με τη βούληση του Κυρίου.
*
Η αρχή της ομοφωνίας προκρίθηκε από τις περισσότερες τάσεις του κλασικού αναρχισμού – παρότι θα πρέπει να σημειώσουμε πως στην πλειονότητα των περιπτώσεων ακόμη και οι πλέον ένθερμοι υποστηρικτές της δεχόντουσαν πως δεν είναι ο πλέον ενδεδειγμένος τρόπος λήψης αποφάσεων, όταν το αναρχικό κίνημα δεν έχει ωριμάσει και η επιδίωξη είναι η επίτευξη ευρύτερων κοινωνικών συμμαχιών. Θεωρούμε ότι η προτίμηση που επιδεικνύεται απέναντι της προκύπτει ως απόρροια των καταβολών του αναρχισμού, οι ρίζες του οποίου –όπως και των παραδοσιακών επαναστατικών ρευμάτων εν γένει– οφείλουν να αναζητηθούν στον αρχέγονο χριστιανισμό. Η εκφραζόμενη από πλευράς του αναρχισμού επιδίωξη μιας κοινωνίας δίχως θεσμούς συνάδει με τις διδαχές μιας ακοσμικής θρησκείας –όπως ήταν ο χριστιανισμός, προτού καταστεί επίσημη θρησκεία της αυτοκρατορίας– που, εφόσον εφαρμόζονταν, θα καθιστούσαν αδύνατη τη συνέχιση της ύπαρξης της κοινωνίας. Η σημερινή εμμονή στην ομοφωνία, για την οποία μιλήσαμε, θυμίζει το δικαίωμα στο βέτο, το οποίο διατηρούν τα κράτη-μέλη της Ε.Ε. Τα άτομα διατηρούν το δικαίωμα σε αυτό για να μην πληγεί το εγώ τους, όπως τα κράτη της Ε.Ε., μιας οντότητας που δεν ξέρει ακριβώς τι είναι, καταφεύγουν σε αυτό όταν αισθάνονται την εθνική τους κυριαρχία να απειλείται.
*
Η μοίρα που επιφυλάχθηκε στον αναρχισμό εν πολλοίς ταυτίζεται με εκείνην της οποίας έτυχαν εν μέσω της στειρότητας των σύγχρονων κοινωνιών και άλλα, όπως είδαμε, κατάλοιπα προγενέστερων κοινωνικοϊστορικών θεσμίσεων. Έτσι και το δικό του άμοιρο σαρκίο απετέλεσε το θύλακα εκκόλαψης του μεταμοντέρνου. Μετεβλήθη σε άλλη μια προβιά, με την οποία πασχίζεται μάταια να καλυφθεί μια απαράμιλλη ένδυα. Το ακοσμικό, «ακοινωνικό», «θρησκευτικό» στοιχείο του τον κατέστησε πρόσφορο προς σφετερισμό από ορισμένους εξ όσων, έχοντας προσβληθεί καίρια από το ναρκισσισμό, θα ήθελαν να μην υπάρχει κοινωνία. Αυτοί σήμερα δεν είναι λίγοι. Κάθε άλλο. Ας παραθέσουμε, εξαιρετικά επιγραμματικά, ορισμένες ανθρωπολογικές παραδοχές. Ισχυριζόμαστε ότι το ανθρώπινο ον ερχόμενο στον κόσμο είναι εγκλωβισμένο σε αυτό που θα αποκαλούσαμε πρωταρχική ψυχική στιβάδα, σε μια διαρκή ροή παραστάσεων, όντας ικανοποιημένο εντός αυτής. Η διαδικασία εκκοινωνισμού συνεπάγεται τη «βίαιη» διάρρηξη αυτού του πρωταρχικού ψυχικού πυρήνα. Μαζί με αυτόν τον εγκλεισμό χάνεται η ψευδαίσθηση αιωνιότητας που τον συνόδευε. Ως αποζημίωση στη ψυχή για αυτή τη δυσβάστακτη απώλεια οι θεσμοί της κοινωνίας παρέχουν μια αίσθηση μονιμότητας. Τι συμβαίνει όμως όταν οι θεσμοί καταρρέουν, φθείρονται, όπως σήμερα; Ισχυριζόμαστε πως τότε η libido, που δεν μπορεί πλέον να διοχετευθεί, να στραφεί, μετουσιωνόμενη, προς το εξωτερικό, επαναστρέφεται στο πρωταρχικό της αντικείμενο· εκδηλώνεται η τάση για επιστροφή στον εγκλεισμό, η τάση της ψυχής να καταστρέψει ότι την περιβάλει, την αρχή της πραγματικότητας. Κάθε τι που θέτει περιορισμούς λογίζεται ως εχθρικό. Η αντικοινωνικότητα γίνεται έκδηλη. Ο «α/α χώρος» –του οποίου η βεντέτα με την αστυνομία ως ενσάρκωση των περιορισμών θα πρέπει, νομίζουμε, να ιδωθεί υπό το πρίσμα όσων αναφέρθηκαν–, παραδομένος στη lifestyle υποκουλτούρα, συνιστώντας το χώρο υποδοχής μερίδας «δυσπροσαρμοστικών» νέων, είναι η χώρα του ποτέ, όπου τα χαμένα παιδιά καταφεύγουν, προκειμένου να επιτύχουν εκείνο που, όπως θελήσαμε να δείξουμε από την αρχή του παρόντος κειμένου, είναι, υπό μίαν έννοια, στις ημέρες μας όχι απλά εφικτό, αλλά, θα λέγαμε, επιβεβλημένο για τον καθένα. Να μη μεγαλώσουν ποτέ.
***

Το Δεκέμβρη, λοιπόν, σημειώθηκε μια αντίδραση ενός τμήματος της νεολαίας, κυρίως, απέναντι στην απουσία νοήματος. Όχι στην «απουσία προοπτικής στη νέα γενιά», στις «δυσοίωνες οικονομικές προβλέψεις», στον «αποκλεισμό από την παραγωγή και την κατανάλωση». Έχουμε εδώ, νομίζουμε, έναν «αποκλεισμό» σαφώς ουσιωδέστερο, βαθύτερο. Το ξέσπασμα είχε ως αιτία ακριβώς τη γιγάντωση της τάσης που περιορίζει τη συμμετοχή ασφυκτικά μονάχα στην παραγωγή και την κατανάλωση. Σε μια «συμμετοχή» για την οποία προαπαιτείται η μετατροπή του ανθρώπου σε γρανάζι· σε εμπόρευμα. Τη διαβρωτική επίδραση του καπιταλισμού η οποία έχει προξενήσει πλέον τέτοια διάλυση, όπου οι σημερινές κοινωνίες αποτυγχάνουν να διενεργήσουν την απαιτούμενη «μύηση» των νεότερων μελλών τους. Για πρώτη φορά έχουμε κοινωνίες δίχως κανένα ουσιαστικό «θέλγητρο» για τα άτομα· που αδυνατούν να καλύψουν τις στοιχειώδεις ψυχικές ανάγκες τους. Εξ ου και η αυξημένη «ευαισθησία» των νέων. Η «επαναστατικότητα» που τους αποδίδεται, «εξηγούμενη» ως ίδιον της ηλικίας τους, έχει στην πραγματικότητα ως αφετηρία της το γεγονός ότι από την αποδιάρθρωση πλήττονται αυτοί πρωτίστως.
