Monday, December 29, 2008

Από την άμεση δράση (100) να περάσουμε στην άμεση δημοκρατία (10.000.000)

Πάντοτε, όταν οι κοινωνίες εισέβαλαν στο προσκήνιο της ιστορίας, συνέβαινε αυτό απροσδόκητα, δίχως κάποιου είδους «προαναγγελία». Τέτοιου τύπου καταιγίδες κανένα προγνωστικό σύστημα δεν είναι σε θέση να προβλέψει – ούτε, βέβαια, εκείνοι οι οποίοι μετά το ξέσπασμα του ακραίου φαινομένου σπεύδουν να υπολογίσουν τη διάρκεια του, προσβλέποντας στην ταχεία «εκτόνωση» του. Η μαζική κινητοποίηση που ακολούθησε τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου δεν απετέλεσε εξαίρεση. Ενώ η ελληνική κοινωνία έμοιαζε να τελεί υπό το καθεστώς ύπνωσης, ένα όχι αμελητέο τμήμα της –επί της ουσίας ένα σεβαστό τμήμα της νεολαίας της– εξερράγη. Εκείνο το στοιχείο που είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό, έγκειται στο ότι νέοι άνθρωποι, που στην πλειονότητα τους δεν είχαν προηγούμενη ενασχόληση με την πολιτική, ενεργοποιήθηκαν, βγήκαν στους δρόμους, συζήτησαν, εκφράζοντας τη βούληση τους για ριζική, εκτεταμένη αλλαγή της κοινωνίας – πρόκειται για ανθρώπους που ανάμεσα τους μέχρι πρότινος πολλοί θα αντιμετώπιζαν αυτό το ενδεχόμενο με δυσπιστία ή θυμηδία, ως ανεδαφικό. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο το εάν οι ταγοί του καθεστώτος αφουγκράζονται το παραμικρό από αυτήν την κινητικότητα, αφού οι αντιδράσεις τους είναι δηλωτικές μιας ασυνάρτητης, ολότελα επιπόλαιης αντιμετώπισης. Και η δική τους προσμονή, ελπίδα ότι όλα θα καταλαγιάσουν δεν είναι, δυστυχώς, καθόλου ανεδαφική. Κάθε άλλο, μπορεί να αποδειχθεί καθόλα βάσιμη, καθότι ακόμη και στις μεγάλες επαναστάσεις οι κοινωνίες κατελάμβαναν τη θέση που δικαιωματικά τους ανήκει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, για να βυθιστούν εν συνεχεία εκ νέου στο τέλμα της απάθειας. Επομένως, το μέλημα μας εν προκειμένω οφείλει να είναι το πώς θα αποφευχθεί η εξανέμιση αυτής της ξαφνικής ζωτικότητας.

