Thursday, November 27, 2008

Το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νηπιακή ηλικία

Πρόσφατα, ως γνωστόν, ανακοινώθηκε το νέο πρόγραμμα σπουδών του τμήματος μας. Όπως θα είναι μάλλον προφανές στον καθένα που το μελέτησε στοιχειωδώς –και όπως, άλλωστε, διαπιστώνεται από την απλή καθημερινή εμπειρία– το πλήθος των αναδιαρθρώσεων που με αυτό επιφέρονται ως κοινή συνισταμένη έχουν, πλάι στην ενίσχυση της τεχνοκρατικής πτυχής της σχολής, την περεταίρω εντατικοποίηση των ρυθμών φοίτησης. Όσο δε αφορά τον τρόπο λήψης των αποφάσεων, των αφορουσών τις εν λόγω ρυθμίσεις, αυτός χαρακτηρίστηκε από τη συνήθη αυθαιρεσία, με την οποία και οι προηγούμενες, συνεχείς ανακατατάξεις –που συνέβαλαν στην εμπέδωση ενός κλίματος αβεβαιότητας, αποσκοπούσας, θα έλεγε κανείς, στην καλλιέργεια της προσαρμοστικότητας μας, της αναγκαίας για την ανταπόκριση στα δεδομένα της διακρινόμενης από την επισφάλεια αγοράς εργασίας– επεβλήθησαν. Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει η αυτού μεγαλειότης, ο πρόεδρος, του οποίου οι, ούτως ή άλλως διευρυμένες, εξουσίες ενισχύονται συν τοις άλλοις από το εργασιακό καθεστώς του συμβασιούχου, στο οποίο το διδακτικό προσωπικό υπάγεται. Γεγονός που ως συνέπεια έχει, για λόγους ευνόητους, να δυσχεραίνεται η από πλευράς των διδασκόντων έκφραση, έστω, τυχών αντιρρήσεων.

Πολύ περισσότερο, για τις εκτεταμένες τροποποιήσεις δεν ζητήθηκε η γνώμη των άμεσα ενδιαφερόμενων, εκείνων… προς χάριν των οποίων όλα γίνονται, δηλαδή όλων εμάς, των φοιτητών και φοιτητριών του τμήματος. Ιδού, λοιπόν, το παράδοξο! Οι φοιτητές αντιμετωπίζονται ως ενήλικες όταν πρόκειται για τους εξουθενωτικούς ρυθμούς φοίτησης, στους οποίους καλούνται να ανταπεξέλθουν, αλλά δεν τους αναγνωρίζεται η ικανότητα να αποφασίζουν τι είναι καλό γι’ αυτούς, να επιλέξει τι χρειάζεται ο καθένας ξεχωριστά, βάσει των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και προβληματισμών του, να μάθει – θα αλλοίωνε, θα «έβλαπτε» κάτι τέτοιο τον χαρακτήρα του «προϊόντος» της σχολής. Δεν κρίνονται, φερειπέιν, τα προϊόντα –έ… οι φοιτητές θέλαμε να πούμε– αρκετά ώριμοι εάν πρόκειται να αντιπαραταχθούν με τη λογική του «λίγο απ’ όλα», της πολλαπλής εξειδίκευσης που κυριαρχεί στη σχολή· να αντιτάξουν, επί παραδείγματι, στην επιβεβλημένη παρακολούθηση πληθώρας αντικειμένων που ως απόρροια έχει την εκ των πραγμάτων πλημμελή ενασχόληση με το καθένα από αυτά, την επικέντρωση σε εκείνα που τους ενδιαφέρουν περισσότερο, ούτως ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία μιας όντως επισταμένης μελέτης, όπως και της καλλιέργειας των κλίσεων τους· όταν αξιώνουν να διαθέτουν το χρόνο τους, όπως αυτοί κρίνουν, αρνούμενοι να αποδεχθούν τα όσα ορίζονται από το πρόγραμμα σπουδών ως αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης τους.

Καθίσταται, επομένως, πρόδηλο ότι ο ρόλος που μας επιφυλάσσεται δεν είναι άλλος από αυτόν του παθητικού αποδέκτη. Οφείλουμε να απορροφήσουμε τον εκπεμπόμενο κατά τη διάρκεια της παράδοσης όγκο των πληροφοριών, των οποίων γινόμαστε αποδέκτες, δίχως να μας παρέχεται ο χρόνος της στοιχειώδους επεξεργασίας τους, προκειμένου να εξετασθούμε εν συνεχεία, για να διαπιστωθεί ο βαθμός της αφομοίωσης τους, σε μια διαδικασία η οποία θυμίζει εργαστηριακό έλεγχο των ιδιοτήτων αδρανών υλικών. Αυτό είναι το καθήκον μας και όχι η κριτική αποτίμηση των όσων διδασκόμαστε. Ο διάλογος σπανίζει και αυτό με σημαντική ευθύνη των ίδιων των φοιτητών, που ως μόνο ελαφρυντικό φέρουν το ότι είναι γαλουχημένοι με την αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το τι είναι καλό, το τι πρέπει να μάθουν, είναι άλλοι αρμόδιοι να το ορίσουν. Πρόκειται για τους ίδιους εκείνους που διαχειρίζονται το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο άλλωστε επιφορτίζεται με το να φέρει εις πέρας το καθήκον της εμφύσησης της προαναφερθείσας αντίληψης· να μυήσει στη λογική της εναπόθεσης της μοίρας μας ση γραφειοκρατία. Ύστερα οι σεβάσμιοι ακαδημαϊκοί άρχοντες κατακεραυνώνουν τους φοιτητές για το χαμηλό τους επίπεδο ως «ακαδημαϊκοί πολίτες» – μομφή η οποία συνεχώς εναλλάσσεται με την ασύστολη κολακεία, για να συνθέσουν μαζί έναν λόγο που, όχι τυχαία, μοιάζει να απευθύνεται σε νήπια. Και αναρωτιέται εύλογα κανείς αν είναι όντως ο φαρισαϊσμός τους τόσο απροκάλυπτος ή αν στ’ αλήθεια είναι τόσο αφελείς, αν αδυνατούν να συνυπολογίσουν την ευθύνη που οι ίδιοι φέρουν για όσα καταγγέλλουν.