*
Όσο για το πλέον ενθαρρυντικό στοιχείο εκείνων των ημερών το εντοπίζουμε στην κινητοποίηση ενός όχι αμελητέου αριθμού ανθρώπων, οι οποίοι δεν είχαν προηγούμενα ενεργή ενασχόληση με την πολιτική και που όμως εξέφρασαν τη διάθεση, τη θέληση να συμβάλουν στην έλευση ριζικών κοινωνικών αλλαγών. Η βούληση αυτή δεν μεταφράστηκε, δυστυχώς, στη δημιουργία νέων θεσμών. Η εν λόγω αδυναμία υπήρξε έκδηλη, εκμηδενίζοντας της ελπίδες η κινητοποίηση του Δεκέμβρη να μην οδηγηθεί σύντομα στον εκφυλισμό, την εκτόνωση, η οποία διαφαινόταν, αφού δεν κατέστη δυνατό η εξέγερση να προσλάβει νέα μορφή. Να σημειωθεί το κρίσιμο βήμα από την άρνηση στην εκδήλωση αποπειρών, έστω, άρθρωσης ενός θετικού προτάγματος, διαμέσου και της συγκρότησης ανάλογων απτών παραδειγμάτων. Τα όποια αντίστοιχα εγχειρήματα υπήρξαν σποραδικά, μειοψηφικά, μεμονωμένα, αν όχι παντελώς απόντα. Ανάμεσα στα αίτια της εν λόγω απογοητευτικής εικόνας θα πρέπει να συμπεριληφθεί και ο κάθε άλλο παρά εποικοδομητικός ρόλος των μιλιταντιστών, των στρατευμένων, των ήδη ενταγμένων στις ποικίλες ομαδοποιήσεις του «χώρου». Οι τελευταίοι περιόρισαν περεταίρω το χώρο τον αναγκαίο για να αναπτυχθεί η κινητικότητα. Η εκδήλωση μιας υπερκινητικότητας που αρμόζει σε ένα παγιδευμένο ζώο ήταν το αποτέλεσμα. Αυτή η επιθετικότητα, που εκφράστηκε εν είδει πατροπαράδοτου ακτιβισμού, ήταν προδιαγεγραμμένο, «μοιραίο», να μην οδηγήσει πουθενά. Πουθενά πέρα από την αυτοκαταστροφή.
*
Το ότι ο «χώρος» δεν διέθετε στοιχειώδη συναίσθηση των όσων συνέβαιναν, η σημασία τους του διέφευγε και έπραξε ανάλογα –έπραξε όπως πάντα, καθότι ο ψυχαναγκασμός δυσχεραίνει ανυπολόγιστα την εγκατάλειψη των πάγιων συνηθειών– υπήρξε πρόδηλο. Επαληθεύεται όταν ορισμένοι κινούμενοι σε αυτόν απευθύνονται σε εμάς, εκφράζοντας την απορία τους, διερωτώμενοι γιατί αυτή τη φορά «δεν κράζουμε». Λες και τα όσα συνέβησαν τη φορά αυτή ήταν τα ίδια με τις «επιδρομές» των συνωμοτών στα αστυνομικά τμήματα, επί παραδείγματι, που έχουμε στηλιτεύσει σε σχετικό κείμενο μας. Ήταν, βέβαια, ήδη γνωστό ότι η πραγματικότητα διαρκώς τους ξεπερνά. Ξάφνου μπορούσαν να δρέψουν τους καρπούς του αγώνα τους, να απελευθερώσουν την κοινωνία, όντας η πρωτοπορία του κινήματος. Η κοινωνία ήταν στο πλευρό τους. Υπάρχει στην ταινία «Διαλύοντας το Χάρρυ» του Γούντυ Άλλεν ένα σημείο, όπου ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης, διαπληκτιζόμενος με τη θρησκόληπτη αδελφή του, την οποία επισκέπτεται μετά από καιρό, αφού οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν διαρραγεί, απαντά στην εξαπολυόμενη εναντίον του από πλευράς της μομφή ότι παρουσιάζει ως παρανοϊκό το σύζυγό της, ορθόδοξο Εβραίο, δικαιολογούμενος: «δεν είναι παρανοϊκός· είναι το αντίθετο του παρανοϊκού. Πρόκειται για κάποιον που κυκλοφορεί με την παράλογη ιδέα ότι οι άλλοι των συμπαθούν».
*
Στις θλιβερές συνέπειες που προκύπτουν από το γεγονός ότι ο «α/α χώρος» υποφέρει, όπως όλα καταμαρτυρούν, από το ίδιο σύνδρομο, θα επανέλθουμε εν συνεχεία. Προηγούμενα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το καινούργιο στοιχείο στο Δεκέμβρη δεν το εισέφεραν οι «α/α». κάθε άλλο. Θα λέγαμε ότι, ίσως επειδή οι καινοτομίες, οι αλλαγές, τους «βγάζουν από τα νερά τους», κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να το απαλείψουν. Να γίνουν όλα όπως πριν. Να επιστρέψουμε σε αυτά που ξέρουμε, αποφεύγοντας τις προκλήσεις. Με έκπληξη ακούσαμε «α/α» συμμετέχοντα στην «ανοιχτή συνέλευση ΤΗΧΕΙ», σε κατ’ ιδίαν συζήτηση που έλαβε χώρα, αφότου η κατάληψη είχε αρχίσει πλέον να παρουσιάζει έκδηλα σημάδια εκφυλισμού, καθώς ο αριθμός των συμμετεχόντων στη συνέλευση –που αρχικά ανερχόταν στους 70 περίπου– είχε κατέλθει στους 20 μόλις, να εκστομίζει πως τώρα που μείνανε λίγοι θα γίνουν «καλά πράγματα». Επιτρέψατε μας, φίλτατοι αναγνώστες, να θεωρήσουμε πως ο εν λόγω άνθρωπος τη στιγμή εκείνη εξέφραζε τη σκέψη πολλών ακόμη συνοδοιπόρων του.
*
Και το «ξεσκαρτάρισμα» επετεύχθη. Διαμέσου μιας διαδικασίας εφάμιλλης εκείνης της «φυσικής επιλογής» που περιελάμβανε πλήθος δοκιμασιών, μονάχα οι άξιοι επαναστάτες παρέμειναν. Αυτοί ήσαν όσοι υπέφεραν μεταξύ άλλων τα κάτωθι: Ατέρμονες άνευ αντικειμένου συζητήσεις με κάθε προτροπή σχετιζόμενη με τη θέσπιση μιας διαδικασίας που θα τις διέπει, προκειμένου να αποφεύγεται αυτή η εικόνα, όπως, φερειπέιν, εκκλήσεις για τοποθέτηση ενός συντονιστή, άλλου κάθε φορά, υπόλογου στη συνέλευση και ανά πάσα στιγμή ανακλητού από αυτήν, να αντιμετωπίζεται με τις γνωστές ιδεοληψίες, κραυγές του τύπου «εδώ δεν θα έχουμε μπάτσους» κλπ. Στις ίδιες συζητήσεις τους επαγγελματίες επαναστάτες να φωνασκούν, σε σημείο που κανείς να μην ακούει κανένα, να γελούν σε περιστάσεις όπου άλλοι από αυτούς τύχαινε να πάρουν το λόγο, να διακόπτουν αναφωνώντας «αυτό εννοείται πως δεν το κάνουμε» όταν οι προτάσεις δεν ήταν της αρεσκείας τους. Κι εμείς που νομίζαμε ότι σε μια τέτοια διαδικασία, όπου στόχος είναι η προσέλκυση όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων, κανείς οφείλει να ακούει όλους και να είναι διατεθειμένος να συζητήσει τα πάντα…
*
Ως συνέπεια αυτής της κατάστασης, που περιγράψαμε εδώ σε εξαιρετικά αδρές γραμμές με ένα απάνθισμα μόνο παραδειγμάτων, όσοι απετέλεσαν το πλέον ελπιδοφόρο στοιχείο των ημερών εκείνων, ο κόσμος που για πρώτη φορά κινητοποιήθηκε, σταδιακά άρχισαν, αποκαρδιωμένοι, να αποστασιοποιούνται, εκδηλώνοντας τη δυσαρέσκεια τους μόνο κατ’ ιδίαν, καθόσον δεν αισθάνονταν, κατόπιν όσων είχαν προηγηθεί, ότι θα εισακούγονταν. Ασφαλώς δεν σκοπεύουμε εδώ να τους απαλλάξουμε από το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί και αφορά στο ότι, ενώ αποτελούσαν την πλειοψηφία, δεν υπήρξαν αρκετά μαχητικοί, παραμένοντας αντιθέτως σιωπηλοί, παρά τη διαφωνία τους. Θα ήταν, όμως, περισσότερο ακόμη άδικο να μη λάβουμε υπόψη την απουσία σχετικής προηγούμενης πείρας. Την εύλογη απροθυμία τους να εμπλακούν σε μια στείρα αντιπαράθεση σε υψηλούς τόνους. Το ότι δίστασαν απέναντι στο ισχυρό ενδεχόμενο να γίνουν στόχος αγελαίων επιθέσεων ή αντικείμενο χλευασμού εάν οι απόψεις τους δεν θεωρούνταν αρκούντως «επαναστατικές».