Ας κάνουμε κατ΄αρχήν μια νύξη αναφορικά με τα αίτια του ξεσπάσματος. Αυτά, προφανώς, ξεπερνούν το γεγονός της δολοφονίας, το οποίο δεν στάθηκε παρά η αφορμή. Μιλήσαμε πριν για την επιπολαιότητα, με την οποία το φαινόμενο αντιμετωπίζεται και, αναμφίβολα, η «ερμηνεία» των γεγονότων που επιχειρείται από τους διάφορους πάνσοφους «αναλυτές» προδίδει μια αφέλεια απαράμιλλη. Όταν, στην «καλύτερη» των περιπτώσεων, αποδίδουν τα όσα συμβαίνουν στην οικονομική κρίση, οι τελευταίοι το μόνο που «εξηγούν» είναι το γιατί οι αναταραχές θα έχουν συνέχεια και θα κλιμακώνονται – χάρη, βέβαια, και στη δική τους αδυναμία να κατανοήσουν οτιδήποτε, προϋπόθεση απαραίτητη για να «αποσοβήσουν» το όποιο ξέσπασμα. Μας λένε, λοιπόν, όλοι αυτοί πως το γεγονός ότι οι νέοι εξεγείρονται έχει ως αφετηρία την «έλλειψη ευκαιριών» την οφειλόμενη στις «στρεβλώσεις» του συστήματος· ισχυρίζονται επί της ουσίας ότι η εύρυθμη λειτουργία του καπιταλισμού είναι εκείνο το οποίο οι εξεγερμένοι επιζητούν – προσεύχονται να είναι έτσι. Ε λοιπόν, έχουμε νέα για τους αγαπητούς φίλους! Όχι, φίλτατοι, δεν εξεγειρόμεθα επειδή οι δείκτες ανεργίας είναι υψηλοί – και το ίδιο διακρίνουμε ότι ισχύει για τους περισσότερους· μας ενοχλεί που υπάρχουν τέτοιοι δείκτες! Έχουμε αυτό το βίτσιο, ετούτη τη μικρή παραξενιά: μας πειράζει να μας αντιμετωπίζουν ως αριθμούς. Βέβαια, είναι αναμενόμενο από τέτοιες ευαισθησίες να μη διακατέχονται όσοι προ πολλού –και ως φυσικό παρεπόμενο της από μέρους τους εγκόλπωσης της σύμφυτης με τον οικονομισμό λατρείας των αριθμών– έχουν γίνει νούμερα. Η εξουσία σήμερα είναι ευάλωτη, καθότι οι υπηρέτες της δεν υπηρετούν τίποτα πέρα από τον εαυτό τους· είναι προϊόντα, γνήσια τέκνα της εποχής της πλήρους πραγμάτωσης του καπιταλισμού. Του καιρού εκείνου κατά τον οποίο η διαβρωτική του δράση έχει αχρηστεύσει κάθε αξία που θα μπορούσε να υπηρετηθεί. Υπό το πρίσμα αυτό ο αδιαλείπτως αποδιδόμενος χαρακτηρισμός –που θα ήταν υπό άλλες συνθήκες κωμικός– «γενιά των 700 ευρώ» οφείλει να αναγνωσθεί ως κάτι παραπάνω από ένα απλό σχήμα λόγου. Πρόκειται στην κυριολεξία για την αποτίμηση της αξίας της «νέας γενιάς»· το ύψος του μισθού είναι η μόνη προσφερόμενη προς υιοθέτηση ταυτότητα για τους νέους σε μια κοινωνία, όπου η παντοκρατορία της οικονομίας έχει συνθλίψει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ταύτισης. Ιδού τα αίτια της εξέγερσης. Εδώ εδράζονται, στην ασημαντότητα. Έτσι νομίζουμε εμείς…

Ασφαλώς, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε πως η «οικονομική κρίση» δεν διαδραματίζει υπολογίσιμο ρόλο στα όσα λαμβάνουν χώρα. Η δυσαρέσκεια για τα δυσμενή οικονομικά δεδομένα αναντίρρητα συνέβαλε, ώστε όλοι όσοι παρακολουθούν μουδιασμένοι από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες τα διαδραματιζόμενα γεγονότα να μη σπεύσουν να οχυρωθούν πίσω από το εκτόπισμα του… πολιτικού ανδρός εκείνου που θα έκριναν ικανό να επιβάλλει την τάξη· να εγγυηθεί την επιστροφή στην κανονικότητα. Περισσότερο απ’ αυτό, όμως, είναι το τέλος της ιδεολογικής μονοκρατορίας του καπιταλισμού, η οποία διήρκεσε για μερικές δεκαετίες, ο κλονισμός της βεβαιότητας πως επρόκειτο για το βέλτιστο και συνάμα –πόσο οξύμωρο, αλήθεια!– αναπόφευκτο καθεστώς, το στοιχείο εκείνο που εισάγεται με τη φιλολογία περί κρίσης· το καίριο πλήγμα που επιφέρεται, η τρώση στο γόητρο του καθεστώτος. Τα παιδάκια είναι πλέον καιρός να πάψουν να πιστεύουν στον άγιο Βασίλη. Αλλά εφόσον θέλουμε να βγει από αυτήν την κατάσταση ρευστότητας κάτι θετικό, εάν πρόκειται αυτή η ρηγμάτωση του παλιού κόσμου να συνοδευτεί από νέες δημιουργίες, τότε η διατύπωση ενός θετικού προτάγματος ικανού να συσπειρώσει είναι αναγκαία.

