Sunday, October 19, 2008

Η καύση των νεκρών

Στις μέρες μας ενώπιον μιας πολιτικής ομάδας τίθεται αναπόφευκτα το εξής ερώτημα: σε ποιους απευθυνόμαστε εν μέσω της παρούσης συγκυρίας, όπου καθίσταται πρόδηλη η αδιαφορία των περισσοτέρων για τα κοινά και η αποκλειστική τους μέριμνα για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις; Με τι είδους ζητήματα καταπιανόμαστε, όταν η δημόσια σφαίρα διαρκώς συρρικνώνεται προς όφελος της, διαμορφούμενης από τα Μέσα, «επικαιρότητας», βάσει της οποίας ορίζονται τα ζητήματα που «απασχολούν τον κόσμο»; Εμείς συνηθίζουμε είτε να λαμβάνουμε ως αφορμή γεγονότα από την επικαιρότητα, επιχειρώντας να εξετάσουμε πτυχές τους που παραμένουν ανέγγιχτες από αυτήν την τελευταία, ως αφετηρία για να χαρτογραφήσουμε ένα ευρύτερο, πολυσύνθετο τοπίο, είτε επιλέγουμε να αγνοούμε την «ειδησεογραφία των ημερών» εντελώς. Και αυτό επειδή βρίσκουμε πως η κοινωνία παραμένει αμέτοχη στη δημιουργία των εν λόγω «ειδήσεων», αδράνεια που αφορά τόσο καθ’ εαυτή την κοινωνική κίνηση, το σε πιο βαθμό αυτή υφίσταται και σε ποιάν ένταση καταγράφεται από τα «ειδησεογραφικά δελτία», τα φύλλα των εφημερίδων, όσο και τη «διήγηση» των γεγονότων. Γεγονότα που σε εποχές αλλοτινές, διακρινόμενες από την «ελλιπή πληροφόρηση» θα διαδίδονταν από στόμα σε στόμα –όταν κάτι τέτοιο ήταν ακόμη εφικτό, τότε όπου ήταν δεδομένη η ύπαρξη της κοινότητας, αναγκαίας προϋπόθεσης για την εκτύλιξη μιας τέτοιας διαδικασίας και όπου τα μάτια δεν είχαν ακόμη ρόλο ηγεμονικό–, προκειμένου να «αλλοιωθούν» στην πορεία οι ακριβείς τους διαστάσεις, να προσλάβουν εκείνες του θρύλου, οι πρωταγωνιστές τους να μυθοποιηθούν. Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει τη δημιουργικότητα. Ακόμη και η δημιουργία φημών απαιτεί μια κάποια εμπλοκή με τα πρόσωπα και γεγονότα, στα οποία αυτές αναφέρονται. Μια τέτοια εμπλοκή, συναισθηματική και «φαντασιακή», σήμερα δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Σήμερα που οι φήμες διαχέονται από τους ρολίστες των τηλεοπτικών παραθύρων και τα δημοσιεύματα των παραπολιτικών στηλών.

