Tuesday, December 9, 2008

Συλλογικά θαύματα: πως να κάνουμε τη νύχτα μέρα

Συλλογικά θαύματα: πώς να κάνουμε τη νύχτα μέρα


Η ροή του προγράμματος διεκόπη. Σάββατο βράδυ, 6 Δεκεμβρίου και οι τηλεοπτικοί σταθμοί προέβαλαν καρτούνς, προκειμένου να εγκλιματιστούμε εν όψει των εορτών. Οι «λιλιπούτειοι καταναλωτές» –όλοι οι καταναλωτές, ως τέτοιοι, είμεθα «λιλιπούτειοι»– να ενημερωθούν στα περιθώρια τους, προτού συντάξουν τη λίστα τους, την προοριζόμενη για τον άγιο των Χριστουγέννων. Και ανάμεσα στα άκρως ενημερωτικά διαφημιστικά σποτάκια με τα νέα
must παιχνίδια η μουδιασμένη αναγγελία μιας έκτακτης είδησης: 16χρονος νεκρός από σφαίρα αστυνομικού στην περιοχή των Εξαρχείων «κατά τη διάρκεια συμπλοκής». Αυτό. Και ύστερα επιστροφή στο κανονικό μας πρόγραμμα. Μια επιστροφή δηλωτική του ευσεβούς πόθου να διατηρηθεί η «ομαλότητα». Αλλά, πόσο κρίμα, αλήθεια! Η πραγματικότητα ενίοτε –σπάνια πλέον, είναι η αλήθεια– δεν ρυθμούται βάσει του ασθενούς σφυγμού που υπαγορεύει το τηλεοπτικό της είδωλο. Το βουντού δεν έπιασε… Οι εξοδούχοι του Σαββατοκύριακου έτυχαν του προνομίου να το διαπιστώσουν.

Trigger happy. Στα αγγλικά αυτός που αρέσκεται να πιέζει τη σκανδάλη στην πρώτη ευκαιρία, δίχως αναστολές. Ετούτο το στρατιωτάκι εκτός από «ακούνητο και αμίλητο» απεδείχθη και μολυβένιο… Ή μήπως είναι άνθρωπος; «νευρικό σύστημα» που, όμως, βραχυκύκλωσε, όπως τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Σαν τη φονική μηχανή-αστυνομικό από το Ρόμποκοπ. Τρελαίνεται και αρχίζει να πυροβολεί αδιακρίτως… Trigger. Στα αγγλικά η σκανδάλη, όπως αυτή που τράβηξε ένας από τους «praetors urbanis» (σ.σ το copyright για τα ποιητικά παραθέματα ανήκει στο μεγάλο ποιητή και φιλόσοφο Byron Polydor), δολοφονώντας εν ψυχρώ έναν έφηβο. Αλλά και trigger, πυροδοτώ. Τι πυροδότησε ο «φύλακας της πόλεως»; Μα αυτήν την πυριτιδαποθήκη που του έχει ανατεθεί ως «ειδικός φρουρός» να φρουρεί. Αυτήν την κοινωνία της οποίας υπήρξε γέννημα-θρέμμα, ζώντας και αφήνοντας του άλλους να πεθάνουν. Συμβάλλοντας δε στην έλευση του θανάτου τους πότε-πότε. Βασανίζοντας οικονομικούς μετανάστες στην προνομιακή τιμή των 1000 ευρώ. Σαρξ εκ της σαρκός μιας κοινωνίας που τρώει τις σάρκες της, με ένα «νευρικό σύστημα» εκφυλισμένο – είναι αυτή η τιμωρία των κανιβάλων… Έναν κοινωνικό ιστό σε αποσάθρωση, περίπου την πραγμάτωση του οράματος της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία διακήρυξε: δεν υπάρχει κοινωνία. Υπάρχουν τα άτομα και οι οικογένειες τους. Ο καθένας για τον εαυτό του και ο θεός εναντίον όλων. Αυτή η κοινωνία με την αποξένωση της, όπου ως μόνη «διέξοδος» για τους νέους προβάλλεται η καταφυγή στις νεολαιίστικες υποκουλτούρες, παρουσιάζει μια εικόνα θρυμματισμένη, προσομοιάζοντας στο θέαμα μιας ραγισμένης, ετοιμόρροπης βιτρίνας… Ένα χτύπημα ακόμα. Το χάος ήταν εδώ προ πολλού. Δεν είναι οι φλόγες. Είναι η παγωμάρα της μοναξιάς του τέλους της πόλης ως πολιτικής κοινότητας.