Ας ανατρέξουμε για λίγο στο παρελθόν. Στην αρχαία Αθήνα ως αφετηρία όπου για πρώτη φορά έχουμε μια κοινότητα, η οποία αναγνωρίζει τους θεσμούς της και τους νόμους της ως δημιουργήματα δικά της. Έχουμε τη διάρρηξη της κλειστότητας, την ανάδυση της δημοκρατίας. Η άμεση δημοκρατία –η δημοκρατία σκέτο, μόνο άμεση μπορεί να είναι η δημοκρατία και οτιδήποτε άλλο αποτελεί απάτη– εν συνεχεία επανεμφανίζεται. Σπέρματα της συναντούμε στις κορυφαίες εκφάνσεις του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Από την κομμούνα των Παρισίων, στα σοβιέτ, προτού το οκτωβριανό πραξικόπημα των μπολσεβίκων τα καταστρέψει, ως την ισπανική επανάσταση. Πρόκειται για παραδείγματα που μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και, ασφαλώς, όχι πρότυπα προς αντιγραφή.

Όποτε γίνεται λόγος για δημοκρατία, το πάγιο «αντεπιχείρημα» συνοψίζεται στη φράση «καλά είναι αυτά, αλλά δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στις σύγχρονες κοινωνίες». Το ότι ποτέ δεν διασαφηνίζεται το γιατί, δεν παρέχεται ουδεμία τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού, καταδεικνύει ότι πρόκειται, πολύ απλά, για μία υπεκφυγή. Μπορούμε να δεχτούμε πως η δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί επειδή ο κόσμος δεν τη θέλει· όχι επειδή είναι «ανέφικτη». Σήμερα, άλλωστε, υπάρχουν οι σύγχρονες τεχνολογίες που, αν εκτρέπονταν της καπιταλιστικής χρήσης τους, θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας με ηλεκτρονικές ψηφοφορίες κλπ. Αλλά και δίχως τη συνδρομή τους τα παραδείγματα που προηγούμενα παραθέσαμε μάς διδάσκουν τις αρχές της ανακλητότητας, της περιοδικότητας και της λογοδοσίας. Σε αδρές γραμμές, θα μπορούσαν να υπάρχουν κατά τόπους συνελεύσεις με τη συμμετοχή όλων των πολιτών, οι οποίες θα εξέλεγαν –ή ακόμα καλύτερα θα ανεδείκνυαν κατόπιν κληρώσεως, μιας και οι εκλογές είναι συνυφασμένες με το ολιγαρχικό φαντασιακό της ανάδειξης των «αρίστων»– εκπροσώπους τους σε περιφερειακά συμβούλια, σε συμβούλια σε ομοσπονδιακό επίπεδο κλπ – την ακριβή διάρθρωση δεν έχουμε σκοπό να την προκαθορίσουμε εμείς εδώ. Εκπροσώπους οι οποίοι θα είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να μεταφέρουν αυστηρά τις θέσεις του σώματος που θα τους έχει αναδείξει· που θα λογοδοτούν σε αυτό για τα πεπραγμένα τους και αυτό θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους ανακαλέσει, εφόσον κριθεί πως δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους. Εκπροσώπους των οποίων, τέλος, η θητεία θα είναι εξαιρετικά βραχείας διάρκειας.

Γιατί όμως δημοκρατία; Επειδή εμείς έχουμε «φάει κόλλημα» μαζί της; Μπορούμε να σκεφθούμε πλήθος λόγων. Εδώ, στα πλαίσια μιας προκήρυξης θα περιοριστούμε στην παράθεση ορισμένων απτών, «πρακτικών» ανάμεσα τους. Η οικολογική κρίση θα αναχαιτιστεί, εφόσον υπάρξει ριζικός επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων των κοινωνιών. Η άμεση δημοκρατία θα διασφάλιζε την αποτροπή της καταλήστευσης των φυσικών πόρων με σκοπό τον πλουτισμό μιας ισχνής μειοψηφίας, προκρίνοντας το συλλογικό όφελος. Οι κοινωνικές ανάγκες θα ορίζονταν από την ίδια την κοινωνία ρητά. Συνελεύσεις παραγωγών-καταναλωτών θα λάμβαναν αποφάσεις για τα αναγκαία παραγόμενα αγαθά. Ο καταναλωτισμός θα εξαλειφόταν, αφού θα εξέλειπαν οι συνθήκες που τον γιγαντώνουν: η απουσία ουσιαστικής ανθρώπινης επικοινωνίας και ο αποκλεισμός μας από τη διαμόρφωση της καθημερινότητας μας. Η άμεση δημοκρατία θα επέφερε την οικονομική ισότητα. Ένα πρώτο, προσωρινό μέτρο θα ήταν η εξίσωση όλων των αμοιβών. Η διαχείριση των μέσων παραγωγής και των φυσικών πόρων θα τίθετο υπό κοινωνικό έλεγχο, μέσω των αμεσοδημοκρατικών οργάνων που θα μεριμνούσαν για την αξιοποίηση τους με γνώμονα το κοινό όφελος και τη φυσική ισορροπία. Και είναι η δημοκρατική κοινωνία η μόνη ικανή να προσδώσει ρητά νόημα στις προαναφερθείσες έννοιες. Οι εργαζόμενοι πλέον μέσω των συμβουλίων τους θα αποφασίζουν το τι παράγουν, πώς και με ποιο σκοπό. Η προώθηση της δραστικότατης μείωσης των ωρών εργασίας και η χαλάρωση των ρυθμών της θα απελευθέρωνε χρόνο για την ενασχόληση με τα κοινά και για την εκδίπλωση της ανθρώπινης δημιουργικής δύναμης. Η λειτουργία συνελεύσεων γειτονιάς θα επανανοηματοδοτούσε την έννοια του δημόσιου χώρου, του αναγκαίου για την εκτύλιξη όλων όσων εδώ περιγράψαμε. Η νομή του αστικού ιστού από ιδιωτικά συμφέροντα θα ανήκε στο παρελθόν.

