Thursday, November 27, 2008

Το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νηπιακή ηλικία

Πρόσφατα, ως γνωστόν, ανακοινώθηκε το νέο πρόγραμμα σπουδών του τμήματος μας. Όπως θα είναι μάλλον προφανές στον καθένα που το μελέτησε στοιχειωδώς –και όπως, άλλωστε, διαπιστώνεται από την απλή καθημερινή εμπειρία– το πλήθος των αναδιαρθρώσεων που με αυτό επιφέρονται ως κοινή συνισταμένη έχουν, πλάι στην ενίσχυση της τεχνοκρατικής πτυχής της σχολής, την περεταίρω εντατικοποίηση των ρυθμών φοίτησης. Όσο δε αφορά τον τρόπο λήψης των αποφάσεων, των αφορουσών τις εν λόγω ρυθμίσεις, αυτός χαρακτηρίστηκε από τη συνήθη αυθαιρεσία, με την οποία και οι προηγούμενες, συνεχείς ανακατατάξεις –που συνέβαλαν στην εμπέδωση ενός κλίματος αβεβαιότητας, αποσκοπούσας, θα έλεγε κανείς, στην καλλιέργεια της προσαρμοστικότητας μας, της αναγκαίας για την ανταπόκριση στα δεδομένα της διακρινόμενης από την επισφάλεια αγοράς εργασίας– επεβλήθησαν. Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει η αυτού μεγαλειότης, ο πρόεδρος, του οποίου οι, ούτως ή άλλως διευρυμένες, εξουσίες ενισχύονται συν τοις άλλοις από το εργασιακό καθεστώς του συμβασιούχου, στο οποίο το διδακτικό προσωπικό υπάγεται. Γεγονός που ως συνέπεια έχει, για λόγους ευνόητους, να δυσχεραίνεται η από πλευράς των διδασκόντων έκφραση, έστω, τυχών αντιρρήσεων.

Πολύ περισσότερο, για τις εκτεταμένες τροποποιήσεις δεν ζητήθηκε η γνώμη των άμεσα ενδιαφερόμενων, εκείνων… προς χάριν των οποίων όλα γίνονται, δηλαδή όλων εμάς, των φοιτητών και φοιτητριών του τμήματος. Ιδού, λοιπόν, το παράδοξο! Οι φοιτητές αντιμετωπίζονται ως ενήλικες όταν πρόκειται για τους εξουθενωτικούς ρυθμούς φοίτησης, στους οποίους καλούνται να ανταπεξέλθουν, αλλά δεν τους αναγνωρίζεται η ικανότητα να αποφασίζουν τι είναι καλό γι’ αυτούς, να επιλέξει τι χρειάζεται ο καθένας ξεχωριστά, βάσει των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και προβληματισμών του, να μάθει – θα αλλοίωνε, θα «έβλαπτε» κάτι τέτοιο τον χαρακτήρα του «προϊόντος» της σχολής. Δεν κρίνονται, φερειπέιν, τα προϊόντα –έ… οι φοιτητές θέλαμε να πούμε– αρκετά ώριμοι εάν πρόκειται να αντιπαραταχθούν με τη λογική του «λίγο απ’ όλα», της πολλαπλής εξειδίκευσης που κυριαρχεί στη σχολή· να αντιτάξουν, επί παραδείγματι, στην επιβεβλημένη παρακολούθηση πληθώρας αντικειμένων που ως απόρροια έχει την εκ των πραγμάτων πλημμελή ενασχόληση με το καθένα από αυτά, την επικέντρωση σε εκείνα που τους ενδιαφέρουν περισσότερο, ούτως ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία μιας όντως επισταμένης μελέτης, όπως και της καλλιέργειας των κλίσεων τους· όταν αξιώνουν να διαθέτουν το χρόνο τους, όπως αυτοί κρίνουν, αρνούμενοι να αποδεχθούν τα όσα ορίζονται από το πρόγραμμα σπουδών ως αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης τους.