Σήμερα η «αλλοίωση» των γεγονότων είναι άλλης τάξεως, άλλης ποιότητας. Δεν σκοπεύουμε να ισχυριστούμε ότι οφείλεται στις μεθοδεύσεις όσων κινούν τα νήματα των μηντιακών κολοσσών. Κάτι τέτοιο θα ήταν υποτίμηση της πολυπλοκότητας του ζητήματος. Αλλά θα συνιστούσε και υπερτίμηση του ρόλου εκείνων που, επιβεβαιώνοντας την προαναφερθείσα περιπλοκότητα του ζητήματος που θίγουμε, βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στα ίδια αυτά νήματα που φιλοδοξούν να κινήσουν. Όμως ο μόνος τρόπος, τελικά, με τον οποίο τα θέτουν σε κίνηση, ακόμα και αν τρέφουν την αυταπάτη ότι δύνανται να διατηρήσουν τον απόλυτο έλεγχο των πραγμάτων, να υπαγορεύσουν το ρυθμό της κοινωνικής κίνησης, δεν είναι παρά διαμέσου των σπασμωδικών και συνάμα μάταιων δικών τους κινήσεων, καθώς ταλαντεύονται στον ιστό της αράχνης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αντισταθεί σε ένα γεύμα μετά τη συνουσία. Γεύμα που ως κύριο πιάτο, ως γνωστόν, έχει το «σύζυγο», τον έχοντα μόλις ολοκληρώσει τα γονιμοποιητικά του καθήκοντα. Έτσι υπενθυμίζουμε για τους ξεχασιάρηδες πως η διαπαιδαγώγηση από πλευράς του θεάματος δεν εξαιρεί κανέναν –στην προκειμένη περίπτωση η παιδεία είναι δωρεάν για όλους– πόσω μάλλον εκείνους που το υπηρετούν από θέσεις καίριες, «νευραλγικές», θέσεις - κλειδιά, όντως, που ανοίγουν τις κερκόπορτες του ολέθρου – συγχωρέστε μας, φίλτατοι αναγνώστες για το πομπώδες ύφος, αλλά κι εμείς είμαστε τέκνα της κοινωνίας του θεάματος…

Το ξεκλείδωμα της «έβδομης σφραγίδας», λοιπόν, συνίσταται, όχι στα ψεματάκια που εσκεμμένα διαδίδονται από τα δελτία ειδήσεων προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, αλλά στην κατάλυση της χρονικότητας, την εισαγωγή της αίσθησης ότι τα προβαλλόμενα επί της οθόνης διεξάγονται σε ένα παράλληλο αχρονικό σύμπαν. Χαρακτηριστικά, εάν σας συμβεί η τρομερή ατυχία για όποιο λόγο να μην κατορθώσετε να παρακολουθήσετε δελτία ειδήσεων για 2 ή 3 μέρες, όταν επανέλθετε η συνδρομή σας θα έχει λήξει, θα έχετε πλέον απολέσει την επαφή σας με τον κόσμο. Αν για παράδειγμα μεταξύ 2 και 5 Οκτωβρίου δεν είχατε ανοίξει την τηλεόραση σας θα ψαχνόσασταν ύστερα να μάθετε ποιος είναι ο κος Δαϊλάκης. Ποιός είναι αυτός, ρωτάτε; Ε… ωχ! Δεν πολυθυμόμαστε τώρα… Τέλος πάντων. Αυτό ήταν ένα απλό, ίσως όχι εξαιρετικά επιτυχές παράδειγμα, μέσω του οποίου επιχειρούμε να καταδείξουμε τις επιπτώσεις της τάχιστης εναλλαγής των ειδήσεων με χρονικό ορίζοντα ολίγων ημερών. Όταν το σώμα της κοινωνίας παρακολουθεί, βρισκόμενο εν υπνώσει σχεδόν, ειδήσεις που αφειδώς, με ασύλληπτη αμετροέπεια διαφημίζονται ως συνταρακτικές, πρωτοφανείς, πρόσωπα και πράγματα ξάφνου αναφαίνονται στο προσκήνιο μόνο για να εξαφανιστούν εξίσου έξαφνα και κανείς να μη μιλά πλέον γι΄ αυτά, τότε έχει μεταμορφωθεί στο «σώμα των τηλεθεατών». Η στοιχειώδης διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είναι σημαντικό και σε αυτό που είναι ασήμαντο έχει καταπέσει, όταν διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικά γεγονότα έρχονται στη θέση των προηγούμενων, για να ισοπεδωθούν όλα μαζί εν μέσω της ασημαντότητας. Ο συνακόλουθος κατακερματισμός της μνήμης θα φορεθεί πολύ αυτή τη σαιζόν του θρυμματισμού της κοινωνίας. Οι ενότητες με τα ρεπορτάζ μόδας στα δελτία ειδήσεων το υποδηλώνουν.