Όλα τα προαναφερθέντα συνιστούν, όπως είπαμε, μόνο μερικά παραδείγματα στα πλαίσια μιας πρόχειρης απόπειρας σκιαγράφησης του προτάγματος της δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ενδεχομένως να μοιάζουν με ωραίες ευχές εν όψει του νέου έτους… Ο σκοπός είναι να εξάψουν τη φαντασία. Μην ανησυχείτε, φίλοι, δεν την ακούσαμε από τα δακρυγόνα! Δεν λέμε ότι αυτά θα γίνουν αύριο. Αναγνωρίζουμε, όμως, την ανάγκη της σύστασης ενός κινήματος που θα διαπνέεται από αντίστοιχες δημοκρατικές αρχές· ενός κινήματος-μικρογραφίας της κοινωνίας που θα θέλει να δημιουργήσει, που θα ωθεί στην κατεύθυνση αντίστοιχων αλλαγών, λειτουργώντας παράλληλα ως παράδειγμα· διατρανώνοντας το εφικτό της επιδίωξης του ριζικού αυτομετασχηματισμού της κοινωνίας, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα του· πετυχαίνοντας τον στους κόλπους του. Το κίνημα που ίσως κυοφορείται χρειάζεται να δημιουργήσει νέους θεσμούς. Είναι αυτό το σημείο όπου χωλαίνει. Διακρίναμε τις ημέρες αυτές την «αλλεργία», από την οποία πάσχουν ορισμένοι απέναντι στην οργάνωση και στους κανόνες, ταυτίζοντας τα με την ιεραρχία και τη γραφειοκρατία· νοώντας τα, όπως νοούνται σήμερα. Εμείς εντοπίζουμε πίσω από τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση το διάχυτο στις μέρες μας ατομικισμό. Την απροθυμία να δεχτεί το Εγώ οποιονδήποτε περιορισμό από τη συλλογικότητα. Η δημοκρατία είναι ο μόνος τρόπος να συνδυαστεί η συλλογικότητα με την ισότητα. Η θέσπιση διαδικασιών που θα διασφαλίζουν το δικαίωμα της έκφρασης της γνώμης όλων θα εγγυάται την ισηγορία, προκειμένου να εμπεδώνεται η αίσθηση ότι η συζήτηση διεξάγεται επί ίσοις όροις, ώστε να συντάσσονται οι μειοψηφούντες με την πλειοψηφία, αφού θα τους έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να εκφράσουν τη γνώμη τους – ενώ θα διατηρούν το δικαίωμα να εξακολουθούν να εκφράζουν τη διαφωνία τους.