*
Αναφερθήκαμε μόλις πριν στις κραυγές περί «αυτονόητων» που εξαπολύονταν τακτικά. Εκείνο που εμείς θεωρούμε αυτονόητο είναι ότι σε μια διαδικασία, όπου διακηρύττεται ότι αποσκοπεί στο να συσπειρώσει κόσμο, να αποτελέσει σημείο συντονισμού και παράλληλα παράδειγμα, όσοι την πλαισιώνουν οφείλουν όχι να αποθαρρύνονται, αλλά αντίθετα να ενθαρρύνονται στην έκφραση της γνώμης τους, να νιώθουν προστατευμένοι ως ισότιμα μέλη μιας συλλογικότητας. Είναι απαραίτητη η εμπέδωση της αίσθησης ότι κάθε γνώμη μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα και ότι λαμβάνεται υπόψη με τη δέουσα σοβαρότητα. Στην περίπτωση μας επεκράτησαν οι πιο «ψημένοι». Το ότι κατόρθωσαν να καταστούν επιβεβλημένη αυθεντία, να δοθεί η εντύπωση ότι «αυτοί ξέρουν», δεν είναι «χθεσινοί» –και επομένως πώς θα μπορούσαν όσοι είναι σημερινοί να αντιπαρατεθούν μαζί τους;– γίνεται κωμικοτραγικό, όταν αναλογιστεί κανείς ότι η αυθεντία, για την οποία εδώ πρόκειται, δεν είναι άλλη από την αυθεντία της επαναστατικής γυμναστικής. Όσων φώναζαν «εδώ γίνεται έξω ο χαμός και εμείς θα καθόμαστε και θα μιλάμε;». ρητορικό το ερώτημα τους, προφανώς…
*
Κατόπιν όσων ειπώθηκαν και όσων έγιναν –ή δεν ειπώθηκαν και δεν έγιναν– κατά τη διάρκεια εκείνου που απετέλεσε ένα ξέσπασμα ενός μειοψηφικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο η «σιωπηρή πλειοψηφία» έμεινε να παρακολουθεί αποσβολωμένη, αμήχανη, σαστισμένη, η «ομαλότητα» έχει αποκατασταθεί. Το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία συμπεριφέρεται σαν τίποτα να μη συνέβη ποτέ δεν αναιρεί τις επιπτώσεις των δονήσεων, οι οποίες θα εκδηλώνονται προοδευτικά. Το μόνο που εγγυάται είναι ότι θα εξακολουθεί να εκπλήσσεται ενώπιον τους, αδυνατώντας να εντοπίσει τα αίτια τους. Παρά την ήττα της η εξέγερση του Δεκέμβρη ασφαλώς δεν θα είναι –πως θα μπορούσε άλλωστε;– δίχως επιπτώσεις. Αλλά, λαμβανομένων υπόψη των κρατουσών συνθηκών, είναι αυξημένες οι πιθανότητες να είναι αυτές δυσμενείς. Ανάμεσα στις διαφαινόμενες προοπτικές συγκαταλέγεται και εκείνη της επίτασης, της επίσπευσης της κατάρρευσης.
*
Ασφαλώς εφόσον όσοι στελεχώνουν τα διευθυντικά κλιμάκια του καθεστώτος διέθεταν στοιχειώδεις ικανότητες, μια κάποια φρόνηση, ούτως ώστε να αφουγκραστούν τα μηνύματα που εκπέμφθηκαν, θα καθίστατο ενδεχομένως εφικτός ένας μετριασμός των κραδασμών. Αλλά εξ αρχής κατέστη σαφές εκείνο που ήταν ούτως ή άλλως ήδη γνωστό. Η ανθρωπολογική κρίση που χειμάζει την καπιταλιστική κοινωνία εκδηλώνεται με αμείωτη σφοδρότητα σε όλες ανεξαιρέτως τις βαθμίδες της πυραμίδας. Έτσι η φυσική τάξη των πραγμάτων αποκαθίσταται, καθότι κανείς περιμένει οι ένοικοι ενός τέτοιου οικοδομήματος να είναι μούμιες. Αυτές οι τελευταίες αρέσκονται στην ξηρασία της ερήμου. Ούτε λόγος για εγκλιματισμό σε νέες συνθήκες. Έτσι η ιλαρότητα, η ελαφρότητα, με την οποία οι «πολιτικοί ταγοί» από την πρώτη στιγμή αντιμετώπισαν την εξέγερση, η απροθυμία τους να προβούν σε υπαναχωρήσεις, απλά απηχούσε το ποιόν μιας κοινωνίας εξίσου ανίκανης να ανταποκριθεί σε νέα ερεθίσματα, η οποία –τι οξύμωρο!–, παρότι –ή ίσως ακριβώς επειδή– εκθειάζει την «προσαρμοστικότητα», ανάγοντας τη σε πανάκεια, μοιάζει να έχει απολέσει την ικανότητα να προσαρμόζεται. Ο μόνος «μετασχηματισμός», στον οποίο δείχνει να είναι δεκτική, δεν είναι άλλος από την περεταίρω αποσύνθεση.
*
Το κεντρικό αίτημα που εκφράζουν οι «αναλυτές», διαμαρτυρόμενοι για την «απουσία ενός κεντρικού αιτήματος» από πλευράς των εξεγερθέντων, ουσιαστικά αντιστοιχεί στην αξίωση να προσαρμοσθεί η κοινωνική κίνηση στην αφαίρεση της στατιστικής, των δημοσκοπήσεων, στην οποία ο δικός τους εθισμός, είναι πασίδηλο, είναι απόλυτος. Καμία ερώτηση δεν είναι πιθανή, δίχως προκαθορισμένες πιθανές απαντήσεις. «Multiple choice». Οι «πολλαπλές επιλογές» μας αφήνουν δίχως άλλη επιλογή. Οι «μετρήσεις κοινής γνώμης» σήμαναν την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης. Εκτόξευση. Όσα δυσοίωνα πραγματεύεται ο Stanley Kubrick στην ταινία του «2001: A space odyssey» κατά ορισμένους υπήρξαν προφητικά. Στην ταινία η τεχνολογία εξελίσσεται τόσο, ώστε ένας υπολογιστής μπορεί να επιβληθεί στον άνθρωπο. Η διαφορά με την πραγματικότητα, όπου η αυτονόμηση της τεχνοεπιστήμης είναι δεδομένη ως όψη του φαντασιακού της «ορθολογικής κυριαρχίας» επάνω στον άνθρωπο και τη φύση, είναι πως έχουμε εδώ την ανθρώπινη σκέψη που φαίνεται να περιορίζεται, να φτωχαίνει, προκειμένου να εναρμονιστεί με την «ορθολογικότητα». Ο άνθρωπος υποτάσσεται στον υπολογιστή, γινόμενος υπολογιστής ο ίδιος. Το κοινωνικό-ιστορικό παραδίδεται στη σφαίρα επιρροής των «πιθανοτήτων», όπου το καινούριο λογίζεται ως απίθανο. Η «διαφορά» προκρίνεται έναντι της ετερότητας. Ο κάθε αστροναύτης μόνος πλέει στο αχανές, ερεβώδες διάστημα, επιζητώντας τη συνέχιση του μόνο υπό τη μορφή της κλωνοποίησης.
