Monday, September 8, 2008

Το απογυμνωμένο γεύμα

*Τροφή για σκέψη*

Το φαγητό υπήρξε για όλες τις κοινωνίες μια ιεροτελεστία. Η ποικιλία των όσων έχουν κριθεί κατάλληλα προς βρώσιν στο πέρασμα των αιώνων, ή των όσων σήμερα τρώγονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, υποδηλώνει πως η τροφή, μακράν του να είναι απλά και μόνο μια ανάγκη βιολογική, συνιστά μιαν ανάγκη κοινωνικά θεσμισμένη, που, όπως με όλες τις κοινωνικές ανάγκες συμβαίνει, προϋποτίθεται να υποστεί μια πολιτισμική επεξεργασία, μια φαντασιακή επένδυση, προκειμένου να καταστεί τέτοια. Σε αυτό συνηγορεί πληθώρα παραδειγμάτων από τον τοτεμισμό, τις «πρωτόγονες» φυλές που πιστεύουν πως έλκουν την καταγωγή τους από ένα ιερό ζώο, το οποίο απαγορεύεται να σκοτώσουν με μόνη εξαίρεση μια φορά το χρόνο, οπότε και το τρώνε, όπως επιτάσσει το αυστηρό τελετουργικό, ως το οικογενειακό τραπέζι, την επίκληση του θεού από τον οποίο ζητείται να ευλογήσει τη βρώση και την πόση. Το νέκταρ και η αμβροσία. Οι σπονδές, οι τελετουργικές θυσίες. Οι διονυσιακές γιορτές με την έκσταση που τις συνόδευε. Η επιταγή η απαράβατη για έναν ορθόδοξο Εβραίο να μην μοιράζεται το γεύμα του με έναν αλλόθρησκο. Το χοιρινό κρέας για τους Εβραίους πάλι ή τους Μουσουλμάνους. Οι ιερές αγελάδες των Ινδών. Η απέχθεια που προξενεί στον δυτικό το διαιτολόγιο των Κινέζων. Όλα καταμαρτυρούν πως ποτέ οι άνθρωποι δεν έτρωγαν, αποσκοπώντας μονάχα στο να γεμίσουν το στομάχι τους.

Όσα προαναφέρθηκαν αντιμετωπίζονται από την υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση ως κατασκευάσματα της «παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας», ως δεισιδαιμονίες. Και ο χλευασμός που τους επιφυλάσσεται προδίδει την αλαζονεία, η οποία διέπει μιαν εποχή που –εφόσον θα έπρεπε να υιοθετήσουμε την προσέγγιση περί «περιόδων ανάπτυξης» της ανθρωπότητας, αντίστοιχων με τα ηλικιακά στάδια από τα οποία διέρχεται ένας άνθρωπος– μοιάζει να πρεσβεύει τη γεροντική ηλικία της ανθρωπότητας, να έπεται της απευθείας μετάβασης σε αυτήν με ένα άλμα και μόνο. Αρτηριοσκληρωτική όντας, αδυνατεί να συλλάβει πως η δική της δεισιδαιμονία έχει πολύ πιο δυσμενείς –ολέθριες θα έλεγε κανείς– συνέπειες. Πρόκειται βέβαια για την «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού. Μια ψευδο-ορθολογικότητα, μια ορθολογικότητα εργαλειακή που αφορά στην επιλογή των μέσων, των οποίων οφείλει κανείς να μετέλθει για την επίτευξη ενός σκοπού. Όμως αυτός ο (αυτό)σκοπός, η οικονομική αύξηση, διαφεύγει οποιουδήποτε ορθολογικού ή άλλου ελέγχου. Και ως συνέπεια όλων αυτών ο άνθρωπος ταυτίζεται με μια μηχανή, επιφορτισμένη με το καθήκον να φέρει εις πέρας την δίχως τέλος –δίχως πέρας, δίχως σκοπό– ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Για ποιόν όμως αυτή η ανάπτυξη; Και γιατί; Έχουμε ενώπιον μας μια κατάσταση, η οποία προσομοιάζει στη βουλιμία. Τη διατροφική διαταραχή που συνίσταται στο να τρώει κανείς με λαιμαργία, να καταβροχθίζει χωρίς σταματημό μόνο και μόνο για να ξεράσει εν συνεχεία.