Ενδεικτικό της ιλαροτραγικής αυτής κατάστασης, της διακρινόμενης από τη συλλογική απώλεια μνήμης, που δεν ενθυμούμεθα καλώς, αλλά νομίζουμε πως παραπάνω περιγράψαμε, είναι το διασκεδαστικό παράδειγμα των «χρονικών» που προβάλλονται κατά τη ροή –στο νου έρχεται η διάρροια– των δελτίων ειδήσεων, των αφορούντων «πολύκροτες» υποθέσεις. Υποθέσεις οι οποίες, παρότι είναι τέτοιες –δηλαδή πολύκροτες–, χρήζουν υπενθύμισης προς το κοινό. Τα συγκεκριμένα «χρονικά» έχουν τη χροιά των τρέιλερς που προβάλλονται προ της ενάρξεως κάθε επεισοδίου των καθημερινών σαπουνόπερων, υπενθυμίζοντας μας τι συνέβη στο προηγούμενο. Κάλλιστα δε θα μπορούσαν να υιοθετηθούν από τα δελτία ειδήσεων και εκείνα τα άλλα που στο τέλος κάθε επεισοδίου διαλαλούν τα όσα συνταρακτικά μέλει να επακολουθήσουν, ευελπιστώντας να διατηρήσουν αμείωτη την αγωνία των τηλεθεατών. Και στην προκειμένη περίπτωση, άλλωστε, η συνέχεια εγγυημένα θα είναι εξίσου προβλέψιμη, αφού ο ευτελισμός των θεμάτων και ο καταιγιστικός ρυθμός εναλλαγής τους διασφαλίζουν παραδόξως (;) ένα πράγμα: ότι η εντύπωση εκείνη που θα αναδυθεί εν τέλει θα είναι πως η στασιμότητα επικρατεί.

Το μήνυμα είναι, πάντως, εύληπτο: «δεν χρειάζεται να κουράζεσθε. Ό, τι χρειάζεται να θυμάστε, εμείς θα σας το θυμίζουμε». Λοιπόν, όπως θα είναι γνωστό, ιδίως σε όσους τυχαίνει να έχουν στο περιβάλλον τους δύστυχους γέροντες που υποφέρουν από Αλτσχάιμερ –και όπως άλλωστε πρέπει να είναι ευνόητο– η απώλεια τη μνήμης συνεπάγεται την απώλεια της εαυτότητας, της αυτοσυνειδησίας. Το ίδιο συμβαίνει και στο επίπεδο της κοινωνίας. Εμείς ποτέ δεν είπαμε, τουναντίον, ότι δεν ζούμε σε έναν κόσμο γερασμένο. Ερμηνεύεται έτσι η ανοχή που επιφυλάσσεται απέναντι στον εμπαιγμό, το χλευασμό, τον εξευτελισμό που συχνά οι ειδήσεις επιφυλάσσουν στην κοινωνία. Αυτά φαντάζουν να απευθύνονται σε κάποιον άλλο. Η κοινωνία δεν αναγνωρίζει πλέον το είδωλο της. Tο διαστρεβλωμένο της είδωλο που προβάλλεται στον παραμορφωτικό καθρέπτη του θεάματος, για το οποίο άλλοτε θα λέγαμε πως ασκούσε μια απαράμιλλη γοητεία στην κοινωνία, η οποία το κοίταζε, άλλοτε βαυκαλιζόμενη, άλλες φορές τρομάζοντας. Τα παιδιά αρχίζουν να αναγνωρίζουν το είδωλο τους περί την ηλικία των 3 ετών. Ποιος είπε ότι ο –διάχυτος στην κοινωνία μας– παλιμπαιδισμός δεν συνάδει με τη γήρανση;