Η ανάγκη της δημιουργίας νέων θεσμών είναι επιτακτική. Η ένδυα του καθεστώτος και των εκπροσώπων του, η αδυναμία τους να κατανοήσουν την κρισιμότητα της κατάστασης, μάλλον συρρικνώνει το ενδεχόμενο να προβούν σε υποχωρήσεις, σε δημιουργική σύνθεση, «αφομοίωση», προκειμένου να εγκαθιδρυθεί μια νέα ισορροπία. Η παρακμή του καθεστώτος έχει φτάσει σε σημείο τέτοιο, όπου έχει καταστεί πλέον ανίκανο ακόμη και να παράγει διαχειριστές του στοιχειωδώς διορατικούς και σώφρονες, ώστε να επιτύχουν τη συνέχιση του ως έχει. Επομένως, ακόμη και στο πιθανό ενδεχόμενο κατά το οποίο η παρούσα κινητικότητα ατονήσει, εξακολουθούμε να μένουμε με δύο επιλογές: μπορούμε είτε να αφεθούμε να συμπαρασυρθούμε από την επερχόμενη κατολίσθηση που θα προξενήσει η κατάρρευση της παρηκμασμένης υφιστάμενης κοινωνικής θέσμισης, η οποία επιδιώκοντας την επιβολή του «ορθολογικού ελέγχου», δημιουργεί καταστάσεις που διαφεύγουν από το στοιχειώδη έλεγχο (πχ οικονομική, οικολογική κρίση) ή να εργαστούμε στην κατεύθυνση μιας νέου είδους κοινωνικής θέσμισης. Τώρα, ναι, έχουμε κρίση…



Tuesday, December 9, 2008

Συλλογικά θαύματα: πως να κάνουμε τη νύχτα μέρα

Συλλογικά θαύματα: πώς να κάνουμε τη νύχτα μέρα


Η ροή του προγράμματος διεκόπη. Σάββατο βράδυ, 6 Δεκεμβρίου και οι τηλεοπτικοί σταθμοί προέβαλαν καρτούνς, προκειμένου να εγκλιματιστούμε εν όψει των εορτών. Οι «λιλιπούτειοι καταναλωτές» –όλοι οι καταναλωτές, ως τέτοιοι, είμεθα «λιλιπούτειοι»– να ενημερωθούν στα περιθώρια τους, προτού συντάξουν τη λίστα τους, την προοριζόμενη για τον άγιο των Χριστουγέννων. Και ανάμεσα στα άκρως ενημερωτικά διαφημιστικά σποτάκια με τα νέα
must παιχνίδια η μουδιασμένη αναγγελία μιας έκτακτης είδησης: 16χρονος νεκρός από σφαίρα αστυνομικού στην περιοχή των Εξαρχείων «κατά τη διάρκεια συμπλοκής». Αυτό. Και ύστερα επιστροφή στο κανονικό μας πρόγραμμα. Μια επιστροφή δηλωτική του ευσεβούς πόθου να διατηρηθεί η «ομαλότητα». Αλλά, πόσο κρίμα, αλήθεια! Η πραγματικότητα ενίοτε –σπάνια πλέον, είναι η αλήθεια– δεν ρυθμούται βάσει του ασθενούς σφυγμού που υπαγορεύει το τηλεοπτικό της είδωλο. Το βουντού δεν έπιασε… Οι εξοδούχοι του Σαββατοκύριακου έτυχαν του προνομίου να το διαπιστώσουν.

Trigger happy. Στα αγγλικά αυτός που αρέσκεται να πιέζει τη σκανδάλη στην πρώτη ευκαιρία, δίχως αναστολές. Ετούτο το στρατιωτάκι εκτός από «ακούνητο και αμίλητο» απεδείχθη και μολυβένιο… Ή μήπως είναι άνθρωπος; «νευρικό σύστημα» που, όμως, βραχυκύκλωσε, όπως τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Σαν τη φονική μηχανή-αστυνομικό από το Ρόμποκοπ. Τρελαίνεται και αρχίζει να πυροβολεί αδιακρίτως… Trigger. Στα αγγλικά η σκανδάλη, όπως αυτή που τράβηξε ένας από τους «praetors urbanis» (σ.σ το copyright για τα ποιητικά παραθέματα ανήκει στο μεγάλο ποιητή και φιλόσοφο Byron Polydor), δολοφονώντας εν ψυχρώ έναν έφηβο. Αλλά και trigger, πυροδοτώ. Τι πυροδότησε ο «φύλακας της πόλεως»; Μα αυτήν την πυριτιδαποθήκη που του έχει ανατεθεί ως «ειδικός φρουρός» να φρουρεί. Αυτήν την κοινωνία της οποίας υπήρξε γέννημα-θρέμμα, ζώντας και αφήνοντας του άλλους να πεθάνουν. Συμβάλλοντας δε στην έλευση του θανάτου τους πότε-πότε. Βασανίζοντας οικονομικούς μετανάστες στην προνομιακή τιμή των 1000 ευρώ. Σαρξ εκ της σαρκός μιας κοινωνίας που τρώει τις σάρκες της, με ένα «νευρικό σύστημα» εκφυλισμένο – είναι αυτή η τιμωρία των κανιβάλων… Έναν κοινωνικό ιστό σε αποσάθρωση, περίπου την πραγμάτωση του οράματος της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία διακήρυξε: δεν υπάρχει κοινωνία. Υπάρχουν τα άτομα και οι οικογένειες τους. Ο καθένας για τον εαυτό του και ο θεός εναντίον όλων. Αυτή η κοινωνία με την αποξένωση της, όπου ως μόνη «διέξοδος» για τους νέους προβάλλεται η καταφυγή στις νεολαιίστικες υποκουλτούρες, παρουσιάζει μια εικόνα θρυμματισμένη, προσομοιάζοντας στο θέαμα μιας ραγισμένης, ετοιμόρροπης βιτρίνας… Ένα χτύπημα ακόμα. Το χάος ήταν εδώ προ πολλού. Δεν είναι οι φλόγες. Είναι η παγωμάρα της μοναξιάς του τέλους της πόλης ως πολιτικής κοινότητας.