Καθίσταται, επομένως, πρόδηλο ότι ο ρόλος που μας επιφυλάσσεται δεν είναι άλλος από αυτόν του παθητικού αποδέκτη. Οφείλουμε να απορροφήσουμε τον εκπεμπόμενο κατά τη διάρκεια της παράδοσης όγκο των πληροφοριών, των οποίων γινόμαστε αποδέκτες, δίχως να μας παρέχεται ο χρόνος της στοιχειώδους επεξεργασίας τους, προκειμένου να εξετασθούμε εν συνεχεία, για να διαπιστωθεί ο βαθμός της αφομοίωσης τους, σε μια διαδικασία η οποία θυμίζει εργαστηριακό έλεγχο των ιδιοτήτων αδρανών υλικών. Αυτό είναι το καθήκον μας και όχι η κριτική αποτίμηση των όσων διδασκόμαστε. Ο διάλογος σπανίζει και αυτό με σημαντική ευθύνη των ίδιων των φοιτητών, που ως μόνο ελαφρυντικό φέρουν το ότι είναι γαλουχημένοι με την αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το τι είναι καλό, το τι πρέπει να μάθουν, είναι άλλοι αρμόδιοι να το ορίσουν. Πρόκειται για τους ίδιους εκείνους που διαχειρίζονται το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο άλλωστε επιφορτίζεται με το να φέρει εις πέρας το καθήκον της εμφύσησης της προαναφερθείσας αντίληψης· να μυήσει στη λογική της εναπόθεσης της μοίρας μας ση γραφειοκρατία. Ύστερα οι σεβάσμιοι ακαδημαϊκοί άρχοντες κατακεραυνώνουν τους φοιτητές για το χαμηλό τους επίπεδο ως «ακαδημαϊκοί πολίτες» – μομφή η οποία συνεχώς εναλλάσσεται με την ασύστολη κολακεία, για να συνθέσουν μαζί έναν λόγο που, όχι τυχαία, μοιάζει να απευθύνεται σε νήπια. Και αναρωτιέται εύλογα κανείς αν είναι όντως ο φαρισαϊσμός τους τόσο απροκάλυπτος ή αν στ’ αλήθεια είναι τόσο αφελείς, αν αδυνατούν να συνυπολογίσουν την ευθύνη που οι ίδιοι φέρουν για όσα καταγγέλλουν.

Με λίγα λόγια, χωρίς το διάλογο το πανεπιστήμιο δεν είναι τέτοιο, αλλά παιδικός σταθμός, όπου μόνο βαβίσματα θα αντηχούν. Δεν ενθαρρυνόμαστε να μιλάμε. Τουναντίον, έχουμε διδαχθεί στην έως τώρα εκπαιδευτική μας πορεία να αδιαφορούμε για ότι λέγεται και να προσποιούμαστε πεισματικά το αντίθετο – κάτι που όλοι καμώνονται πως δεν αντιλαμβάνονται. Να κάνουμε ερωτήσεις, όχι επειδή μας ενδιαφέρουν τα όσα λέγονται στο μάθημα, αλλά αναμένοντας την επιβράβευση για την πρόθυμη συμμετοχή μας. Και αν διαισθανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά, έχουμε διδαχθεί να περιοριζόμαστε σε συζητήσεις στους διαδρόμους στην καλύτερη περίπτωση, ξορκίζοντας την κακιά μας μοίρα, οικτίροντας τους εαυτούς μας. Το να μοιραστούμε ανοιχτά τον προβληματισμό μας, προσβλέποντας σε μια συλλογική αντιμετώπιση των δυσχερειών, αποκλείεται ως επιλογή. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που δεν έχουν κανέναν προβληματισμό, καθότι υπήρξαν εξαιρετικοί μαθητές και φρόντισαν να προσαρμοστούν. Όλες οι απορίες τους λύθηκαν… Είναι και οι άλλοι που κάτι τους φταίει, αλλά δεν ξέρουν τι. Η έκδηλη μελαγχολία των τελευταίων στην περίπτωση της σχολής μας –όπου το μόνο που φαίνεται να επιβιώνει από το παρελθόν εν μέσω του καταιγισμού της ψηφιοποίησης και των «νέων τεχνολογιών» είναι τα στερεότυπα– αποδίδεται στην «ιδιοσυγκρασία του καλλιτέχνη». Αυτοί θα μιλήσουν μέσα από το έργο τους…

Ετούτη η δεξιότητα, η αποκτηθείσα κατόπιν τόσων κόπων, η ικανότητα να καταπνίγουμε όποια σκέψη, προτού καταφέρει να αρθρωθεί σε λόγο, μέλει να αποδειχθεί η πλέον πολύτιμη, όταν η ώρα της επιτέλεσης του έργου επιτέλους φτάσει· όταν οι μεγάλες προσδοκίες θα απέχουν μιαν ανάσα μόλις από την εκπλήρωση τους! Ανάμεσα στο πλήθος των προσόντων που θα μας έχουν εμφυτευθεί, έως ότου αποφοιτήσωμεν, συνιστά εκείνο, δίχως το οποίο διαθέτουμε ελάχιστες, μηδαμινές πιθανότητες να βρούμε αγοραστή στην αγορά εργασίας – αυτήν την αγορά η οποία απαρτίζεται από μουγγούς, βρισκόμενη σε αντιδιαστολή με την άλλη, την αγορά των ιδεών, την οποία έχει υποκαταστήσει. Όταν θα κληθούμε να υπηρετήσουμε τον τομέα της διαφήμισης ή κάποιαν άλλην από τις πολυπληθείς διακλαδώσεις της μαζικής κουλτούρας που, εκδιπλωνόμενες όπως αυτές ενός παρασιτικού φυτού, απομυζούν συστηματικά τον ξενιστή από κάθε ρανίδα ενέργειας. Τότε όπου θα κληθούμε να ανταποκριθούμε σε μια διαδικασία, η οποία αποτελεί το αντίστοιχο του να φέρει κανείς εις πέρας μια εργασία σε ένα μάθημα, παρόλο που δεν τον ενδιαφέρει, απλά και μόνο επειδή του ανετέθη. Και συντρίβει η διαδικασία αυτή κάθε αυταπάτη, προδίδοντας πως η «αποδοτικότητα», η αποτελεσματικότητα προκρίνεται εις βάρος –και τι ειρωνεία! Όλα αυτά σε μια σχολή «τεχνών»– της δημιουργικότητας. Γιατί η δημιουργικότητα δεν συνάδει με την παραγωγικότητα και τα προϊόντα της βιομηχανίας της κουλτούρας, την οποία προοριζόμεθα να επανδρώσουμε.