Με λίγα λόγια, χωρίς το διάλογο το πανεπιστήμιο δεν είναι τέτοιο, αλλά παιδικός σταθμός, όπου μόνο βαβίσματα θα αντηχούν. Δεν ενθαρρυνόμαστε να μιλάμε. Τουναντίον, έχουμε διδαχθεί στην έως τώρα εκπαιδευτική μας πορεία να αδιαφορούμε για ότι λέγεται και να προσποιούμαστε πεισματικά το αντίθετο – κάτι που όλοι καμώνονται πως δεν αντιλαμβάνονται. Να κάνουμε ερωτήσεις, όχι επειδή μας ενδιαφέρουν τα όσα λέγονται στο μάθημα, αλλά αναμένοντας την επιβράβευση για την πρόθυμη συμμετοχή μας. Και αν διαισθανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά, έχουμε διδαχθεί να περιοριζόμαστε σε συζητήσεις στους διαδρόμους στην καλύτερη περίπτωση, ξορκίζοντας την κακιά μας μοίρα, οικτίροντας τους εαυτούς μας. Το να μοιραστούμε ανοιχτά τον προβληματισμό μας, προσβλέποντας σε μια συλλογική αντιμετώπιση των δυσχερειών, αποκλείεται ως επιλογή. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που δεν έχουν κανέναν προβληματισμό, καθότι υπήρξαν εξαιρετικοί μαθητές και φρόντισαν να προσαρμοστούν. Όλες οι απορίες τους λύθηκαν… Είναι και οι άλλοι που κάτι τους φταίει, αλλά δεν ξέρουν τι. Η έκδηλη μελαγχολία των τελευταίων στην περίπτωση της σχολής μας –όπου το μόνο που φαίνεται να επιβιώνει από το παρελθόν εν μέσω του καταιγισμού της ψηφιοποίησης και των «νέων τεχνολογιών» είναι τα στερεότυπα– αποδίδεται στην «ιδιοσυγκρασία του καλλιτέχνη». Αυτοί θα μιλήσουν μέσα από το έργο τους…

Ετούτη η δεξιότητα, η αποκτηθείσα κατόπιν τόσων κόπων, η ικανότητα να καταπνίγουμε όποια σκέψη, προτού καταφέρει να αρθρωθεί σε λόγο, μέλει να αποδειχθεί η πλέον πολύτιμη, όταν η ώρα της επιτέλεσης του έργου επιτέλους φτάσει· όταν οι μεγάλες προσδοκίες θα απέχουν μιαν ανάσα μόλις από την εκπλήρωση τους! Ανάμεσα στο πλήθος των προσόντων που θα μας έχουν εμφυτευθεί, έως ότου αποφοιτήσωμεν, συνιστά εκείνο, δίχως το οποίο διαθέτουμε ελάχιστες, μηδαμινές πιθανότητες να βρούμε αγοραστή στην αγορά εργασίας – αυτήν την αγορά η οποία απαρτίζεται από μουγγούς, βρισκόμενη σε αντιδιαστολή με την άλλη, την αγορά των ιδεών, την οποία έχει υποκαταστήσει. Όταν θα κληθούμε να υπηρετήσουμε τον τομέα της διαφήμισης ή κάποιαν άλλην από τις πολυπληθείς διακλαδώσεις της μαζικής κουλτούρας που, εκδιπλωνόμενες όπως αυτές ενός παρασιτικού φυτού, απομυζούν συστηματικά τον ξενιστή από κάθε ρανίδα ενέργειας. Τότε όπου θα κληθούμε να ανταποκριθούμε σε μια διαδικασία, η οποία αποτελεί το αντίστοιχο του να φέρει κανείς εις πέρας μια εργασία σε ένα μάθημα, παρόλο που δεν τον ενδιαφέρει, απλά και μόνο επειδή του ανετέθη. Και συντρίβει η διαδικασία αυτή κάθε αυταπάτη, προδίδοντας πως η «αποδοτικότητα», η αποτελεσματικότητα προκρίνεται εις βάρος –και τι ειρωνεία! Όλα αυτά σε μια σχολή «τεχνών»– της δημιουργικότητας. Γιατί η δημιουργικότητα δεν συνάδει με την παραγωγικότητα και τα προϊόντα της βιομηχανίας της κουλτούρας, την οποία προοριζόμεθα να επανδρώσουμε.

