Sunday, September 14, 2008

Το μνήμα της μνήμης

Ανακοίνωση για την υπόθεση του μνημείου της Ιταλικής μεραρχίας Aqui

Την περασμένη Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε στον «κήπο του λαού», η τελετή των αποκαλυπτηρίων του μνημείου ελληνοϊταλικής φιλίας εις μνήμην των πεσόντων της ιταλικής στρατιωτικής μεραρχίας Aqui, η οποία έδρευε στην Κέρκυρα κατά το ΄Β παγκόσμιο πόλεμο. Η τοποθέτηση του μνημείου προξένησε αντιδράσεις, προερχόμενες από τον «πολιτικό κόσμο» του νησιού, ο… οποίος κόσμος επέλεξε στην πλειοψηφία του να μην παραστεί στην εκδήλωση, ενώ στο προηγηθέν διάστημα, προεξαρχόντων όλων ανεξαιρέτως των τοπικών βουλευτών, είχε επιδοθεί σε έναν άτυπο συναγωνισμό μεγαλόστομων δηλώσεων, οι οποίες λάμβαναν συχνά χαρακτήρα παραληρηματικό.

Ιδού ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό απάνθισμα των προαναφερθεισών δηλώσεων: δεν θα μπορούσαμε ασφαλώς παρά να ξεκινήσουμε με το βουλευτή του ΚΚΕ κ. Μπάμπη Χαραλάμπους, ο οποίος ως γνωστών λόγω ιδεολογίας επιδεικνύει ιδιαίτερο ζήλο στα ζητήματα «πατριωτισμού». Διακρίθηκε επομένως και στην προκειμένη περίπτωση χάρη στην πανθομολογούμενη εφευρετικότητα που τον διέπει και την παραστατικότητα του λόγου του. Σε ένα ουρολαγνικό ντελίριο απεφάνθη πως αυτοί που στήνουν το μνημείο «προσκυνάνε τον κατακτητή» για να τους καταλογίσει εν συνεχεία ότι «φιλάνε κατουρημένες ποδιές». Έπεται ο κυβερνητικός βουλευτής κ. Νίκος Δένδιας, δια στόματος του οποίου μάθαμε πως όσοι συνηγορούν στην τοποθέτηση του μνημείου είναι απερίσκεπτοι που «ξύνουν πληγές του παρελθόντος». Τις ξύνουν ασφαλώς τις πληγές εκείνοι και όχι αυτός, μιας και είναι κατά πως φαίνεται επιβεβλημένη η εν λόγω αντιμετώπιση από μέρους του. Όχι, δεν έχει αυτός περιθώρια επιλογής. Δεν μπορεί παρά να κατακεραυνώσει με τη σειρά του τους κατακτητές. Μας καθησύχασε, λοιπόν, διαβεβαιώνοντας μας πως παρενέβη στον υπουργό εθνικής άμυνας Μειμαράκη, προκειμένου να μην παραστεί στην εκδήλωση αντιπροσωπεία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Πήραν τα στρατιωτάκια τους και πήγαν να παίξουν αλλού. Τέλος το χάλκινο μετάλλιο επάξια κερδίζει ο κ. Χρυσόστομός Μπούκας, γραμματέας της νομαρχιακής επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος συνέτεινε επί της ουσίας με τον ισχυρισμό του προαναφερθέντος πολιτικού ανδρός περί «ξυπνήματος παλαιών παθών», επισείοντας τον κίνδυνο της βεβήλωσης του μνημείου από κάποιο «θερμοκέφαλο». Πολύ σωστός, λογικότατος συλλογισμός! Επειδή μπορεί να βρεθούν ένας ή πέντε φασίστες δεν θα πρέπει να στηθεί το μνημείο. Μας εκπλήσσει η προθυμία των πολιτευτών μας να υποταχθούν στην τρομοκρατία μιας τόσο μικρής μειοψηφίας, ειδικά όταν σε πλείστες όσες περιπτώσεις διατρανώνουν τη βούληση τους να αντιταχθούν στις «οργανωμένες μειοψηφίες».

Η «πολιτική ζωή» του τόπου είναι γεμάτη αξιοπερίεργα και όλο μας αφήνει με την απορία. Διερωτώμεθα αφελώς για παράδειγμα: γιατί δεν έχουν όλοι αυτοί διαμαρτυρηθεί και για κανένα άλλο μνημείο ανάμεσα στα τόσα που κακώς «κοσμούν» τις πλατείες της πόλης; Για παράδειγμα να ζητήσουν να αφαιρεθεί η προτομή του Ιάκωβου Πολυλά από την πλατεία δημαρχείου, όπου δεσπόζει. Αυτή κι αν ξύνει πληγές. Πρόκειται για τον άνθρωπό που πρωτοστάτησε στο διωγμό του Εβραϊκού στοιχείου της πόλης μας το 1891, παροτρύνοντας με την πύρινη αρθρογραφία του στον τύπο της εποχής το όχλο να προβεί σε βιαιοπραγίες και λεηλασίες εναντίον της εβραϊκής κοινότητας. Οι προτροπές του ρατσιστή αντισημίτη έπιασαν τόπο. Τα χρόνια που ακολούθησαν το πογκρόμ, 3.000 από τους συνολικά πέντε χιλιάδες Εβραίους της πόλεως – το 1/5 του συνολικού πληθυσμού της – αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Αλλά αυτοί δεν ήταν ελληνορθόδοξοι…