*
Η δημιουργική σύνθεση αποκλείεται εκ προοιμίου ως ενδεχόμενη έκβαση, μιας και θα προϋπέθετε τη διάθεση προς υπαναχώρηση υπό την πίεση της σύγκρουσης. Αυτή με τη σειρά της φέρει ως προαπαιτούμενο τη στοιχειώδη κατανόηση. Αυτός ο πλανήτης δεν λέει να παρεκκλίνει χιλιοστό από την τροχιά του. Πρόκειται ίσως για μαύρη τρύπα. Είναι οι νέοι που καλούνται να προσαρμοστούν· να «αφομοιωθούν», όπως μόνο μια μηχανή του κιμά μπορεί να τους αφομοιώσει, συνθλίβοντας τους. Για να βρεις τη θέση σου στο θρυμματισμένο κόσμο, οφείλεις να κοπείς σε χίλια κομμάτια. Ο Δεκέμβρης υπήρξε ένας μετεωρίτης που, προσκρούοντας στη στρατόσφαιρα, ανεφλέγη, διαλυόμενος σε αναρίθμητα θραύσματα. Τα χιλιάδες πεφταστέρια, τα μικρά υπολείμματα που θα μπορούσαν κάποτε να αποτελέσουν ένα αστρικό σώμα, καθώς εισέρχονται στη βαριά γήινη ατμόσφαιρα, εκρήγνυνται, προκαλώντας στιγμιαίες εκλάμψεις. Οι ευχές δεν πιάνουν. Όσα δεν εξαϋλωθούν θα υποκύψουν στο νόμο της βαρύτητας.
*
Ο Δεκέμβριος δεν κατόρθωσε να αφήσει απτή παρακαταθήκη. Η «συνειδητοποίηση», για την οποία ορισμένοι κάνουν λόγο, δίχως θεσμούς για να επενδυθεί, μπορεί το πολύ-πολύ να οδηγήσει σε μια αδιέξοδη ατομική ηθική. Και το φάσμα του προσωπικού αδιεξόδου είναι εκείνο που διαγράφεται απειλητικό. Μια εκ των οδών που καταλήγουν εκεί, διέρχονται από τη στράτευση στις διάφορες ομαδοποιήσεις, οι οποίες είθισται σε ανάλογες συγκυρίες να βλέπουν να πυκνώνουν πρόσκαιρα οι τάξεις τους. Η αφελής ευφορία που τους καταλαμβάνει διογκώνει περεταίρω την απερισκεψία που μεταφράζεται στην παιδαριώδη από μέρους τους πρόκριση των «δυναμικών ενεργειών». Διακατεχόμενοι από τη λογική της πρωτοπορίας, επιδιώκουν να «συνεχίσουν» μόνοι τους. Είναι το «αντίθετο του παρανοϊκού» που λέγαμε προηγούμενα. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι με τις «καταδρομικές» ενέργειες τους, όπως τις χαρακτηρίζουν όσοι εκφέρουν λόγο δημόσια –και οι οποίοι αν κάνουν την τρίχα τριχιά είναι επειδή προσδοκούν, προφανώς, να βρεθεί κάποιος για να κάνει αυτό που οι ίδιοι δειλιάζουν, να τους περάσει τη θηλιά στο λαιμό, ούτως ώστε να τεθεί ένα τέλος σε μια ζωή πνιγμένη στην ασημαντότητα–, είναι επικίνδυνοι κυρίως για τον εαυτό τους. Καλώντας επί της ουσίας να διαλέξουμε πλευρά ανάμεσα σε εκείνους και «το κράτος/το κεφάλαιο» κλπ, αποδεικνύουν ότι διαφέρουν από το «αντίπαλο δέος» τους κυρίως ως προς την αυξημένη αυταρχικότητα και το συνωμοτισμό. Ταυτίζονται δε όσον αφορά στη λογική της ανάθεσης, της αντιπροσώπευσης, της διαμεσολάβησης.
*
Με ή χωρίς την ενδεχόμενη κλιμάκωση της βίας που εγγυάται τον αφανισμό τους, δεδομένης της υπεροπλίας και της κοινωνικής αποδοχής των κατασταλτικών μηχανισμών, η αυτοκαταστροφή των μιλιταντιστών μπορεί να προκύψει ποικιλοτρόπως, όπως προδίδει μια ματιά στην ιστορία. Αρκεί ακόμη και η παρακολούθηση μερικών ταινιών, αναφερόμενων στα επακόλουθα του Μάη του ’68 φερειπείν. «Η μαμά και η πουτάνα», «πεθαίνοντας στα 30», «Οι συνήθεις εραστές». Η ωραιοποίηση του περιθωρίου δεν είναι καινούριο πράγμα. Τελευταίως δε κανείς μπορούσε να αρρωστήσει, βλέποντας τους «πρωταγωνιστές» του Σ. Θεοδωράκη, τους αφιερωμένους στους «αγίους της πλατείας Εξαρχείων»: Γώγου, Άσιμος, Σιδηρόπουλος. Αλλά ενίοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος το ιλουστρασιόν περιτύλιγμα να σκιστεί και η υγρασία του αδιεξόδου να εισχωρήσει. Ρευματώδεις πόνοι στις αρθρώσεις.
*
Η ροπή προς τον αυτοαποκλεισμό για όσους κινούνται στους χώρους της αμφισβήτησης υπήρξε πάντοτε έκδηλη σε περιόδους ήττας, οπότε και οι χώροι αυτοί καθίστανται γκέττο. Και είναι επόμενο ο ενστερνισμός τη πεποίθησης ότι είσαι «μόνος εναντίον όλων» να αποβαίνει εξαιρετικά ψυχοφθόρος. Η περιχαράκωση, ο ηθελημένος εγκλεισμός εντός «νησίδων αντίστασης», που ακολουθεί την απόφανση πως ό,τι μας περιστοιχίζει είναι εχθρικό, οδηγεί «μοιραία» στην αίσθηση ότι ασφυκτιείς. Στην ατμόσφαιρα διαχέεται η ερμητικότητα των κειμένων των τσαρλατάνων του «κριτικού» μεταμοντερνισμού· η συλλήβδην απόρριψη της δυτικής παράδοσης ως ολοκληρωτικής, πατριαρχικής, εξουσιαστικής. Κρίση ταυτότητας. Η αμφισβήτηση –ή, πιο σωστά, οι επίγονοί της–, καρπός της Δύσης, μαθαίνει να απεχθάνεται τον εαυτό της. Οι αντιεξουσιαστές βρίσκονται στην ίδια θέση με τους νεοέλληνες. Τους Βαλκάνιους που μισούν τον εαυτό τους για αυτό που είναι, θέλοντας να είναι απευθείας απόγονοι του Πλάτωνος. Η φετιχιστική λατρεία της παρανομίας υποδηλώνει επίσης την απαξίωση της απελευθερωτικής παράδοσης της Δύσης, απότοκο της οποίας, των κοινωνικών συγκρούσεων, υπήρξαν οι ελευθερίες· οι ατομικές ελευθερίες, η ελευθερία της έκφρασης. Αντιμετωπίζονται αυτές ως ανάξιες λόγου, η δια νόμου κατοχύρωση τους ως «απάτη», ανούσια παραχώρηση. Όσοι αγωνίστηκαν να της κατακτήσουν διαγράφονται μεμιάς. Το καθεστώς της φιλελεύθερης ολιγαρχίας βαφτίζεται δικτατορικό ή κρίνεται και εφάμιλλο ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Ό,τι μας περιτριγυρίζει είναι απόλυτα κακό. Τα πάντα πρέπει να καταστραφούν εκ θεμελίων.