Όταν τύχεις της μεγίστης τιμής να διοριστείς διεκπεραιωτής, υπάρχουν τρεις τρόποι να επιβιώσεις α. προσαρμόζεσαι και δεν σε νοιάζει η δεν καταλαβαίνεις β. καταφεύγεις στον κυνισμό που λαμβάνει διαστάσεις επιδημίας γ. παίρνεις αντικαταθλιπτικά. Υπάρχει και μια τέταρτη διέξοδος. Να πάψουμε να είμαστε διεκπεραιωτές, αγωνιζόμενοι για να αλλάξει η κοινωνία η βασιζόμενη σε αυτή τη διαίρεση ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις και σε αυτούς που εκτελούν τις εντολές. Ποιος είπε ότι οι αλλεπάλληλες αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών δεν υπακούουν σε καμία λογική; Είναι η λογική, οι αξίες αυτής της κοινωνίας της διαιρεμένης σε αυτούς που σκέπτονται και σε αυτούς που εκτελούν το σημείο εκκίνησης τους. Από αυτές υπαγορεύεται η αντιμετώπιση μας ως ανήκοντες σε ένα στάδιο ενδιάμεσο του ενήλικα και του νηπίου. Το ότι αξιολογούμαστε για τις επιδώσεις μας, τη συνέπεια μας στην τήρηση κανόνων και διαδικασιών, στη διαμόρφωση των οποίων δεν μας επιτρέπεται να έχουμε λόγο.

Έχουμε, λοιπόν, εμπεδώσει το μάθημα μας. Τώρα πια τα αναρίθμητα κελεύσματα των οποίων έχουμε υπάρξει αποδέκτες και τα οποία κυμάνθηκαν –ανάλογα με την «κοσμιότητα» του δασκάλου– από το «παρακαλώ, μη μιλάτε», ως το «σκάστε!», μοιάζουν να συνθέτουν μια ευρύτερη εικόνα. Δεν μιλάμε και πολύ περισσότερο δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε κάτι για όλα τα προαναφερθέντα, παρότι η δυσαρέσκεια για τις «μεταρρυθμίσεις» είναι διάχυτη και αφορά το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών, αν κρίνει κανείς από τους ψίθυρους που ανταλλάσσονται δεξιά κι αριστερά. Δεν θα ήταν δύσκολο αυτή η κοινότητα, που μετά βίας αριθμεί 300 μέλη, να διαβουλευθεί, να διαπιστώσει ποια είναι η θέληση της και να φροντίσει να την επιβάλει. Όμως η γενική συνέλευση έχει απαξιωθεί και οι μηχανορραφίες και δημαγωγίες των παρατάξεων έχουν συμβάλλει σε αυτό τα μέγιστα. Αναντίρρητα είναι απεχθείς οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Συνιστούν, όσο και αν ενίοτε φαινομενικά αντιπαρατίθενται μαζί του, τα γνήσια τέκνα του εκπαιδευτικού συστήματος. Όμως, για το ότι νέμονται ό, τι έχει απομείνει από το δημόσιο χώρο, λυμαίνονται τη γενική συνέλευση που θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες να αποτελέσει χώρο δημοκρατικού διαλόγου επί ίσοις όροις και από κοινού λήψης αποφάσεων, η ευθύνη βαραίνει εμάς που αφήνουμε σε αυτούς τους νεοσσούς τη γραφειοκρατίας το πεδίο ελεύθερο, όπως και στις «μεγάλες» γραφειοκρατίες που είναι η μήτρα απ΄ όπου ξεπήδησαν. Μπορούμε να δώσουμε ένα τέλος. Προτείνουμε να συγκαλέσουμε γενική συνέλευση, στην οποία η μαζική συμμετοχή είναι αναγκαία, να συναποφασίσουμε τα αιτήματα μας, να τα διατυπώσουμε, να τα υποβάλλουμε προς έγκριση και, εφόσον δεν γίνουν αποδεκτά, να επιβάλλουμε την εξουσία της δημοκρατικής γενική συνέλευσης, της δίχως εκπροσώπους που να μην είναι διαρκώς υπόλογοι σε αυτήν, όντας ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, διαμέσου κινητοποιήσεων –η μορφή των οποίων θα αποφασιστεί τότε– ως της μόνης εξουσίας στο πανεπιστήμιο.

Καλούμε σε γενική συνέλευση την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου στις 15:00