Και οι φλόγες ξεπροβάλλουν στο γυαλί της τηλεοπτικής οθόνης· στο μαγικό κουτί, στο ζωογυροσκόπιο, όπου τα θραύσματα επικολλούνται για να σχηματίσουν μιαν απατηλή εικόνα. Εκεί οι ομιλούσες κεφαλές, αφού θρηνήσουν για τις ολέθριες επιπτώσεις στην οικονομία, θα μας διαβεβαιώσουν πως, ασφαλώς, δεν γεννάται θέμα. Αυτό που προηγείται είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής! Διαβεβαιώνουν επί της ουσίας για το αντίθετο, αφού δεν εξηγείται διαφορετικά η εμμονή τους να επαναλαμβάνουν περιοδικά, μονολογώντας αυτό που χαρακτηρίζουν ως «αυτονόητο», παρά μόνον ως αποδοχή του ότι αυτό το τελευταίο κάθε άλλο παρά τέτοιο είναι. Πρέπει, επομένως, η φράση τους να αναγνωσθεί ως εξής: αυτό που προηγείται είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής. Η απώλεια της ανθρώπινης ζωής, ο αφανισμός της δημιουργικής δύναμης των ανθρώπων προηγείται –είναι πιο σωστά ταυτόσημη με αυτόν– του υποβιβασμού τους σε εμπορεύματα. Αυτό είναι αυτονόητο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αρτηρίες του εμπορίου γίνονται στόχος συνειδητά ή ασυναίσθητα. Οι πόλεις δεν είναι πλέον πόλεις για ανθρώπους, αλλά πόλεις για εμπορεύματα. «Η ζωή μιας πόλης αναστατώνεται» θα πει: η μετακίνηση των καταναλωτών-παραγωγών παρεμποδίζεται· οι συναλλαγές παρακωλύονται. Θα πει πως οι άνθρωποι προβάλλουν αντίσταση στην αντιμετώπιση τους ως αντικείμενα. Το δέντρο στο Σύνταγμα δεν άναψε. Αυτό το χριστουγεννιάτικό δέντρο είναι ένα θλιβερό φάντασμα· ένας σκελετός με λαμπιόνια. Είναι θλιβερό, καθότι η τύχη του υπήρξε τέτοια. Κατάλοιπο της παγανιστικής λατρείας που επεβίωσε στο χριστιανισμό κατέληξε να είναι το μεταλλικό τοτέμ της θρησκείας των ημερών. Του καταναλωτισμού, της πρώτης ρηχής, επιφανειακής ανάμεσα σε όλες τις θρησκείες που ποτέ υπήρξαν. Αλλά δεν αρκεί να πριονίζουμε τον κορμό του δέντρου που συγκρατεί τον κόσμο του καπιταλισμού. Χρειάζεται να κλέψουμε και από το δέντρο της γνώσης.