*
Η ρήση του Μπακούνιν σύμφωνα με την οποία «το πάθος για καταστροφή μπορεί να είναι δημιουργικό πάθος», θα μπορούσε από εμάς να γίνει αποδεκτή ως εξής: Η θεσμίζουσα κοινωνία, βρισκόμενη σε σύγκρουση με τη θεσμισμένη κοινωνία, προχωρά στην καταστροφή του θεσμισμένου, διαμέσου της ταυτόχρονης δημιουργίας νέων θεσμών. Που δεν γίνονται με το τίποτα (cum nihilo) ή μέσα στο τίποτα (in nihilo), αλλά προκύπτουν εκ του μηδενός (ex nihilo), υπό την έννοια ότι δεν συνάγονται εξ όσων συνετέθησαν. Δεν αποτελούν απλό άθροισμα αυτών, αλλά συνιστούν δημιουργίες ολοκληρωτικά νέες. Αντ’ αυτού όσοι φυλακίζονται μόνοι τους –εδράζεται, παρεμπιπτόντως, ίσως εδώ η συνθήκη ταύτισης που υποκινεί τον «α/α χώρο» να εκφράζει μετ’ επιτάσεως την αλληλεγγύη του στου φυλακισμένους– εμμένουν στο σκέλος της καταστροφής. Και επειδή το zeitgeist ή το matrix είναι πανίσχυρα ο αυτοεγκλωβισμός οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Ως «εκδίκηση» οι «λυσσασμένοι» επιδίδονται στην καταστροφή όσων ανήκουν σ’ αυτόν τον κόσμο, ξεκινώντας –τι πιο πρακτικό– από του εαυτούς τους. Όσοι χάνονται στο περιθώριο είναι σαν τα δελφίνια ή της φάλαινες. Ενίοτε τα θαλάσσια θηλαστικά, για άγνωστη σε όλους αιτία, αυτοκτονούν, εξοκέλλοντας στην ακτή. Απ’ όλες τις «σανίδες σωτηρίας», για τις οποίες μιλήσαμε νωρίτερα στο παρόν κείμενο, αυτή εδώ, συνοδευόμενη από το δυσβάστακτο αίσθημα του πνιγμένου, σε εγκαταλείπει τάχιστα, εάν δεν την εγκαταλείψεις πρώτος.
*
Χάρτινα καράβια. Αν αυτοί οι λουόμενοι υψώνουν τείχη –ξύλινα τείχη; στη θάλασσα; δεν έχει σημασία;– εντός των οποίων περιχαρακώνονται, εξαπολύουν λυσσαλέα επίθεση, έναντι όποιου ασκεί κριτική, είναι επειδή πασχίζουν να υπεραμυνθούν βεβαιοτήτων· μιας πίστης βασισμένης σε σαθρά θεμέλια. Η οξύτητα της αντίδρασης είναι δηλωτική της ενυπάρχουσας, υφέρπουσας ανασφάλειας. Το εν λόγω οικοδόμημα λοιπόν αποτελεί το μόνο στέκι, όπου είναι ανοιχτό για όλες οι συνομοταξίες του «χώρου». Σε κάθε περίπτωση η παρεχόμενη φιλοξενία μέλλει να αποδειχθεί βραχεία, όπως σε όλα τα youth hostels. Έτοιμο να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή, είναι ένας πύργος από τραπουλόχαρτα. Αρκεί ένα από αυτά να μετατοπισθεί ελαφρώς και το οίκημα αυτοστιγμεί θα σωριαστεί, καταπλακώνοντας εκείνους ανάμεσα στους ενοίκους που δεν το εγκατέλειψαν εγκαίρως. Μια τρικυμία, ακόμη και αν ξεσπά σε ένα φλιτζάνι του τσαγιού, δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Μπορεί τα συγκεκριμένα συντρίμμια να μη φαντάζουν και τόσο φονικά, αλλά είναι δυνατό υπό το βάρος του υπαρξιακού κενού κανείς να μείνει συντετριμμένος εφ όρου ζωής, υποφέροντας από τα προξενηθέντα τραύματα του. Ένα τραυματικό περιστατικό είναι άλλωστε πραγματικό ως περιστατικό και φαντασιακό ως τραύμα.
*
Όταν, βέβαια, η φυσαλίδα, ερχόμενη σε επαφή με την πραγματικότητα, προσκρούοντας σε κάποια αιχμή της, σπάει, μεγαλύτερο είναι το πλήθος όσων αισθάνονται πλέον έτοιμοι, πρόθυμοι να εξερευνήσουν τον έξω κόσμο. Πρόκειται για όσους, εν αντιθέσει με τους ανήκοντες στην προηγούμενη κατηγορία, εξεδήλωσαν μια εμπλοκή καταφανώς επιφανειακή. Η θητεία τους στη νεολαιίστική υποκουλτούρα είναι σαν το πέρασμα από τους προσκόπους. Πηγαίνει κανείς κατασκήνωση –στα «εναλλακτικά» νησιά– διδάσκεται να δένει κόμπους… Και ύστερα κάθε δεσμός με το εν λόγω παρελθόν κόβεται – η αναπόληση του δεν φέρνει κόμπο στο λαιμό. Τα δεντρόσπιτα-καταλήψεις είναι προσβάσιμα μόνο σε παιδιά. Η μοίρα που επιφυλάσσεται στους εξεγερθέντες του Δεκεμβρίου ενδέχεται να είναι ανάλογη, καθώς ζητείται από αυτούς, προκειμένου να ενσωματωθούν, να αποκηρύξουν τα προτερήματα εκείνα που θα τους καθιστούσαν ικανούς να λύσουν το Γόρδιο δεσμό. Την εφευρετικότητα, τη φαντασία. Είναι αυτός ο δεσμός που κρατάει την κοινωνία ακινητοποιημένη. Οι πατέρες φέρνουν στο νου το θεό-τιμωρό της παλαιάς διαθήκης. Απαιτεί από τα δημιουργήματα του να είναι κατ’ εικόναν και καθ΄ ομοίωσιν του. Η όποια παρέκκλιση φέρει ως επίπτωση τη βύθιση των παραβατών στο αίμα. Όσοι αμφισβήτησαν την υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση, καλούνται να δηλώσουν την υποταγή τους· να προσαρμοσθούν σε ένα status quo, το οποίο αρνείται πεισματικά να αλλάξει για να τους συμπεριλάβει, δίχως να τους συνθλίψει, να τους κατακρεουργήσει. Αυτή η πληγή, είναι προδιαγεγραμμένο, θα παραμείνει χαίνουσα· ή θα κακοφορμίσει. Παρότι το τραύμα, το είπαμε ήδη, είναι φαντασιακό, όπως με όλους τους ακρωτηριασμούς συμβαίνει, έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, η πιθανή, φαινομενική, επούλωση όσων υπήρξαν συνέπειες μιας βίαιης εκρίζωσης, είναι δυνατό να επέλθει διαμέσου της δημιουργίας ενός νέου ιστού. Ιστού ουλώδους και, γι’ αυτό, διακρινόμενου από τη γνώριμη δυσκαμψία, ανελαστικότητα· τη μειωμένη ευαισθησία στο άγγιγμα.
*
Προσβλέποντας στη σωτηρία του διαμέσου της καθυπόταξης των ανθρώπων, το καθεστώς παραβλέπει, παραγνωρίζει τον κίνδυνο που ελλοχεύει. Αγνοεί ότι αυτοϋπονομεύεται, παράγοντας ανθρώπους που έχουν, προκειμένου να ενσωματωθούν, απονεκρωθεί, ενδώσει, παραδοθεί στον κυνισμό. Καθώς η «αφομοίωση» επιτυγχάνεται, παραπέμποντας στη χώνευση, το αποτρόπαιο πρόσωπο της «ορθολογικότητας» του καπιταλισμού κάνει την εμφάνιση του για μια φορά ακόμη. Είναι αυτή η ορθολογικότητα που ωθεί στην περιστολή της δημιουργικότητας των ανθρώπων, δίχως να λαμβάνεται υπόψιν πως η συνακόλουθη ατόνηση του δημιουργικού πάθους υποσκάπτει τα θεμέλια του καπιταλισμού –αλλά και της ίδιας της κοινωνίας κατ’ επέκτασιν–, ο οποίος αν έως τώρα επεβίωσε το οφείλει στην αντίσταση των ανθρώπων απέναντι στην τάση που επιδιώκει να τους αφαιρέσει κάθε πρωτοβουλία. Είναι η χίμαιρα του καθολικού ελέγχου που, όπως έχουμε σημειώσει επανειλημμένως, απορρέει σε καταστάσεις παντελώς ανεξέλεγκτες. Δεδομένης λοιπόν της αδυναμίας δημιουργίας νέων θεσμών, που ήδη εντοπίσαμε ως χαρακτηριστικό γνώρισμα των γεγονότων του Δεκεμβρίου, μιας έκρηξης κατά την εκδήλωση της οποίας κανείς θα ανέμενε την εκδίπλωση της δημιουργικής δραστηριότητας των συμμετεχόντων, ανακύπτει εύλογα το ερώτημα που αφορά στο κατά πόσο η τρώση που έχει υποστεί το ριζικό φαντασιακό, η δημιουργική δύναμη των ανθρώπων, είναι μη αναστρέψιμη, εάν η παρακμή είναι αμετάκλητη.

