Wednesday, July 2, 2008

Το λιμάνι της ανίας

Το λιμάνι της ανίας

Το ταξίδι ανέκαθεν συνέβαλε στο μπόλιασμα πολιτισμών. Όποιος και να ήταν αυτός, πάντοτε υπήρχε ένας λόγος για τη μετακίνηση και ακόμη και όταν αυτός ήταν το εμπόριο, η τελικώς διενεργούμενη δοσοληψία ποτέ δεν ήταν αμιγώς οικονομική, καθώς πάντοτε το φορτίο του πλοίου περιελάμβανε επίσης άγνωστα στον τόπο προορισμού ήθη, κουλτούρα, ιδέες. Η πρόσμιξη τους με τα αντίστοιχα ντόπια όταν το πλοίο έδενε σε νέα λιμάνια, απέρρεε στην ανάδυση δημιουργιών ολοκληρωτικά νέων, μη αναγώγιμων στα στοιχεία εκ των οποίων συνετέθησαν, μη αποτελούντων απλό άθροισμα αυτών των τελευταίων. Αυτός ο καρπός της ευτυχούς συγκυρίας, το απροσδόκητο ευτύχημα υπήρξε σύμφυτο με την αλλοτινή φύση του ταξιδιού, τότε όπου το γεγονός ότι η πορεία ήταν συνήθως αποφασισμένη εκ των προτέρων, χαραγμένη επάνω σε ναυτικούς χάρτες, δεν απέκλειε μια ενδεχόμενη παρέκκλιση από αυτήν. Ο αστρολάβος θα μπορούσε να λαθέψει. Έτσι, ο προσανατολισμός ο βασιζόμενος στην τροχιά των ουράνιων σωμάτων, θα μπορούσε κάλλιστα να καταστήσει τους ίδιους τους ταξιδιώτες πλάνητες. Ούτε βέβαια ήταν ο σχεδιασμός του ταξιδιού ικανός να ξορκίσει το ενδεχόμενο να μην υπάρξει επιστροφή.

Ξέρουμε πλέον ότι στην άκρη του κόσμου δεν απλώνεται η άβυσσος. Η Γή δεν είναι επίπεδη. Μόνο η εποχή μας είναι μονοδιάστατη. Σήμερα όπου το ταξίδι έχει σχεδόν εκλείψει, υποκαθιστάμενο από τον τουρισμό, κάθε πτυχή της μετακίνησης είναι προγραμματισμένη σε κάθε της λεπτομέρεια και η όποια απόκλιση από το σχέδιο, όπως επί παραδείγματι μία καθυστέρηση στην αναχώρηση, εγείρει ζήτημα αποζημίωσης του καταναλωτή για την απώλεια του χρόνου του. Όσο για τις αποσκευές που είναι το μόνο –πέραν, βέβαια, του πολυπόθητου συναλλάγματος– που ο ταξιδιώτης κομίζει, πρέπει να τακτοποιηθούν επίσης με ιδιαίτερη μέριμνα, μεταξύ άλλων λόγων και για να χωρέσουν τα made in China σουβενίρ που θα είναι το μόνο που θα πάρει μαζί του επιστρέφοντας. Και βέβαια το ταξίδι δεν είναι πια πολύμηνο. Η τεχνική πρόοδος μεριμνεί, ούτως ώστε οι αποστάσεις να εκμηδενίζονται, ακόμη και οι πλέον απομακρυσμένες περιοχές να είναι προσβάσιμες. Τίποτα πλέον δεν απομένει ανεξερεύνητο. Καμιά γωνιά του κόσμου δεν μέλει να ανακαλυφθεί και μόνο οι διαφημιστικές καμπάνιες των τουριστικών πρακτορείων βρίθουν ισχυρισμών περί του αντιθέτου, με μόνους τους πελάτες τους να το πιστεύουν.