Το καθεστώς του Μεταξά δεν ήταν και πολύ καλύτερο από το ιταλικό καθεστώς. Δεν σημαίνει όμως ότι όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας ήταν υποστηρικτές του. Με την ανοχή ή και παρότρυνση των τοπικών αρχών πολλοί κερκυραίοι λεηλάτησαν τα σπίτια των εβραίων, όταν οι τελευταίοι οδηγήθηκαν από τα στρατεύματα του Χίτλερ στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – αυτές τις πτυχές του «κερκυραϊκού πολιτισμού» όλοι τις «ξεχνουν», παρεμπιπτόντως. Δεν σημαίνει πως όλοι οι Κερκυραίοι ήταν καθάρματα. Λοιπόν δεν ήταν όλοι οι Ιταλοί την εποχή του Μουσολίνι φασίστες. Βρέθηκαν εδώ στην πλειονότητα τους παρά τη θέληση τους, απλοί φαντάροι και ορισμένοι εξ αυτών δεν γύρισαν ποτέ. Η απόδοση συλλογικής ευθύνης υπήρξε ίδιον των ολοκληρωτικών καθεστώτων, το υπενθυμίζουμε για τους όψιμους μα ένθερμους «αντιφασίστες». Όσο για μας έχουμε αυτό το βίτσιο: βρίσκουμε πως οι ζωή ενός Ιταλού δεν αξίζει λιγότερο από αυτήν ενός Έλληνα. Είναι τόσο θλιβερό να πολεμά κανείς για τα «πάτρια εδάφη» – και να γίνεται τροφή για τα εδάφη αυτά που λιπαίνονται με αίμα.

Ο Άγις Στίνας (Σπύρος Πρίφτης) περιγράφει στις «Αναμνήσεις» του περιστατικά κατά τα οποία Ιταλοί και Γερμανοί στρατιώτες παραδόθηκαν οικειοθελώς στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, ανεμίζοντας λευκές σημαίες, ενίοτε τραγουδώντας τη Διεθνή, κάποιες φορές εκφράζοντας την πρόθεση να πολεμήσουν στις τάξεις του. Η συνήθης τύχη τους; Αφέθηκαν να πεθάνουν από την πείνα και τις αρρώστιες, εκτελέστηκαν, πυροβολήθηκαν πισώπλατα για να τους πάρουν στη συνέχεια τα άρβυλα. Ιδού το «μεγαλείο» της τιμημένης εθνικής αντίστασης, του σωβινισμού. Ποιος Κερκυραίος σήμερα θυμάται τον συντοπίτη μας Στίνα; Τον επαναστατικό ντεφαιτισμό, το Διεθνισμό, την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση; Κανείς ή ελάχιστοι, αφού, βλέπετε, ο Στίνας με τους συναγωνιστές του έγραφαν προκηρύξεις στα γερμανικά, όπου καλούσαν του φαντάρους να συναδελφωθούν με το πλήθος, δεν έβαψαν τα χέρια τους με αίμα. Και η εθνική ιστορία το απαιτεί το αίμα, γιατί με αυτό γράφεται.

Το γελοίο, το οξύμωρο στην όλη υπόθεση, λοιπόν, έγκειται, –για λόγους που εκτενέστερα, για όποιον ενδιαφέρεται, αναλύονται στο παλαιότερο κείμενο μας «η λήθη ενίοτε γίνεται μνημειώδης»– στο ότι μιλάμε για μνημεία. Υπό αυτό το πρίσμα η παράταιρη δήλωση του δημάρχου – αν και ενδέχεται να πρόκειται για ένα από τα συνήθη σαρδάμ του κου Μικάλεφ, ο οποίος δεν φημίζεται για τη ρητορική του δεινότητα – επαληθεύεται. Να η βαρυσήμαντη δήλωση που απομόνωσαν τα Μέσα: «το μνημείο συμβάλλει στη λήθη μιας περιόδου καταστροφικής για την πόλη και το λαό μας». Επαληθεύεται είπαμε και στο νου έρχεται η πλατωνική σημασιοδότηση της αλήθειας. Α-λήθεια, μη-λήθη. Όντως λοιπόν. Επικρατεί η λήθη. Κάτι είχαμε καταλάβει… Όσα περισσότερα τα μνημεία που στήνει μια κοινωνία με συλλογική αμνησία, τόσο πυκνότερο υφαίνεται το πέπλο της λήθης. Μνημεία ταφικά. Επιτύμβιες πλάκες εις ανάμνησιν της μνήμης… Έτσι αποτελεί τραγέλαφο το να επικαλούνται οι πολιτευτές την «ιστορική μνήμη», εξυπηρετώντας μικροπολιτικές σκοπιμότητες, είτε πρόκειται για την άσκηση των πάσης φύσεως «αντιπολιτευτικών τους καθηκόντων», είτε για την απόπειρα να συσπειρώσουν τον σκληρό πυρήνα του κομματικού τους ακροατηρίου που είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευσυγκίνητος, όταν πρόκειται για «εθνικά ζητήματα» – βλέπετε όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα είναι «πατριωτικά», δηλαδή εθνικιστικά. Αλλά δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ιστορική μνήμη, όταν στο όλο πακέτο συμπεριλαμβάνονται δράκοι και λοιποί μπαμπούλες. Μιλάμε στην περίπτωση αυτή για παραμύθια. Ευχόμαστε λοιπόν στα μαγεμένα βασιλόπουλα και τις βασιλοπούλες – τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες του τόπου μας – να λυθούν τα μάγια γρήγορα και από βάτραχοι να γίνουν όλοι πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Και έτσι θα απαλλαχθούν και από το άγχος της κάλπης…