***
Η απάντηση μας στο προηγούμενο ερώτημα δίδεται, νομίζουμε, από το γεγονός ότι το θέτουμε. Δεν θα εξακολουθούσαμε να γράφουμε, εφόσον δεν κρίναμε πως μπορούμε να αποφύγουμε την παράδοση στη βαρβαρότητα. Αν εφιστούμε την προσοχή στην απειλή που εντοπίζουμε ότι υφίσταται για τη δημιουργική δύναμη των κοινωνιών, για το ριζικό φαντασιακό, το συλλογικό φαντασιακό, είναι επειδή διαπιστώνουμε το πλήγμα που έχει καταφερθεί έναντι της συλλογικότητας. Και η δημιουργία δεν μπορεί να εκδηλώνεται δίχως τη συλλογικότητα· την επικοινωνία, τη συναναστροφή, την τριβή ανάμεσα στους ανθρώπους. Η δημιουργία είναι συλλογική υπόθεση. Επομένως, από τη στιγμή όπου, όπως επιχειρήσαμε έως τώρα να δείξουμε, οι άνθρωποι μοιάζουν στις σημερινές δυτικές κοινωνίες να απέχουν ο ένας από τον άλλον όσο ποτέ άλλοτε, όπου ο καλπάζων ατομικισμός προσδίδει στην κοινωνία την εικόνα μιας ερήμου γεμάτης μοναχικούς cowboys με το άλογο τους, όπου οι συνέπειες του κατακερματισμού της κοινωνίας, της πολυδιάσπασής της σε ένα πλήθος από υποομάδες, ξεπερνούν κατά πολύ αυτές του τεταρτισμού, πρώτιστο μέλημα μας δεν μπορεί να είναι άλλο από την αντιμετώπιση αυτής της οικτρής κατάστασης.
*
Δεν πρόκειται να δρέψουμε καρπούς αν δεν καλλιεργήσουμε αυτά τα αυτοφυή δέντρα που αφέθηκαν να ρημάξουν, όπως τα οπωροφόρα σε κάποια παλιά αυλή, εγκαταλελειμμένη πια από τους γείτονες. Και η εργασία οφείλει, ασφαλώς, να είναι συνεχής και εντατική. Η συλλογική αντιμετώπιση, το ξανάσμιγμα των ανθρώπων, οφείλει να επιδιωχθεί όπου οι άνθρωποι συνευρίσκονται –ή θα έπρεπε να συνευρίσκονται– στην καθημερινή ζωή. Στους χώρους εργασίας, σε αυτούς της εκπαίδευσης, στις γειτονιές. Όπου ο καθένας έρχεται αντιμέτωπος και πασχίζει να ανταπεξέλθει μόνος του απέναντι σε όσα συνιστούν για όλους κοινή συνθήκη και θα μπορούσαν να αντιμετωπιστούν από κοινού μονάχα. Και βέβαια ορισμένοι θα αντιτάξουν ότι τέτοιου είδους εγχειρήματα, όπως αυτά που φαίνεται εδώ να προτείνουμε, ήδη υφίστανται. Επιτρέψατε μας να διαφωνήσουμε. Είναι εις γνώσιν μας η ύπαρξη κινήσεων γειτονιάς, κατειλημμένων χώρων κλπ, που όμως στην πλειονότητα των περιπτώσεων, αν και «ανοιχτά σε όλους», «ενάντια σε κάθε είδους διακρίσεις», απαιτούν, όπως κάθε εκκλησία, από τους εισερχόμενους, προτού διαβούν το κατώφλι να αποκαλυφθούν, να βγάλουν τα υποδήματα, να γνωρίζουν το σύμβολο της πίστεως. Πρόκειται για τις περιπτώσεις εκείνες, όπου, διαμέσου του πληθωρισμού των αναφορών στα «ζητήματα της καθημερινότητας», πασχίζεται να συγκαλυφθεί ότι όσοι τα επικαλούνται ποσώς κόπτονται γι’ αυτά, λαμβάνοντας τα μόνο ως πρόσχημα. Η αυταξία της καθημερινής ζωής κάθε άλλο παρά αναγνωρίζεται. Έχουμε εδώ να κάνουμε με τη συνήθη «υστεροβουλία». Το κοινωνικό γίγνεσθαι καθυποτάσσεται. Κάθε τι που λαμβάνει χώρα λογίζεται περίπου ως ένα «στάδιο». Τα πάντα ερμηνεύονται ως μια ακόμη σκηνή στο δράμα της εκτύλιξης του «σχεδίου». Όλα γίνονται «για να…». Για να έρθει η αναρχία, ο κομμουνισμός ή ότι άλλο. Καθώς όλη η ιστορία, γινόμενη «Ιστορία», θεωρείται υπό το πρίσμα της τελεολογίας, λογίζεται ως προετοιμασία της «Επανάστασης», η καθημερινότητα αντιμετωπίζεται ως αμελητέο μέγεθος. Το ίδιο και οι άνθρωποι. Το παρόν μπορεί κάλλιστα να θυσιαστεί, εμπρός στην έλευση της βασιλείας των ουρανών, όπως ισχύει για κάθε θρησκεία.
*
Ασφαλώς και όσα προηγήθησαν δεν θα πρέπει να εκληφθούν ως προτροπή απέκδυσης της πολιτικής ταυτότητας. Κάθε άλλο παρά παροτρύνουμε στην αποκήρυξη των πολιτικών θέσεων. Προκρίνουμε απλά, και εδώ εντοπίζεται η λεπτή διάκριση, την επιστράτευσης της πειθούς, απορρίπτοντας κάθε «υστερόβουλη» προσέγγιση. Απορρίπτουμε τις μεθοδεύσεις, τις απόπειρες χειραγώγησης, τη «συνωμοτική» λογική. Κάθε απόπειρα να προωθηθούν επιδιώξεις με πλάγιο τρόπο. Ας εγκαταλείψει η «πρωτοπορία», επιτέλους, το άγχος της «καθοδήγησης στον ίσιο δρόμο». Οι θέσεις όσων είναι πολιτικά «στρατευμένοι» θα πρέπει να εκφράζονται απερίφραστα, ανοιχτά, ευθέως. Και, το σημαντικότερο όλων, η γνώμη τους είναι αναγκαίο να αντιμετωπίζεται ως αυτό ακριβώς. Μια γνώμη που οφείλει να ληφθεί υπόψιν εξίσου σοβαρά με αυτή του κάθε συμμετέχοντα. Αυτό εφόσον υπάρχει όντως η βούληση να αποφευχθεί η επικράτηση της επιβεβλημένης αυθεντίας. Να εμπεδωθεί η αντίληψη ότι η πολιτική είναι το πεδίο της γνώμης, όπου οι γνώμες όλων βαραίνουν εξίσου. Εξυπακούεται, επομένως, πως θα πρέπει να είμαστε διατεθειμένοι να συνταχθούμε με την πλειοψηφία, ακόμη και αν αυτή δεν συμμερίζεται τις θέσεις μας· ακόμη και αν δεν κατορθώσαμε να πείσουμε για την ορθότητα τους. Και προϋποτίθεται ότι οι αναγκαίες διαδικασίες –διαδικασίες γι’ αυτό κάθε άλλο παρά «διαδικαστικές», τουναντίον βαθιά πολιτικές– θα έχουν θεσπιστεί, προκειμένου να εξασφαλίζεται σε εμάς και τον καθένα η δυνατότητα να πείσουμε. Οι κανόνες που θα υπηρετούν το διάλογο, αποτελώντας δικλείδες, οι οποίες θα διασφαλίζουν την ισοτιμία όλων, την ισηγορία, τη δημοκρατικότητα· που θα παρέχουν προστασία, ενθαρρύνοντας όλους, και κυρίως όσους στερούνται εμπειρίας, να εκφρασθούν ελεύθερα, με παρρησία. Καθίσταται εξ αυτών πρόδηλο, νομίζουμε, το ότι δεν επιζητούμε την «αποπολιτικοποίηση» των «κινήσεων γειτονιάς» ή όποιου άλλου εγχειρήματος φιλοδοξεί –ή ισχυρίζεται πως επιδιώκει– να επιτύχει τη συσπείρωση ανθρώπων πέρα από στεγανά. Υπερασπιζόμαστε την πολιτικοποίηση τους.