Φοιτητές/τριες του ΤΗΧΕΙ, μέλη και φίλοι/ες της Πρωτοβουλίας Αυτόνομων Κέρκυρας


Friday, November 14, 2008

Ταινία καταστροφής ή Τα ζόμπι προσμένουν την ημέρα της κρίσεως

Δεν θα πρωτοτυπούσαμε, λέγοντας πως τα ελληνικά ηλεκτρονικά –και όχι μόνο– ΜΜΕ ομφαλοσκοπούν. Σε πλείστες όσες περιπτώσεις έχει στηλιτευθεί η αδιαφορία την οποία τα εγχώρια media επιδεικνύουν για τα τεκταινόμενα στη «διεθνή σκηνή», κριτική που ενίοτε ασκείται από τους ίδιους τους θαμώνες των φιλόξενων τηλεοπτικών συχνοτήτων. Οπότε, τις φορές εκείνες όπου οι διεθνείς εξελίξεις καταλαμβάνουν την τιμητική θέση του πρώτου θέματος στα δελτία ειδήσεων, προσλαμβάνουν ταυτοχρόνως τη χροιά ενός ακραίου καιρικού φαινομένου, ενός καταστροφικού τυφώνα που, εκκινούμενος άγνωστο από πού, εισβάλει στην –τηλεοπτική– επικράτεια μας, απειλώντας να διαταράξει βιαίως την τόσο οικεία μονοτονία της, τη διακρινόμενη από την περιοδικότητα της εναλλαγής των συνταρακτικών αποκαλύψεων τη συγκρινόμενη μονάχα με τη διαδοχή των εποχών του χρόνου – αν και αυτή η τελευταία έχει πλέον με τη σειρά της, πέραν πάσης αμφιβολίας, διασαλευθεί. Και βέβαια η «θεομηνία», εκτός από ανησυχητική και αναπόφευκτη, είναι, επίσης, ανεξήγητη. Όταν δε μιλάμε για τη «χρηματοπιστωτική κρίση», τα πράγματα καθίστανται έτι περεταίρω δυσνόητα. Οι «ειδικοί αναλυτές» μπορούν να καμώνονται πως εξηγούν για τα στεγαστικά δάνεια, τα «golden boys», τα «τοξικά ομόλογα», μετερχόμενοι όλους τους ανόητους νεολογισμούς της ημέρας, όσο η σύγχυση, που με τον τρόπο αυτό ενισχύεται, εντείνει ταυτοχρόνως την αίσθηση ότι επίκειται ο όλεθρος, στοιχείο αναπόσπαστο κάθε ταινίας καταστροφής. Όμως κάπου το σενάριο κάνει κοιλιά, ξεφουσκώνει, το σασπένς χάνεται και μαζί με αυτό η προσοχή του τηλεθεατή.

Έτσι είναι. Ακόμη και ενώπιον της επαπειλούμενης «κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος», της «μετάδοσης της κρίσης στην πραγματική οικονομία» κανείς μπορεί να αποβλέπει στο κέρδος. Τα ΜΜΕ εξακολουθούν να έχουν ως μέλημα τους τους δείκτες τηλεθέασης, την κερδοσκοπία, τη στιγμή που αυτή η τελευταία ευθύνεται για την καταστροφή, τον κίνδυνο της οποίας, υποτίθεται, επισείουν. Άλλωστε οι συνεχείς καταστροφές μπορούν να αποβούν επωφελείς, είναι μάλιστα αναγκαίες για την «πρόοδο», καθώς διακηρύττει το δόγμα του ακραιφνούς οικονομικού φιλελευθερισμού. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η λειτουργία της οικονομίας δεν γίνεται κατανοητή από τους πολίτες, όταν η οικονομία έχει ουσιαστικά αυτονομηθεί, έχει τεθεί στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, καταλήγοντας να ορίζει κάθε άλλη πτυχή της. Στο σημείο αυτό έγκειται η ιστορική καινοτομία της καπιταλιστικής θέσμισης, καθότι για πρώτη φορά έχουμε μια κοινωνία, στην οποία η οικονομική σφαίρα δεν επιδέχεται ελέγχου, δεν καθορίζεται από οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, αλλά αντιθέτως έχει πλήρως αποχαλινωθεί. Εντός αυτού του πλαισίου είναι που οφείλει να θεωρηθεί η «οικονομική κρίση», η οποία, όπως θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε στη συνέχεια, δεν είναι «οικονομική», ενώ διατηρούμε τις αμφιβολίες μας, για λόγους που επίσης εν συνεχεία θα αποσαφηνιστούν, για το κατά πόσο συνιστά «κρίση».

Θεωρούμε, λοιπόν, πως τα φαινόμενα των τελευταίων μηνών αποτελούν απόρροια της προαναφερθείσας αυτονόμησης της οικονομίας, της παντοκρατορίας των οικονομικών κριτηρίων. Είναι η μοίρα μιας κοινωνίας προσανατολισμένης στη «διαρκή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» –ανάπτυξη που δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό, ούτε υπακούει στην εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού καθιστάμενη η ίδια αυτοσκοπός– και η οποία κοινωνία για να λειτουργήσει οφείλει, όπως κάθε άλλη, να δημιουργήσει τον τύπο ατόμου που εξυπηρετεί την προσδοκώμενη διαιώνιση της. Η «ανάπτυξη» δεν μπορεί να επιτευχθεί δίχως την προώθηση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού. Ο ανθρωπολογικός τύπος που ο καπιταλισμός προάγει είναι, κοντολογίς, αυτός του ανθρώπου-ιδιώτη, ο οποίος κόπτεται αποκλειστικά για το δικό του συμφέρον. Δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι καμιά κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει, όταν τα μέλη της έχουν ως αποκλειστικό μέλημα τους την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Όταν διακρίνονται από τον κυνισμό, τον ατομικισμό, το ναρκισσισμό, από την αδιαφορία για τις συνέπειες των ενεργειών τους, της οποίας ενδεικτική είναι η μακαριότητα, με την οποία αντιμετωπίζεται η διαρκώς εντεινόμενη περιβαλλοντική κρίση, συνέπεια με τη σειρά της, της ανευθυνότητας που οι άνθρωποι επιδεικνύουν.