Και οι φλόγες ξεπροβάλλουν στο γυαλί της τηλεοπτικής οθόνης· στο μαγικό κουτί, στο ζωογυροσκόπιο, όπου τα θραύσματα επικολλούνται για να σχηματίσουν μιαν απατηλή εικόνα. Εκεί οι ομιλούσες κεφαλές, αφού θρηνήσουν για τις ολέθριες επιπτώσεις στην οικονομία, θα μας διαβεβαιώσουν πως, ασφαλώς, δεν γεννάται θέμα. Αυτό που προηγείται είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής! Διαβεβαιώνουν επί της ουσίας για το αντίθετο, αφού δεν εξηγείται διαφορετικά η εμμονή τους να επαναλαμβάνουν περιοδικά, μονολογώντας αυτό που χαρακτηρίζουν ως «αυτονόητο», παρά μόνον ως αποδοχή του ότι αυτό το τελευταίο κάθε άλλο παρά τέτοιο είναι. Πρέπει, επομένως, η φράση τους να αναγνωσθεί ως εξής: αυτό που προηγείται είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής. Η απώλεια της ανθρώπινης ζωής, ο αφανισμός της δημιουργικής δύναμης των ανθρώπων προηγείται –είναι πιο σωστά ταυτόσημη με αυτόν– του υποβιβασμού τους σε εμπορεύματα. Αυτό είναι αυτονόητο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αρτηρίες του εμπορίου γίνονται στόχος συνειδητά ή ασυναίσθητα. Οι πόλεις δεν είναι πλέον πόλεις για ανθρώπους, αλλά πόλεις για εμπορεύματα. «Η ζωή μιας πόλης αναστατώνεται» θα πει: η μετακίνηση των καταναλωτών-παραγωγών παρεμποδίζεται· οι συναλλαγές παρακωλύονται. Θα πει πως οι άνθρωποι προβάλλουν αντίσταση στην αντιμετώπιση τους ως αντικείμενα. Το δέντρο στο Σύνταγμα δεν άναψε. Αυτό το χριστουγεννιάτικό δέντρο είναι ένα θλιβερό φάντασμα· ένας σκελετός με λαμπιόνια. Είναι θλιβερό, καθότι η τύχη του υπήρξε τέτοια. Κατάλοιπο της παγανιστικής λατρείας που επεβίωσε στο χριστιανισμό κατέληξε να είναι το μεταλλικό τοτέμ της θρησκείας των ημερών. Του καταναλωτισμού, της πρώτης ρηχής, επιφανειακής ανάμεσα σε όλες τις θρησκείες που ποτέ υπήρξαν. Αλλά δεν αρκεί να πριονίζουμε τον κορμό του δέντρου που συγκρατεί τον κόσμο του καπιταλισμού. Χρειάζεται να κλέψουμε και από το δέντρο της γνώσης.