Όταν τύχεις της μεγίστης τιμής να διοριστείς διεκπεραιωτής, υπάρχουν τρεις τρόποι να επιβιώσεις α. προσαρμόζεσαι και δεν σε νοιάζει η δεν καταλαβαίνεις β. καταφεύγεις στον κυνισμό που λαμβάνει διαστάσεις επιδημίας γ. παίρνεις αντικαταθλιπτικά. Υπάρχει και μια τέταρτη διέξοδος. Να πάψουμε να είμαστε διεκπεραιωτές, αγωνιζόμενοι για να αλλάξει η κοινωνία η βασιζόμενη σε αυτή τη διαίρεση ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις και σε αυτούς που εκτελούν τις εντολές. Ποιος είπε ότι οι αλλεπάλληλες αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών δεν υπακούουν σε καμία λογική; Είναι η λογική, οι αξίες αυτής της κοινωνίας της διαιρεμένης σε αυτούς που σκέπτονται και σε αυτούς που εκτελούν το σημείο εκκίνησης τους. Από αυτές υπαγορεύεται η αντιμετώπιση μας ως ανήκοντες σε ένα στάδιο ενδιάμεσο του ενήλικα και του νηπίου. Το ότι αξιολογούμαστε για τις επιδώσεις μας, τη συνέπεια μας στην τήρηση κανόνων και διαδικασιών, στη διαμόρφωση των οποίων δεν μας επιτρέπεται να έχουμε λόγο.

Έχουμε, λοιπόν, εμπεδώσει το μάθημα μας. Τώρα πια τα αναρίθμητα κελεύσματα των οποίων έχουμε υπάρξει αποδέκτες και τα οποία κυμάνθηκαν –ανάλογα με την «κοσμιότητα» του δασκάλου– από το «παρακαλώ, μη μιλάτε», ως το «σκάστε!», μοιάζουν να συνθέτουν μια ευρύτερη εικόνα. Δεν μιλάμε και πολύ περισσότερο δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε κάτι για όλα τα προαναφερθέντα, παρότι η δυσαρέσκεια για τις «μεταρρυθμίσεις» είναι διάχυτη και αφορά το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών, αν κρίνει κανείς από τους ψίθυρους που ανταλλάσσονται δεξιά κι αριστερά. Δεν θα ήταν δύσκολο αυτή η κοινότητα, που μετά βίας αριθμεί 300 μέλη, να διαβουλευθεί, να διαπιστώσει ποια είναι η θέληση της και να φροντίσει να την επιβάλει. Όμως η γενική συνέλευση έχει απαξιωθεί και οι μηχανορραφίες και δημαγωγίες των παρατάξεων έχουν συμβάλλει σε αυτό τα μέγιστα. Αναντίρρητα είναι απεχθείς οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Συνιστούν, όσο και αν ενίοτε φαινομενικά αντιπαρατίθενται μαζί του, τα γνήσια τέκνα του εκπαιδευτικού συστήματος. Όμως, για το ότι νέμονται ό, τι έχει απομείνει από το δημόσιο χώρο, λυμαίνονται τη γενική συνέλευση που θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες να αποτελέσει χώρο δημοκρατικού διαλόγου επί ίσοις όροις και από κοινού λήψης αποφάσεων, η ευθύνη βαραίνει εμάς που αφήνουμε σε αυτούς τους νεοσσούς τη γραφειοκρατίας το πεδίο ελεύθερο, όπως και στις «μεγάλες» γραφειοκρατίες που είναι η μήτρα απ΄ όπου ξεπήδησαν. Μπορούμε να δώσουμε ένα τέλος. Προτείνουμε να συγκαλέσουμε γενική συνέλευση, στην οποία η μαζική συμμετοχή είναι αναγκαία, να συναποφασίσουμε τα αιτήματα μας, να τα διατυπώσουμε, να τα υποβάλλουμε προς έγκριση και, εφόσον δεν γίνουν αποδεκτά, να επιβάλλουμε την εξουσία της δημοκρατικής γενική συνέλευσης, της δίχως εκπροσώπους που να μην είναι διαρκώς υπόλογοι σε αυτήν, όντας ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, διαμέσου κινητοποιήσεων –η μορφή των οποίων θα αποφασιστεί τότε– ως της μόνης εξουσίας στο πανεπιστήμιο.

Καλούμε σε γενική συνέλευση την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου στις 15:00



Φοιτητές/τριες του ΤΗΧΕΙ, μέλη και φίλοι/ες της Πρωτοβουλίας Αυτόνομων Κέρκυρας