Υπήρξαν οι θρησκευτικές αιρέσεις του 16ου αι, οι αναβαπτιστές, ο Τόμας Μύντσερ και οι αγροτικές εξεγέρσεις της ίδιας περιόδου στη Γερμανία. Όλα αυτά τα ρεύματα για τα οποία ο Φρίντριχ Έγκελς ισχυρίστηκε πως απετέλεσαν κινήματα κοινωνικά που δεν διέθεταν επίγνωση του κοινωνικού τους χαρακτήρα. Σήμερα δεν μπορούμε να είμαστε μια αίρεση. Χρειάζεται να απαλλαγούμε από κάθε ένα από τα στοιχεία εκείνα όπου παραπέμπουν σε μια θρησκευτική θεώρηση του κοινωνικο-ιστορικού. Δεν ωφελεί να αρκεστούμε στην καταστροφή σαν να προσμένουμε μιαν «αποκάλυψη», η οποία θα έρθει να αντικαταστάσει αυτό που υπάρχει. Οφείλει να εγκαταλειφθεί η αντίληψη που παραπέμπει στην ακοσμική κοσμοθεώρηση των μονοθεϊστικών θρησκειών στην «αρχέγονη» μορφή τους, προτού, δηλαδή, καταστούν επίσημες κρατικές ιδεολογίες. Είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε θεσμούς δημοκρατικούς· να τους δημιουργήσει η κοινωνία – αυτό εννοούμε, λέγοντας «να δημιουργήσουμε»· η κοινωνία που αυτοαλλοιώνεται, σε μια διαδικασία όπου η καταστροφή των υφιστάμενων θεσμών είναι αλληλένδετη, ταυτόσημη με την κοινωνική αυτοθέσμιση. Η οργή που εκφράζεται είναι κατανοητή. Αλλά επιστούμε την προσοχή, λέγοντας πως πρέπει να αποφευχθεί το να ιδωθεί αυτό που συμβαίνει ως κάποιου είδους βεντέτα ανάμεσα σε οποιονδήποτε «χώρο» και την Αστυνομία. Και είναι επίσης ζωτικής σημασίας το να εγκαταλειφθεί η μανιχαϊκή προσέγγιση, μια ακόμη θρησκευτική δοξασία, βάσει της οποίας το απόλυτο καλό μάχεται εναντίον του απολύτου κακού. Χρειάζεται να λάβουμε υπόψιν μας το ότι η αστυνομία ενσαρκώνει σημασίες, «αξίες» αυτής της κοινωνίας. Και οφείλουμε να επιστρατεύσουμε έναντι των αξιών αυτών την πειθώ· να δώσουμε απάντηση πολιτική. Με μια νέα πραγματικά δημοκρατική πολιτική.

Είμαστε νέοι άνθρωποι. Φοιτητές, μαθητές, νέοι εργάτες. Να καταλάβουμε τα πανεπιστήμια, όπου αυτό δεν έχει ήδη συμβεί. Να τα μετατρέψουμε σε κέντρα συντονισμού, αντιπληροφόρησης. Να καλέσουμε τον κόσμο, τους εργαζόμενους να λάβουν ενεργό μέρος στις εν λόγω διεργασίες, ευελπιστώντας, προτρέποντας να διαχυθούν σε όλο το κοινωνικό σώμα. Όλα αυτά, ενδεχομένως, θα φαντάζουν ανεδαφικά. Είναι, όμως, απαραίτητο να κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτή, της κοινωνικής απεύθυνσης, προκειμένου να επιτευχθεί έστω το στοιχειώδες: να μην υπάρξει ποτέ άλλο περιστατικό, όπως αυτό της δολοφονίας του 16χρονου παιδιού ή όπως άλλα περιστατικά αστυνομικής βαναυσότητας που, είναι πλέον πρόδηλο, συνιστούν κάθε άλλο παρά «μεμονωμένα φαινόμενα». Ούτως ώστε ακόμα και αν οι προσδοκίες μας αποδειχθεί ότι απέχουν πολύ από την πλήρωση τους, να αφεθεί μια παρακαταθήκη για τη μελλοντική επιδίωξη και επίτευξη του στόχου του ριζικού κοινωνικού αυτομετασχηματισμού – που ως τέτοιος δεν σχετίζεται επ’ ουδενί με την εκπλήρωση κάποιας «προφητείας», για να συνεχίσουμε στο μοτίβο της αποτίναξης των θρησκευτικών προκαταλήψεων. Οι μεγάλες φωτεινές νύχτες ασκούν κάποια γοητεία. Ας φροντίσουμε να μην απομείνουμε με αυτές ως μακρινές αναμνήσεις για το τέλος των μικρών, σκιασμένων από την θυσία τους στην οικονομία, ζωών μας…