Wednesday, February 25, 2009

Γράμμα του Θ. Ηλιόπουλου από τις φυλακές Κορυδαλλού

«Αυτές τις στιγμές η καρδιά μου χτυπά πιο δυνατά γιατί έχω συνείδηση πως υπάρχει»

Μπερνάρντο Σοάρες (Φερνάντο Πεσσόα)

Η οδύσσειά μου συνεχίζεται…

Ήταν 18 Δεκέμβρη απόγευμα Πέμπτης, όταν εγώ με την παρέα μου κατευθυνόμασταν προς το Κέντρο μέσα από την οδό Ακαδημίας. Η εικόνα γύρω μας ήταν η συνηθισμένη των τελευταίων ημερών, ενός τοπίου βομβαρδισμένου, με χημικά και δακρυγόνα στην ατμόσφαιρα που πρόδιναν ότι είχαν προηγηθεί επεισόδια, συχνό φαινόμενο της περιόδου, μετά την δολοφονία του δεκαπεντάχρονου Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Καθώς προχωράγαμε δυνάμεις των ΜΑΤ ξεπρόβαλαν μπροστά μας και βάλθηκαν να κυνηγούν τον κόσμο που βρισκόταν πάνω στην οδό Ακαδημίας. Ο κόσμος έτρεχε πέρα δώθε. Κάποιος μ’ έσπρωξε δυνατά , έπεσα κάτω και τότε άρχισε η γιορτή. Οι ματατζήδες άρχισαν να με βρίζουν με προσβλητικούς και σεξιστικούς χαρακτηρισμούς και να με κτυπάνε, κάποιος φίλος μου φώναζε. Ύστερα με πιάσανε, σταθήκανε ολόγυρα, με βρίζανε κι άρχισαν να με ψάχνουν. Κάποιος άρπαξε το μικρό σακίδιο που είχα στην πλάτη κι άρχισε να το ψάχνει «μη φοβάσαι μου είπε, δεν θα σου βάλουμε τίποτα μέσα». Το σακίδιο δεν είχε παρά προσωπικά μου πράγματα. Με σπρώξανε σε ένα παγκάκι, με ξάπλωσαν μπρούμυτα και με δέσανε με χειροπέδες, ύστερα με φόρτωσαν σε μια κλούβα και με πήγαν στην Ασφάλεια.

Εκεί μου λέγανε ότι πέταγα πέτρες . Όσο πέρναγε η ώρα, όμως, τα πράγματα χειροτέρευαν. Το κατηγορητήριο αυξήθηκε και συμπληρώθηκε με λογής κακουργήματα και πλημμελήματα. Οι πέτρες έγιναν μολότωφ. Παρότι δεν υπήρχε τίποτε που να με συνδέει μ’ αυτά. Αλλά αυτό δεν φαινόταν να απασχολεί.

Άρχισε το πήγαιν’ έλα στα δικαστήρια. Κι εκεί , μια και δεν υπήρχαν στοιχεία, φτιαχτήκανε. Οι αστυνομικοί που με συνέλαβαν, αλλάξανε τις καταθέσεις τους και καταθέσαν ότι επί τρεις ώρες τους πέταγα μολότωφ: με το πρόσωπο γυμνό, με τα χέρια καθαρά, με τα μάτια καθαρά, χωρίς μια στάχτη επάνω μου, χωρίς μια σκιά στα ρούχα μου . Και στις 22 του μήνα μου ανακοίνωσαν ότι κρίθηκα προφυλακιστέος. Μια μέρα μετά , με μετέφεραν στις φύλακες του Κορυδαλλού.

Εκεί βρίσκομαι μέχρι και σήμερα , δύο μήνες μετά την σύλληψη μου. Και τίποτε δεν κινείται. Οι μέρες περνάνε και εγώ μένω εδώ να περιμένω, δέσμιος της ακινησίας, δέσμιος μιας παράλογης και ασφυκτικής γραφειοκρατίας ή ίσως μιας εκδικητικής αδιαφορίας.

Όλο αυτό το διάστημα δεν τσάκισα. Με κράτησαν και με κρατάνε οι άνθρωποι που βρέθηκαν δίπλα μου να με στηρίξουν, φίλοι, γνωστοί είτε και άγνωστοι ως χτες, με κράτησε η αλληλεγγύη των ανθρώπων γνωστών και άγνωστων . Για χάρη τους δεν θα πέσω. Για χάρη τους θα κρατήσω. Γιατί όλη αυτή η περιπέτεια δυναμώνει τη θέλησή μου για μια κοινωνία δίκαιη, το πάθος μου για ελευθερία, το πείσμα μου να σταθώ όρθιος. Και θα σταθώ.

Μπορεί να με έπιασαν τυχαία, να μη συνδέομαι με τα γεγονότα που με κατηγορούν, απέναντι όμως στον γενικευμένο ωχαδερφισμό, το να «παίρνεις θέση», να μην κλείνεσαι στο εγώ σου, να βγαίνεις από την ατομική σου περίπτωση, είναι η υπεύθυνη στάση ενός συνειδητοποιημένου πολίτη.

Η δική μου θέση είναι από τη μεριά του κομματιού της κοινωνίας που θέλει να βγει από την απάθεια, που θέλει πραγματικά να αρχίσει, μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, να αποφασίζει για τη ζωή του.

Θοδωρής Ηλιόπουλος