Επομένως, υπό αυτό το πρίσμα, βάσει των προαναφερθέντων φαντάζει λιγότερο παράδοξο, παρέχεται μια κάποια εξήγηση στο γιατί κυκλοφόρησε προσφάτως στην αγορά λάδι φυτικό σε πρόσμιξη με ορυκτέλαιο, μιας και, προφανώς, με την κατανάλωση του θα επιτυγχάνεται η πλέον εύρυθμη λειτουργία της μηχανής, της οποίας τα γρανάζια έχουν, όπως είναι ευνόητο, ανάγκη από τακτικό λάδωμα. Αυτό επιτάσσει η αποδοτικότητα. Όπως επιτάσσει ταχύτητα. Φρενήρεις ρυθμούς εν μέσω των οποίων πασχίζεται να χωρέσει και η πρόσληψη τροφής, της απαραίτητης καύσιμης ύλης. Τροφές εμπλουτισμένες με όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Γιαούρτια - πολέμιοι της δυσκοιλιότητας για ικανοποιημένους, παραγωγικούς εργαζόμενους. Παιδικά γιαούρτια και φρουτόκρεμες με «ειδικά μελετημένη σύνθεση», ούτως ώστε να εξοικειωνόμαστε παιδιόθεν με τα νέα διατροφικά ήθη. Με τη δίαιτα του αστροναύτη η οποία εκτός του ότι απαρτίζεται από τροφή που προσλαμβάνεται σε σκόνη, προοριζόμενη για μια κοινωνία κονιορτοποιημένη –μια κοινωνία σε σκόνη– είναι συμβεβλημένη με τις κανιβαλικές διατροφικές συνήθειες του καπιταλισμού – εντάξει, δεν κυριολεκτούμε, αναφερόμαστε στις γνωστές θυμοσοφίες του τύπου «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» κλπ, κλπ. Οφείλει κανείς όμως να αναγνωρίσει την αδηφαγία του καπιταλισμού. Την ακόρεστη πείνα του για κυριάρχηση επάνω στη φύση και τον άνθρωπο.

Αυτή η λειτουργιστική προσέγγιση που προηγούμενα περιγράφηκε έχει ως παρεπόμενο τη φτώχεια. Δεν πρόκειται για φτώχεια υλική. Όπως έχουμε πει αλλού –και όπως καταμαρτυρείται από το φαινόμενο της αυξανόμενης παχυσαρκίας που μαστίζει τις τάξεις της εργατικής τάξης– το πρόβλημα των σημερινών δυτικών κοινωνιών δεν είναι η απαθλίωση του προλεταριάτου. Ο καπιταλισμός καλύπτει τις ανάγκες στη «εφεύρεση» των οποίων βασίζεται, εξαρτάται δηλαδή από το φαντασιακό –οι ανάγκες της εκάστοτε κοινωνίας, όπως ήδη είπαμε, τίθενται από την ίδια–, το επισημαίνουμε για όσους ακόμη αρνούνται να αντικρύσουν τα συντρίμμια της «ορθολογικότητας» του. Είναι όμως αυτό ένα φαντασιακό αποστεωμένο, δίχως δική του υπόσταση. Μιλάμε, λοιπόν, για μια ένδεια φαντασιακή, η οποία διέπει μια κοινωνία πάσχουσα από μια ψύχωση που την ωθεί να ανακαλύψει την «πραγματική» φύση των πραγμάτων. Την «πραγματική» τους λειτουργία, πέρα από τα «επιφαινόμενα», από το «εποικοδόμημα». Και έχει πλέον φτάσει στο σημείο να αποκαλύψει τα οστά της «πραγματικότητας». Ξεχνώντας δε ότι η κάθε κοινωνία δημιουργεί εν πολλοίς τη δική της πραγματικότητα, η δική μας είναι ιδιαιτέρως απορροφημένη σε ετούτη τη δραστηριότητα, η οποία στο νου φέρνει τα μεγάλα πνεύματα της Αναγέννησης, το Λεονάρντο Ντα Βίντσι που προμηθευόταν λαθραία πτώματα καταδίκων, προκειμένου να προβεί σε νεκροτομή, ούτως ώστε να μελετήσει την ανθρώπινη ανατομία. Ενάντια στο σκοταδισμό της εκκλησίας ο Ορθός Λόγος όφειλε να θριαμβεύσει. Μόνον που σήμερα η ψευδοορθολογικότητα, έχοντας η ίδια εδραιωθεί ως θρησκεία των καιρών μας, διεξάγει τη δική της ιατροδικαστική εξέταση επάνω στο πτώμα, στο άμοιρο κουφάρι της κοινωνίας… Τα σαπροβόρα έχουν τρομερή όρεξη…