Αν ο καπιταλισμός επιβίωσε ως τώρα δεν το οφείλει σε αυτόν το τύπο ατόμου που «παράγει». Το χρωστά σε τύπους ατόμων που «κληρονόμησε» από προγενέστερες κοινωνικο-ιστορικές θεσμίσεις, στων οποίων, όμως, τη διάβρωση συστηματικά επιδίδεται. Στον δικαστή που πιστεύει στην απόδοση δικαιοσύνης, στον εκπαιδευτικό που διαθέτει την αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στην κοινωνία, στον ευσυνείδητο δημόσιο υπάλληλο που θέλει να κρατάει τους τύπους, στον εργάτη που, παρά την εκμετάλλευση την οποία υφίσταται, επιδιώκει από φιλότιμο να κάνει σωστά τη δουλειά του. Σήμερα είναι αυξημένες οι πιθανότητες ένας εκπαιδευτικός, φερ’ ειπείν, να μην κόπτεται να μεταδώσει οποιαδήποτε θετική αξία στους μαθητές του, ενδιαφερόμενος μονάχα για τα μισθολογικά του, τα ιδιαίτερα του κλπ. Και σε αυτήν του την αντιμετώπιση ενθαρρύνεται επιπροσθέτως από την επίγνωση του γεγονότος ότι οι μαθητές του θα είναι κατά πάσα πιθανότητα γαλουχημένοι με μια λογική του τύπου, «άντε να τελειώνουμε, να πάρουμε το πτυχίο μας, να κάνουμε καριέρα, να έχουμε αυτοκίνητο και σπίτι με πισίνα», αφού ο καταναλωτισμός αποθεώνεται, όντας ο περισπασμός για τα υπαρξιακά ερωτήματα, στα οποία είναι αδύνατο να δοθεί η όποια απάντηση από μια κοινωνία που νοσεί από την απουσία νοήματος, ως επακόλουθο της καταστρεπτικής επίδρασης του οικονομισμού. Γίνεται επομένως προφανές πως το ζήτημα εδώ δεν είναι να κρίνουμε τις αξίες που οι προαναφερθέντες τύποι ατόμων πρεσβεύουν. Να πούμε, δηλαδή, αν η δικαιοσύνη που ο ευσυνείδητος δικαστής απένεμε υπήρξε όντως τέτοια. Το ουσιώδες εν προκειμένω είναι να διαπιστώσουμε ότι όλες οι αξίες που άλλοτε συνείχαν τις κοινωνίες –συμπεριλαμβανομένων ακόμη και όσων ενέπνεαν τους πιστούς της καπιταλιστικής θρησκείας και πλέον επίσης καταρρέουν, παραγκωνιζόμενες από τον καιροσκοπισμό και την κερδοσκοπία [1]– έχουν πλέον εκλείψει ή τείνουν να εκλείψουν, υποκαθιστάμενες από τη μία και μόνη «αξία» της εποχής μας. Την αξία του χρήματος.

Καθίσταται πρόδηλο ότι η διαβρωτική δράση του καπιταλισμού, καταστρέφοντας κάθε έννοια που τα άτομα θα μπορούσαν να επενδύσουν με νόημα, εκδηλώνεται σε βάρος του κοινωνικού ιστού καθεαυτού, πλήττοντας τον ανεπανόρθωτα, έχοντας ως αποτέλεσμα την αποσάθρωση του. Η ανάπτυξη και ο ανταγωνισμός δεν είναι δυνατό να συνυπάρξουν με την αλληλεγγύη και την κοινότητα. Ήταν εν μέσω ενός περιβάλλοντος, το οποίο διεπόταν από τα εν λόγω χαρακτηριστικά που κατέστη δυνατή και η ανάδυση του κλασσικού επαναστατικού εργατικού κινήματος. Αρεσκόμαστε να σημειώνουμε ότι το εργατικό κίνημα επανειλημμένα «έσωσε» τον καπιταλισμό άθελα του, αναγκάζοντας τον σε υποχωρήσεις, κατακτώντας ελευθερίες και δικαιώματα, ανακόπτοντας τον παραλογισμό του. Χαρακτηριστικά, εφόσον ο καπιταλισμός δεν είχε συναντήσει τη σθεναρή αντίσταση των εργαζομένων στην επιδίωξη του –με την οποία απέβλεπε στη μεγιστοποίηση του κέρδους– για διατήρηση του εξουθενωτικού ωραρίου, των εξίσου εξοντωτικών ρυθμών και το εξευτελιστικών αμοιβών, τότε θα πνιγόταν μέσα σε έναν ωκεανό από το πλεόνασμα των αδιάθετων προϊόντων της εργασίας αυτής, αφού η απόλυτη ένδεια των εργαζομένων δεν θα τους επέτρεπε να τα καταναλώσουν. Δεν υπάρχει τίποτα που να μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο καπιταλισμός θα «παραχωρούσε ούτως ή άλλως» τα εν λόγω «προνόμια». Τουναντίον, κάθε αντίστοιχος ισχυρισμός είναι αστείος, αβάσιμος, μιας και δεν λαμβάνει υπόψη την «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, τις ασυναρτησίες όπως αυτές περί αυτορρύθμισης των αγορών κλπ. Εδώ και μια 35ετία περίπου –με αφετηρία, δηλαδή, οποία ειρωνεία, αλήθεια, την εποχή της μεσουράνησης των ταινιών καταστροφής που λέγαμε στην αρχή–, δεδομένης της ραγδαίας υπαναχώρησης των κοινωνικών κινημάτων, ο καπιταλισμός παίζει χωρίς αντίπαλο. Και έτσι η βλακεία επιδίδεται σε όργια…