*
Αν οι προσπάθειες που εμείς έχουμε κατά το παρελθόν καταβάλει προς αυτήν την κατεύθυνση –και που εξακολουθούμε να καταβάλουμε, ενισχυμένοι από την όποια εν τω μεταξύ αποκτηθείσα πείρα– στέφθηκαν από περιορισμένη επιτυχία, δεν απέφεραν τα ποθούμενα αποτελέσματα, αυτό θα πρέπει, ασφαλώς, ως ένα βαθμό να αποδοθεί στις προφανείς αντιξοότητες, στα αλλεπάλληλα προσκόμματα που ανακύπτουν, τα σύμφυτα με τη σύγχρονη κατάσταση. Είναι αυτή στης οποίας το ζόφο επιχειρήσαμε να ρίξουμε φως, αφιερώνοντας σημαντικό μέρος του παρόντος κειμένου στην ανάλυση της. Αλλά τα αίτια της αδυναμίας να δρέψουμε καρπούς, της μη ευδοκίμησης προγενέστερων αποπειρών, οφείλουμε αναμφίβολα να τα αναζητήσουμε και αλλού, πέρα από τις εκ των προτέρων γνωστές δυσχέρειες, τις οποίες άλλωστε δεν εκλαμβάνουμε ως ανυπέρβλητες, ειδάλλως θα είχαμε καταθέσει τα όπλα προ πολλού. Βρίσκουμε, λοιπόν, ότι είναι αυτή η «πολιτική κουλτούρα», την οποία με δριμύτητα καταγγέλλουμε, οι πεπαλαιωμένες αδιέξοδες αντιλήψεις, την υιοθέτηση των οποίων στηλιτεύουμε, που εν πολλοίς απετέλεσαν και για εμάς τροχοπέδη. Γιατί, έχοντας στην πλειονότητα μας, όσοι απαρτίζουμε αυτή τη συλλογικότητα, «θητεύσει» στον «α/α χώρο», για ένα λιγότερο ή περισσότερο βραχύ χρονικό διάστημα, ήταν επόμενο να καταστούμε φορείς των πολυπληθών αγκυλώσεων, από τις οποίες αυτός μαστίζεται. Ένα σύντομο πέρασμα για ένα φεγγάρι αρκεί για να καταστεί κανείς έρμαιο στις αναταράξεις τις προξενούμενες από τον κύκλο της Σελήνης. Όπως τα ύδατα, όσοι τελούν υπό της επήρεια της, οι σεληνιασμένοι, ενίοτε υποκύπτουν. Η πανσέληνος τους βρίσκει μόνους να ουρλιάζουν στο ολόγιομο φεγγάρι.
*
Αλλά, ύστερα, εμείς δεν πιστεύουμε στα άστρα, ίσως θα το φανταστήκατε. Μαύρα ή άλλου χρώματος, έχουμε λάβει την απόφαση να αποτινάξουμε την επιρροή τους. Και συνιστά η αποδοχή του προβλήματος το πρώτο σημαντικό βήμα ανάμεσα στο ατέρμονο πλήθος όσων είναι αναγκαίο να επακολουθήσουν σε διαρκή εγρήγορση. Φιλοδοξούμε, λοιπόν, να απαλλαγούμε από τις προκαταλήψεις από τις οποίες εμφορούμεθα· να συνεχίσουμε να επιδιδόμαστε στο λυτρωτικό έργο της κατεδάφισης του τείχους του διανοητικού εγκλεισμού. Τα πολεμοφόδια δε, που προκύπτουν ως απόρροια της εν λόγω διαδικασίας, του γκρεμίσματος του άχαρου μαντρότοιχου της αυτοδικαίωσης, είναι εξόχως επωφελέστερα, βρίσκουμε, από τις κοινές πέτρες. Όλα αυτά επειδή, παρά το κοινώς λεγόμενο, οι τοίχοι δεν έχουν αυτιά. Και εμείς ευελπιστούμε να ακούσουμε την κριτική.
*
Στρέψτε το βλέμμα σας προς το κενό της απουσίας της τελευταίας, αν τύχει να έχετε την αίσθηση ότι υπάρχουν εδώ κι εκεί στοιχεία που δεν δικαιολογούν τον από πλευράς μας κομπασμό για τη διάρρηξη του πέπλου της ιδεολογίας. Για να συνειδητοποιήσουμε τις αδυναμίες μας βασιζόμαστε ο ένας στον άλλον. Παρότι προσβλέπουμε σε αυτήν, ακόμη και εάν χαρακτηρίζεται από την οξύτητα, τη δηκτικότητα, από την οποία είθισται η σφοδρή πολεμική που κι εμείς εξαπολύουμε να διέπεται, ουδέποτε τύχαμε αποδέκτες της. Ποτέ έως τώρα δεν απολάβαμε του προνομίου να μας ασκηθεί δημοσίως εποικοδομητική κριτική από κάποια από τις ομάδες που σίγουρα «θίγονται» από τις δικές μας επιθέσεις – ήρθαμε, ασφαλώς, αντιμέτωποι με τις ποικίλες ύβρεις που κατά καιρούς έχουν εκτοξευθεί εναντίον μας ανωνύμως μέσω διαδικτύου. Είναι βέβαιο. Ο υπερπληθωρισμός των αναφορών στην «αλληλεγγύη» μπορεί να εγγυηθεί μονάχα πως δεν δικαιολογούμεθα να προσβλέπουμε στην παραμικρή βοήθεια. Είναι άραγε αυτό το έλλειμμα το πλέον διευρυμένο ή μήπως εκείνο της παντελούς και πασίδηλης στέρησης μιας κουλτούρας διαλόγου; Ενός εκ των συστατικών άνευ των οποίων δεν νοείται ενασχόληση με την πολιτική; Αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με την προάσπιση κειμήλιων, με ταμπού και επομένως η απαξίωση και, γιατί όχι, η συκοφάντηση, επιστρατεύονται. Εμείς, λοιπόν, είμαστε: «φιλόλογοι», «επαναστάτες τους καναπέ», «οπαδοί του Καστοριάδη» ή ότι άλλο θέλετε. Έστω, λοιπόν, ότι εμείς είμαστε όλα αυτά και άλλα τόσα τρισχειρότερα μαζί. Αλλά κάτι λέμε. Ω, μα βέβαια! Αφού εμείς που τα λέμε αυτά είμαστε τόσο κακοί, αυτά που λέμε δεν χρήζουν αντίκρουσης· ούτε καν σχολιασμού. Ουφ! Οι αυτοαποκαλούμενοι αναρχικοί –self-styled anarchists, ναι, ναι– για μια ακόμη φορά συναντούν τα ΜΑΤ. Όχι, δεν επίκειται σύγκρουσις! Οι φίλοι μας μοιάζουν με τους αστυνομικούς στο σύνταγμα. Παρατεταγμένοι εκεί το Δεκέμβριο, υπεραμύνονταν των ιερών συμβόλων του καθεστώτος –του χριστουγεννιάτικου δέντρου συμπεριλαμβανομένου–, απέναντι στους διαδηλωτές που τους σημάδευαν με νεροπίστολα. Απέναντι στη χλεύη αντιπαρέθεταν το βλοσυρό τους ύφος, το ανεπαρκές όμως για να κρύψει την έκδηλη αμηχανία τους. Αυτό το πρόχειρο προκάλυμμα απετέλεσε τη μόνη άμυνα τους από κοινού με τις ασπίδες τους. Όμοια οι «α/α» οχυρώνονται πίσω από τις ασπίδες των αφελών βεβαιοτήτων τους – ο «χώρος» ως τέτοιος οφείλει να μεριμνεί πρωτίστως για την προάσπιση των συντεταγμένων του. Έϊ, την κρατάς ανάποδα…
*
Έτσι, για μια ακόμη φορά, περίτρανα αποδεικνύεται ότι το χιούμορ είναι απείρως επαναστατικότερο της βίας, καθότι δρα υπονομευτικά έναντι της σοβαροφάνειας της εξουσίας – αλλά και της «αντιεξουσίας», αν παραστεί ανάγκη. Βέβαια, επειδή εμείς, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα, δεν είμεθα πασιφιστές, σκοπεύουμε να οξύνουμε τα πνεύματα έτι περεταίρω. Λέμε, λοιπόν: Είναι βέβαιο πως εξαιτίας του παρόντος κατάπτυστου κειμένου μας θα προκληθεί πληθώρα στομαχικών διαταραχών, κυρίως ανάμεσα στο πλήθος εκείνων οι οποίοι παρουσιάζουν εξαρτημένα ανακλαστικά, όχι αναντίστοιχα ως προς αυτά του ήρωα στο «Κουρδιστό πορτοκάλι» του Kubrick, κατόπιν της πλύσεως εγκεφάλου. Επί παραδείγματι, είμεθα βέβαιοι πως πλήθος αναγνωστών θα βρήκαν αποτρόπαιες τις προσεγγίσεις μας που δηλώνουν μια ροπή προς τη ψυχανάλυση. Αυτό αποτελεί ευτύχημα, καθώς ταιριάζει με αυτό το οποίο σκοπεύουμε να πούμε· η αντίδραση τους προσομοιάζει στην αντίσταση στην ψυχανάλυση.