Ήταν κάποτε καλοκαιρινά μεσημέρια ή απογεύματα ή βράδια εν μέσω της ραστώνης, υπό τη συνοδεία των γεύσεων φρούτων εποχής. Καρπούζια, πεπόνια, ροδάκινα –ξέρουμε, άραγε, σήμερα ποια είναι τα φρούτα εποχής;– και ύστερα, καθώς το θέρος πλησίαζε στο τέλος του, τα σταφύλια, τα πρώτα σύκα που προανήγγελλαν την έλευση του Φθινοπώρου. Όπως αυτές τις μέρες. Μόνο που τις μέρες αυτές αν επιχειρήσει κανείς αδαής να αναβιώσει τέτοιες στιγμές, περασμένες ανεπιστρεπτί, θα μείνει με μια πικρή γεύση στο στόμα. Δεν θα ‘ναι από τα φρούτα. Αυτά πλέον δεν έχουν γεύση. Θα είναι η απογοήτευση εκείνη που θα έχει δοκιμάσει. Περσυνά ξινά σταφύλια… Οι γεύσεις των παιδικών μας χρόνων. Εξορισμένα αυτά τα τελευταία, πλάι στην «παιδική ηλικία της ανθρωπότητας». Όσοι είναι σήμερα παιδιά, στο μέλλον θα ανακαλούν ως τέτοιες γεύσεις τα χάμπουργκερς και τα τυρογαριδάκια – καημένα παιδιά! Φαίνεται πως πια στις φλέβες του σύγχρονου ανθρώπου κυλάει νερό – δύσμοιρα κουνούπια! Όπως αυτό που έχουν μέσα τους πια τα ροδάκινα. Δαγκώνεις και χύνεται στο πάτωμα. Κι όμως είναι οι άνθρωποι του καιρού μας, θα έλεγε κανείς, συναισθηματικά, ψυχικά αποξηραμένοι.

Ο Φρόυντ, μιας και μιλάμε για ψυχή, περιέγραψε τη libido, παραλληλίζοντας τη με το αίσθημα της πείνας. Η libido formandi είναι η επιθυμία για διαμόρφωση, το δημιουργικό πάθος που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο ον – ή που το χαρακτήριζε άλλοτε. Σήμερα οι άνθρωποι πάσχουν, θα τολμούσαμε να πούμε, από δημιουργική ανορεξία. Απρόθυμοι, ανόρεκτοι και ίσως πλέον ανήμποροι να δημιουργήσουν, ακόμη και αν πρόκειται για μια δραστηριότητα, όπως το… μαγείρεμα, αρκούνται στο χυλό που μαγειρεύεται με τα υπολείμματα που έχουν περισσέψει από το φαγητό της προηγούμενης μέρας. Με ότι άλλοτε αποτελούσε βίωμα της κοινωνίας, ενώ σήμερα υποβιβάζεται σε «εξευγενισμένη» εικόνα. Συνηθισμένοι, εξοικειωμένοι με την απουσία νοήματος, αρκούνται επί παραδείγματι στις υποσχέσεις της διαφήμισης, της βιομηχανίας υγιεινής διατροφής, για «παραδοσιακές, αυθεντικές γεύσεις», υποσχέσεις καταδικασμένες να παραμένουν ανεκπλήρωτες, που έρχονται να υπενθυμίσουν ότι ζούμε σε έναν κόσμο, ο οποίος εκτός από α-νόητος είναι, κατά πως φαίνεται, και άγευστος. Καμία έκπληξη.

m