Υπήρξαν οι θρησκευτικές αιρέσεις του 16ου αι, οι αναβαπτιστές, ο Τόμας Μύντσερ και οι αγροτικές εξεγέρσεις της ίδιας περιόδου στη Γερμανία. Όλα αυτά τα ρεύματα για τα οποία ο Φρίντριχ Έγκελς ισχυρίστηκε πως απετέλεσαν κινήματα κοινωνικά που δεν διέθεταν επίγνωση του κοινωνικού τους χαρακτήρα. Σήμερα δεν μπορούμε να είμαστε μια αίρεση. Χρειάζεται να απαλλαγούμε από κάθε ένα από τα στοιχεία εκείνα όπου παραπέμπουν σε μια θρησκευτική θεώρηση του κοινωνικο-ιστορικού. Δεν ωφελεί να αρκεστούμε στην καταστροφή σαν να προσμένουμε μιαν «αποκάλυψη», η οποία θα έρθει να αντικαταστάσει αυτό που υπάρχει. Οφείλει να εγκαταλειφθεί η αντίληψη που παραπέμπει στην ακοσμική κοσμοθεώρηση των μονοθεϊστικών θρησκειών στην «αρχέγονη» μορφή τους, προτού, δηλαδή, καταστούν επίσημες κρατικές ιδεολογίες. Είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε θεσμούς δημοκρατικούς· να τους δημιουργήσει η κοινωνία – αυτό εννοούμε, λέγοντας «να δημιουργήσουμε»· η κοινωνία που αυτοαλλοιώνεται, σε μια διαδικασία όπου η καταστροφή των υφιστάμενων θεσμών είναι αλληλένδετη, ταυτόσημη με την κοινωνική αυτοθέσμιση. Η οργή που εκφράζεται είναι κατανοητή. Αλλά επιστούμε την προσοχή, λέγοντας πως πρέπει να αποφευχθεί το να ιδωθεί αυτό που συμβαίνει ως κάποιου είδους βεντέτα ανάμεσα σε οποιονδήποτε «χώρο» και την Αστυνομία. Και είναι επίσης ζωτικής σημασίας το να εγκαταλειφθεί η μανιχαϊκή προσέγγιση, μια ακόμη θρησκευτική δοξασία, βάσει της οποίας το απόλυτο καλό μάχεται εναντίον του απολύτου κακού. Χρειάζεται να λάβουμε υπόψιν μας το ότι η αστυνομία ενσαρκώνει σημασίες, «αξίες» αυτής της κοινωνίας. Και οφείλουμε να επιστρατεύσουμε έναντι των αξιών αυτών την πειθώ· να δώσουμε απάντηση πολιτική. Με μια νέα πραγματικά δημοκρατική πολιτική.

Είμαστε νέοι άνθρωποι. Φοιτητές, μαθητές, νέοι εργάτες. Να καταλάβουμε τα πανεπιστήμια, όπου αυτό δεν έχει ήδη συμβεί. Να τα μετατρέψουμε σε κέντρα συντονισμού, αντιπληροφόρησης. Να καλέσουμε τον κόσμο, τους εργαζόμενους να λάβουν ενεργό μέρος στις εν λόγω διεργασίες, ευελπιστώντας, προτρέποντας να διαχυθούν σε όλο το κοινωνικό σώμα. Όλα αυτά, ενδεχομένως, θα φαντάζουν ανεδαφικά. Είναι, όμως, απαραίτητο να κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτή, της κοινωνικής απεύθυνσης, προκειμένου να επιτευχθεί έστω το στοιχειώδες: να μην υπάρξει ποτέ άλλο περιστατικό, όπως αυτό της δολοφονίας του 16χρονου παιδιού ή όπως άλλα περιστατικά αστυνομικής βαναυσότητας που, είναι πλέον πρόδηλο, συνιστούν κάθε άλλο παρά «μεμονωμένα φαινόμενα». Ούτως ώστε ακόμα και αν οι προσδοκίες μας αποδειχθεί ότι απέχουν πολύ από την πλήρωση τους, να αφεθεί μια παρακαταθήκη για τη μελλοντική επιδίωξη και επίτευξη του στόχου του ριζικού κοινωνικού αυτομετασχηματισμού – που ως τέτοιος δεν σχετίζεται επ’ ουδενί με την εκπλήρωση κάποιας «προφητείας», για να συνεχίσουμε στο μοτίβο της αποτίναξης των θρησκευτικών προκαταλήψεων. Οι μεγάλες φωτεινές νύχτες ασκούν κάποια γοητεία. Ας φροντίσουμε να μην απομείνουμε με αυτές ως μακρινές αναμνήσεις για το τέλος των μικρών, σκιασμένων από την θυσία τους στην οικονομία, ζωών μας…