*
Αντίσταση. Οι λίγοι που ηρωικά αντιστέκονται… Άρνηση. «Κάθε άρνηση είναι μια κατάφαση». Ένας ασθενής στην εντατική. Εξαιρετικά περιορισμένη η επαφή του με το περιβάλλον… Ένα κλείσιμο των βλεφάρων: «ναι». Δύο φορές κλείνουν τα μάτια: «όχι». Η σύγχυση είναι σχεδόν αναπόφευκτη και η επικοινωνία περιορισμένη ούτως ή άλλως. Τελετουργικός ακτιβισμός. Χορός γύρω από την πυρά. Κάτι να κρατάει το μυαλό απασχολημένο. Κάτι να κάνεις. Όπως οι νοικοκυρές βγάζουν το άχτι τους στις δουλειές του σπιτιού. Πρώτα μαγειρεύει φαϊ με ποντικοφάρμακο. Υπόθεση φαρμακείας. Ύστερα, μετά το μεσημεριανό τραπέζι –«βραστούς, βραστούς θα φάμε τους αστούς»– πλένει τα πιάτα σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Μπα… Απλά πλένει τα πιάτα και τις περνάν από το μυαλό ιδέες. «θάνατος στ’ αφεντικά». Ένα σύνθημα από το παρελθόν (ελαφρώς παραφρασμένο): «Η αναρχική η καλή καθαρίζει με ρολί». Νομίζουμε πως ξέρουμε μια συνταγή για μαλακτική μολότωφ με πράσινο σαπούνι… Καίει και απολυμαίνει, δίχως να γαριάζει τα ρούχα. Μολότωφ Kleenex. Αυτήν ξέρετε, αυτήν εμπιστεύεστε. Ένα σύνθημα από το παρόν: «Είμαστε εικόνα από το μέλλον». Όχι, όχι… Δεν θα το έλεγα… Έχετε έναν άλλο κόσμο, τον παλιό κόσμο, στις καρδιές σας.
*
You break my heart. Η καρδιά ραγίζει και σπάει στα δύο. Η αυθαίρετη διάκριση· η πράξη βιαίως αποσπάται από τη θεωρία. Καρδιακή προσβολή. Ώρα θανάτου… Οι σπασμωδικοί ακτιβισμοί των μικρών ωρών της νύχτας δεν συνιστούν πράξη. Η πράξη είναι απότοκο της «στάθμισης», της συνεχούς αναδιαπραγμάτευσης, του άοκνου αναστοχασμού, της διαρκούς διερώτησης αναφορικά με το σκοπό και τα μέσα. Τη μεταξύ τους σχέση, την αντιστοιχία ή «ασυμβατότητα». Η πράξη δεν είναι απόρροια της μακάριας βεβαιότητας, της ανόητης επανάπαυσης που ακολουθεί την αλαζονική πίστη ότι διακρίνεις διαμιάς το «καλό» από το «κακό». Η πράξη δεν έχει ησυχία, εφησυχασμό· συνεπάγεται την αυτοαμφισβήτηση. Η πράξη ευδοκιμεί εκεί όπου εκδηλώνεται η ταραχή που συνταράσσει το βυθό της σκέψης, αναμοχλεύοντας τις λησμονημένες παραδοχές. Εκεί όπου η όποια αναταραχή προξενείται από μερικά βότσαλα που πρόσκαιρα ταράζουν την επιφάνεια των υδάτων, το μόνο που ευδοκιμεί είναι η πρασινάδα επάνω στα πετραδάκια. Η πράξη προϋποθέτει τη διάθεση, τη θέληση να διαυγάσεις το κοινωνικο-ιστορικό. Η διαύγαση αυτή προϋποθέτει την πράξη. Η διαύγαση είναι πράξη. «Είμαστε εικόνα από το μέλλον»; Το μόνο πράγμα που ενδέχεται να διακρίνει κανείς, κοιτάζοντας σαγηνευμένος σε μια κρυστάλλινη σφαίρα, είναι το παραμορφωμένο είδωλο του. Η κοινωνική κίνηση δεν προβλέπεται. Και καθώς κινούμαστε, προχωρούμε, διανοίγοντας δρόμο μέσα στην πυκνή βλάστηση, παρίσταται η ανάγκη να κοντοσταθούμε· να στρέψουμε το βλέμμα πίσω. Να συλλάβουμε την απόσταση που έχει διανυθεί. Να επανεξετάσουμε την πορεία. Να αναθεωρήσουμε τα βήματα μας. Για να συνεχίσουμε ύστερα με νέο προσανατολισμό. Και για να βρεθούμε σε θέση να το πράξουμε οφείλουμε να μεριμνούμε, ούτως ώστε να αφήνουμε πίσω τα ίχνη μας. Τα ίχνη αυτά δεν μπορούν να είναι τα ψίχουλα του Χάνσελ και της Γκρέτελ. Τα ίχνη αυτά είναι η κριτική, ο λόγος που αρθρώνουμε. Από την τελευταία αυτή άποψη η απόσταση που έχει διανυθεί είναι περιορισμένη, όπως είδαμε. Αλλά είναι αυτή η μόνη παρακαταθήκη που θέτουμε για το μέλλον. Είμαστε εικόνα από το μέλλον; «Μια εικόνα αξίζει όσο χίλιες λέξεις». Μια εικόνα από το μέλλον δεν αξίζει τίποτε. Αυτή η φωτογραφία είναι καταδικασμένη. Θα βγει υποεκτεθειμένη, είναι σίγουρο. Άλλωστε η φωτογραφική αποτύπωση είναι συνδεδεμένη με το χιμαιρικό πόθο της αιωνιότητας. Και εμείς είμαστε θνητοί. Γι’ αυτό ας μη ξοδέψουμε το χρόνο που μας απομένει κάνοντας κύκλους. Ας μην οδηγηθούμε πάλι εκεί όπου ξεκινήσαμε. Αλλά αφήστε μας, επιτρέψατε μας να επαναλάβουμε ετούτο μόνο: πως η ιστορία δεν είναι μάθημα. Είναι κοινωνική δημιουργία.
Συνεχίζεται…