Πως όμως οδηγηθήκαμε στην απάθεια, τη χαύνωση που μοιάζει να κυριαρχεί; Χάρη, βέβαια, σε αυτή τη βλακεία της καπιταλιστικής θέσμισης που κατά τα λοιπά αυτοπροβάλλεται ως «ορθολογική». Όπως φάνηκε και από την προηγούμενη αναφορά στο εργατικό κίνημα, ο καπιταλισμός έχει ανάγκη τη δημιουργικότητα των ανθρώπων. Δεν το γνωρίζει, όμως, και γι’ αυτό την καταστέλλει, έχοντας, ούτως ή άλλως, ως στόχο την «ορθολογική» κυριάρχηση επάνω στους ανθρώπους, όπως και σε βάρος της φύσης. Επιδιώκει να περιορίσει τη συμμετοχή τους σε ασφυκτικά πλαίσια. Αποζητά, επομένως, τη συμμετοχή τους στην παραγωγή, αλλά τους προορίζει για τη θέση του διεκπεραιωτή, του εκτελεστή εντολών, προερχόμενων από τη διοίκηση. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να έχουν λόγο πάνω στη διαδικασία της παραγωγής, να αποφασίζουν οι ίδιοι για το τι παράγουν, με ποιόν τρόπο, ποιο σκοπό εξυπηρετεί το προϊόν της εργασίας τους. Αντίστοιχα, στο πεδίο της πολιτικής οι άνθρωποι οφείλουν να περιοριστούν στο ρόλο του ψηφοφόρου, να αναθέτουν σε επαγγελματίες αντιπροσώπους τη διαχείριση των υποθέσεων τους.

Σε αυτήν την τάση του καπιταλισμού να επιβάλλει τον έλεγχό επάνω τους, σε αυτήν την από μέρους του επιζητούμενη «πραγμοποίηση» που από τη στιγμή που θα επιτυγχανόταν, θα σήμαινε αυτομάτως την κατάρρευση της κοινωνίας, οι άνθρωποι αντιστάθηκαν διαχρονικά, διεκδικώντας να έχουν λόγο για κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Η επιδίωξη τους αυτή εκφράστηκε ρητά διαμέσου των κοινωνικών κινημάτων που σημάδεψαν τη Δύση από το Διαφωτισμό και ύστερα. Πρόκειται για την έκφραση της μίας εκ των δύο αντινομικών πτυχών της διφυούς δυτικής παράδοσης, για το χειραφετισιακό πρόταγμα που συνυπάρχει με το κυριαρχικό σκέλος της σε μια σχέση διαρκούς αντιπαράθεσης, αλλά και αλληλοδιαπλοκής, εκατέρωθεν «μπολιάσματος». Καθώς η τάση του καπιταλισμού να «αξιοποιήσει» τη συμμετοχή των ανθρώπων κατ’ αποκλειστικότητα στους τομείς που κρίνεται σκόπιμο οδηγεί στην κατακρεούργηση της φαντασίας τους, η εξύψωση της παραγωγικότητας φέρει ως επακόλουθο την καταβαράθρωση της δημιουργικής τους δύναμης, η κυριαρχική πτυχή του δυτικού φαντασιακού λαμβάνει την πρωτοκαθεδρία, απειλόντας να επικρατήσει ολοκληρωτικά.

Αψηφώντας το βάθος αυτής της ανθρωπολογικής κρίσης, δεν είναι λίγοι όσοι εν μέσω αυτής επιμένουν να επικεντρώνονται στα επιφαινόμενα, στην οικονομία και σπεύδουν, βάσει αυτής τους της θεώρησης, ως προφήτες που διαβάζουν την κίνηση των νεφών να προδικάσουν την τροπή που τα πράγματα πρόκειται να λάβουν. Είτε προεξοφλούν την κατάρρευση του καπιταλισμού, επιχαίροντας γι’ αυτήν, είτε αναμένουν το ξέσπασμα εξεγέρσεων που «αναπόφευκτα» συνοδεύουν μια οικονομική κρίση, είτε ανακαλύπτουν συνομωσίες, είτε διαβεβαιώνουν πως ο καπιταλισμός «θα ανταπεξέλθει στις προκλήσεις, όπως πάντα έκανε», απορροφώντας τους «κραδασμούς» και επανακάμπτοντας δριμύτερος, όλοι έχουν ένα κοινό σημείο. Ανίκανοι να αποδράσουν από την παραδοσιακή λογική και οντολογία, αυτήν της καθοριστικότητας, αρνούνται τον χρόνο, την ιστορία ως πεδίο ανάδυσης της ριζικής ετερότητας, πεδίο δημιουργίας κοινωνικής, δημιουργίας μορφών ολοκληρωτικά νέων. Γι’ αυτούς οι ίδιες αιτίες έχουν πάντα τα αυτά αποτελέσματα. Ή τα πάντα «εξηγούνται», βάσει μιας απλής λογικής επαγωγής. Ή γίνονται προκειμένου να εξυπηρετηθεί ένας προκαθορισμένος σκοπός. Όμως η ιστορία δεν εκτυλίσσεται σύμφωνα με κάποιο σχέδιο, υπακούοντας στην «πανουργία του λόγου» και το κάθε ιστορικό γεγονός που λογίζεται σήμερα απλά ως «λογική συνέπεια» μιας α ενέργειας φαντάζει ως τέτοια, απλά και μόνον επειδή έχει ήδη συμβεί. Επειδή θεωρείται εκ των υστέρων υπό το πρίσμα των κρατουσών αντιλήψεων, ως εξέλιξη που υπήρξε αναπόδραστη. Αλλά οι πράξεις των ιστορικών υποκειμένων, ακόμα και όταν αυτά επιδιώκουν να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δεν έχουν απαραιτήτως την επιθυμητή κατάληξη, όπως καταδεικνύεται και από το παράδειγμα της αθέλητης «διάσωσης» του καπιταλισμού από το εργατικό κίνημα –το εργατικό κίνημα που αποσκοπούσε, ας μην το ξεχνάμε, στην ανατροπή του καπιταλισμού–, το οποίο προηγούμενα παραθέσαμε. Ή όπως υποδηλώνει το παράδειγμα ενός αυτοκράτορα μιας παραπαίουσας αυτοκρατορίας, ο οποίος, πασχίζοντας να επιτύχει τη διάσωση της, επιτείνει την έλευση της κατάρρευση της.