Όμως πως κανείς να συνδεθεί, να εμπλακεί συναισθηματικά, όπως είπαμε, να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε όλο αυτό; Να ταυτιστεί με τις καρικατούρες των σήριαλ; Τους ανεπαρκώς δομημένους χαρακτήρες τους οποίους οι ανάγκες των χορηγών μορφοποιούν, όπως το πενάκι του γελοιογράφου τα έργα του, όπου μεμονωμένα χαρακτηριστικά ενός προσώπου υπερτονίζονται; Προξενεί τρόμο η ιδέα ότι ορισμένοι άνθρωποι πιθανόν να ταυτίζονται με τους εν λόγω χαρακτήρες, σύνδεση που όμως υφίσταται ως ένα βαθμό, αρκεί κανείς για να το διαπιστώσει να αναλογιστεί τα σλόγκανς, τα «catchphrases» που από τον κόσμο των σήριαλ περνούν στον πραγματικό, καθιστώντας τα μεταξύ τους όρια πλέον δυσδιάκριτα, επαναλαμβανόμενα μονότονα σε διαλόγους πραγματικών ανθρώπων που πασχίζουν να γίνουν καρικατούρες. Όπως αυτές που η επικαιρότητα προσπαθεί να τους κάνει με ή παρά τη θέληση τους, σε γνώση τους ή όχι. Τα παραδείγματα από τη σχετική «τυπολογία» των δελτίων ειδήσεων πάμπολλα. Ο συνταξιούχος που του ήρθε υπέρογκος λογαριασμός της ΔΕΗ, η «τραγική μάνα», η «γενιά των 700 ευρώ». Όλοι αυτοί είναι για την επικαιρότητα αυτό και μόνον αυτό που ο ρόλος τους ορίζει. Και τίποτε άλλο. Αυτά τα σημερινά παιδιά οφείλουν να αρκεστούν σε ετούτα τα παραμύθια. Κατά τι υποδεέστερα από του αλλοτινούς μύθους χάρη στους οποίους οι κοινωνίες συγκροτούσαν ένα «εμείς», μια ταυτότητα, την οποία οι σημερινές στερούνται. Τη συνοχή διαδέχεται η αποσάθρωση και οι σημερινοί «μύθοι» –που δεν είναι τέτοιοι, αλλά απλά ψεύδη– συμβάλλουν σε αυτό τα μέγιστα.

Σε μια κοινωνία όπου κάνει σημαία της την «αντικειμενική πληροφόρηση», αποδίδει στον εαυτό της ως ιδιότητες κενούς νεολογισμούς όπως «κοινωνία της πληροφορίας», έχουν τα ψεύδη διευρυμένες δυνατότητες για τη διάδοση τους και, όχι, αυτό δεν συνιστά οξύμωρο, δεν αποτελεί αντίφαση. Αυτή η κοινωνία μπορεί να κοιτάει αφ’ υψηλού, με αλαζονεία τις προγενέστερες που μετέδιδαν με «πρωτόγονα» μέσα τις πληροφορίες, αντιλαμβανόμενη μια διαδικασία συχνά δημιουργική, αυτή του «εμπλουτισμού» των απλών πληροφοριών ως φθορά και «υπανάπτυξη». Πολλές από τις κοινωνίες αυτές μπορεί να μην είχαν επίγνωση της ιστορικότητας τους – συναίσθηση του γεγονότος ότι αυτοαλλοιώνονταν, αυτομετασχηματίζονταν, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου επεδίωκαν το αντίθετο. Πάντοτε όμως είχαν μύθους. Σήμερα τείνουμε να μην έχουμε τίποτα από τα δύο. Οι «πρωτόγονοι» μετέδιδαν τα μηνύματα με σήματα καπνού. Οι σημερινές κοινωνίες, από την άλλη, μην έχοντας τίποτα άξιο λόγου να μεταδώσουν, εγείρουν ερωτηματικά αναφορικά με τη φύση και τη «φορά» του δικού τους αυτομετασχηματισμού, φαντάζοντας απλά να εκπέμπουν ένα απεγνωσμένο σήμα κινδύνου, να πέφτουν οι ίδιες στην πυρά, εξαϋλωνόμενες στο παραπέτασμα καπνού της «κοινής γνώμης».