Σήμερα δίνεται η εντύπωση ότι οι άνθρωποι μετά από γενεές διαπνεόμενες από υπεραπλουστευτικές, μονοδιάστατες, «ορθολογικές» προσεγγίσεις του κοινωνικού και του ιστορικού έχουν τόσο εθιστεί σε αυτές, ώστε γίνονται οι ίδιοι, όντως, μονοδιάστατοι, κάτι που, εφόσον ισχύει, είναι ικανό να προξενήσει μόνο τη βαθιά ανησυχία για το τι πρόκειται να επακολουθήσει. Εμείς δεν φιλοδοξούμε να επιδοθούμε σε προφητείες – εικάζουμε δε ότι η «δημοφιλία» που αυτές σημειώνουν στις μέρες μας θα μπορούσε να ιδωθεί ως υπεραναπλήρωση, απόπειρα αντιστάθμισης της παροιμιώδους αδιαφορίας που οι κοινωνίες επιδεικνύουν για το μέλλον, του γεγονότος ότι φαίνεται οι άνθρωποι να βιώνουν ένα διαρκές παρόν, συνθήκη η οποία ερμηνεύει την απαράμιλλη ανευθυνότητα τους που προηγούμενα θίξαμε. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι παραιτούμεθα της εργασίας που ως στόχο έχει να διερευνήσει την πιθανή έκβαση των γεγονότων, αλλά ότι έχουμε συνείδηση των ορίων μιας τέτοιας απόπειρας. Του γεγονότος ότι αυτό που μέλει να επακολουθήσει εξαρτάται από εμάς – όχι εμάς την Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας, εμάς την κοινωνία. Με άλλα λόγια, η όποια απόπειρα διαύγασης των τεκταινομένων δεν αποσκοπεί στο να μαντέψουμε τι θα γίνει, άλλα στο να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε μέσα σε αυτήν τη συγκυρία.

Έτσι, λοιπόν, ξεκινάμε διαπιστώνοντας πως δεν μπορούμε να μιλάμε για κρίση. Δεν το επιτρέπει αυτό η διττή σημασία του όρου που υποδηλώνει την εκτύλιξη μιας διαδικασίας φθοράς, παρακμής, στην οποία όμως κυοφορείται κάτι. Η κρισιμότητα έγκειται στο διακύβευμα που αφορά στην ανάδυση μιας άλλης κατάστασης. Έχει, επομένως, η κρίση επίσης την έννοια της απόφασης που ακολουθεί μια σύγκρουση. Χωρίς αυτήν η όποια «κρίση» δεν είναι τέτοια, όντας, αντίθετα, ένα ακόμη επεισόδιο, παροξυσμικό έστω, σε μια, ούτως ή άλλως λαμβάνουσα χώρα, διαδικασία παρακμής. Και μπορεί η σήψη κάλλιστα να συνεχιστεί ανεξάρτητα από τις παρεμβάσεις των ηγετών, του Γκόρντον Μπράουν ή του Νικολά Σαρκοζύ – ο οποίος μέχρι χθες ασχολούταν με την Κάρλα Μπρούνι και το image making. Αψηφώντας την εκλογή του Μπάρακ Ομπάμα και την επιχειρούμενη αναζωογόνηση του «αμερικάνικου ονείρου», την προσπάθεια διάδοσης μιας «αισιοδοξίας που θα τονώσει τις αγορές». Η επανάκαμψη της πίστης σε μεσσίες –με τα όσα προδίδει για τις κοινωνίες που την ενστερνίζονται– είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική, ενώ σίγουρα μια κινητοποίηση η οποία θα φτάνει μέχρι την κάλπη δεν είναι ικανή να επιφέρει καμία ουσιαστική αλλαγή. Πόσω μάλλον όταν αφορά η παρακμή, όπως προσπαθήσαμε να δίξουμε, όχι την οικονομία, αλλά τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του.

Φαίνεται, λοιπόν, πως υφίσταται εδώ μια ομαδική παράκρουση – και βιώνεται, ίσως, με μια κάποια ανακούφιση, καθότι πρόκειται για μια από τις εξαιρετικά σπάνιες στους καιρούς μας περιπτώσεις, όπου οτιδήποτε βιώνεται συλλογικά. Η αφειδής κινδυνολογία μοιάζει να μην απέχει ιδιαίτερα από την ευχή, την προσμονή μιας καταστροφής που θα θέσει στον παραλογισμό, στην ανομία ένα τέλος. Θα επέλθει ως λύτρωση, ως κάθαρση, ως τιμωρία της ύβρεως, του ξεπεράσματος κάθε ορίου[2]. Όμως, είπαμε, εδώ δεν μιλάμε για τραγωδία. Ορισμένοι μπορεί να αναζητούν τις ρίζες του αγγλοσαξονικού μοντέλου αφήγησης στον Αριστοτέλη, αλλά αγνοούν το σημαίνοντα ρόλο που η πρόσληψη διαδραματίζει και δη, το μεγάλο ταλέντο του καπιταλισμού να εκφυλίζει, να ευτελίζει ότι πιάνει στ χέρια του – ήδη του πλέξαμε το σχετικό εγκώμιο. Επομένως, όσο και αν οι φιγούρες στην ταινία καταστροφής είναι μοιραίες, καθώς ανήμπορες συμπαρασύρονται από τον κόσμο τους, τον οποίο βλέπουν να καταρρέει γύρω τους εν μέσω μιας προσχηματικής πλοκής που φαντάζει ως φάρσα, δεν παύουν να είναι απλοί κομπάρσοι. Extras. Εφόσον αρκούμεθα στο ρόλο του κομπάρσου, η μοίρα του αναλώσιμου μας καλύπτει, τότε δεν έχουμε –όπως αλλού έχουμε γράψει– παρά να περιμένουμε τον υπερήρωα να μας σώσει. Ή έναν μεσσία.

Η παρακμή όμως δεν πρόκειται να αναχαιτιστεί από «φωτισμένους ηγέτες», όπως αυτούς που φέρονται στο παρελθόν να αντιμετώπισαν με επιτυχία κρίσεις που, επειδή υπήρξαν όντως τέτοιες, τους παρείχαν τη δυνατότητα να υποχωρήσουν, υιοθετώντας ιδέες από το στρατόπεδο του αντιπάλου, επειδή τότε υπήρχαν αντίπαλοι –διαδικασία που ασφαλώς δεν υπονοούμε πως εκτυλίχθηκε «συνειδητά», κατόπιν υπολογισμού, το υπογραμμίζουμε προς αποφυγήν τυχών παρεξηγήσεων, άλλωστε, ήδη αποπειραθήκαμε να σκιαγραφήσουμε την πολυπλοκότητα του κοινωνικό-ιστορικού πεδίου. Αν ο καπιταλισμός προχώρησε έως τώρα μέσα από την καταστροφή και αν αυτοκαταστρέφεται ο ίδιος, συμπαρασύροντας στην καταστροφή την κοινωνία, το ζητούμενο είναι μια άλλου τύπου καταστροφή. Η καταστροφή των υπαρχόντων θεσμών της κοινωνίας από την ίδια την κοινωνία που οφείλει να επανακάμψει στο προσκήνιο. Τη θεσμίζουσα κοινωνία, την κοινωνία που αυτοαλλοιώνεται. Μια καταστροφή η οποία εξ ορισμού συνεπάγεται, συμβαδίζει με τη δημιουργία. Τη δημιουργία νέων θεσμών, την ανάδυση νέων μορφών κοινωνικής ζωής. Και σε αυτό το σκέλος έγκειται η δυσκολία, αφού οι υπάρχοντες θεσμοί είναι ούτως ή άλλως ετοιμόρροποι. Προσδοκούμε και εργαζόμαστε για ένα ξέσπασμα που δεν μπορεί να προβλεφθεί, όπως η παρισινή κομμούνα, ο Μάης του ΄68 δεν προβλέφθηκαν. Από πού θα προκύψει; Εκ του μηδενός. Απροσδόκητα, όπως απροσδόκητες υπήρξαν πάντα οι εναλλαγές της κοινωνίας από την αποχαύνωση στη δράση. Κάποια στιγμή μια νέα γενιά ανθρώπων θα απηυδήσει. Αν αυτό δεν γίνει, τότε δεν θα γίνει τίποτα. Η παρακολούθηση ταινιών καταστροφής, πάντως, δεν αρέσει σε όλους… ελπίζουμε σε μια κρίση.

[1] Για μια αναλυτικότερη προσέγγιση της εν λόγω διαδικασίας και της αποτύπωσης της στην τρέχουσα «κρίση», ανατρέξατε εδώ σε πρόσφατη ανάλυση της πολιτικής ομάδας «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα».

[2] Για μια περεταίρω ανάπτυξη του εν λόγω σκεπτικού παραπέμπουμε στο προσωπικό κείμενο ενός εκ των μελών τη ομάδας, με τίτλο «Οι άνθρωποι της βροχής».