Το ανέξοδο των μετακινήσεων, η ευκολία αυτή που πλέον τις διέπει μοιάζει να υπεραναπληρώνει, να προωθείται μάταια ως αντιστάθμισμα για το γεγονός ότι κανείς πλέον, ακόμη και αν φτάσει ως την άκρη του κόσμου, δεν μπορεί να πάει πουθενά αλλού. Για τη διαπίστωση ότι σήμερα η μετακίνηση δεν έχει καμία απολύτως συνέπεια για τον ταξιδιώτη, θετική ή αρνητική, καθώς ακόμα και στη σπάνια περίπτωση όπου αυτός αναζητεί κάτι άλλο, το μόνο που θα συναντήσει θα είναι μια φολκλόρ εκδοχή των προϊόντων της βιομηχανίας της κουλτούρας. Και αυτό για έναν επιπλέον λόγο. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ταξιδεύει με κάποιο σκοπό, υποκινούμενος έστω από μια «εσωτερική» ανάγκη. Το κάνει απλά επειδή μπορεί, επειδή η συνθήκες το επιτρέπουν, επιδιδόμενος ενίοτε σε μια σαφώς μάταιη αναζήτηση στο χώρο, εκείνου που έχει εξοριστεί από το χρόνο μιας καθημερινότητας, διακρινόμενης από την κοινοτυπία και την κενότητα.

Έχουμε, λοιπόν, το οξύμωρο μιας κοινωνίας, όπου, ενώ διαμέσου της μαζικής κουλτούρας στην οποία προαναφερθήκαμε, φαντασιώνεται το ταξίδι στο χρόνο ή την κατάκτηση του διαστήματος, παραμένει τελικά καθηλωμένη, εβρισκόμενη στην πλήρη ακινησία. Εν τέλει είναι το μέσο –η τεχνική πρόοδος– που εξυμνείται, όντας διαχωρισμένο από το σκοπό. Το σημείο καμπής σε αυτήν τη διαδικασία αποτυπώνεται στο έργο του Ιουλίου Βερν «ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Η ταχύτητα είναι που μετράει. Τελικά εν μέσω αυτής της δίνης, της ζάλης ποιός είναι, αλήθεια, ο σκοπός – πέραν, ίσως, του να επιβεβαιώσει ο άνθρωπος την εικόνα του ως κυρίου του κόσμου; Τι αξία μπορεί να έχει ο στίχος του ποιητή «σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι να ΄ναι μακρύς ο δρόμος»; Αλλά, όπως είπε ένας άλλος ποιητής, η εποχή μας δεν είναι εποχή για ποίηση. Είναι εποχή για σουβλάκια. Και τέτοια οι τουρίστες που θα επιλέξουν να «ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα» θα έχουν την ευκαιρία να γευθούν πολλά. Τους λωτούς τους έχουν, προφανώς, ήδη καταβροχθίσει.

Καθώς η ιλιγγιώδης ταχύτητα σκορπίζει στη λήθη κάθε αίσθηση του χώρου και του χρόνου, αναπόφευκτα ο εαυτός ξεμένει πίσω, αδυνατώντας να ακολουθήσει στην ξέφρενη κούρσα. Άλλωστε αυτός είναι και ο στόχος. Να αφεθούν οι έννοιες να σκορπίσουν, ο τουρίστας να «γεμίσει τις μπαταρίες του» απερίσπαστος. Γι’ αυτό οι σύγχρονες ενσαρκώσεις του Φιλέα Φογκ μεριμνούν να τεκμηριώσουν την παρουσία τους στο «μοναδικό» μέρος που επισκέπτονται. Να εξασφαλίσουν πειστήρια, όπου θα αποδεικνύουν ότι «ήταν και αυτοί εκεί». Τεκμήρια προοριζόμενα να πείσουν πρωτίστως τους ίδιους. Έχουμε, ας μην το ξεχνάμε, προ πολλού εγκαταλείψει την εποχή, όπου οι εμπειρίες βιώνονταν, έχοντας εισέλθει σε αυτή, όπου τα βιώματα απλά καταγράφονται. Οι άνθρωποι «βιώνουν» πλέον τη ζωή στο σύνολο της ως τουρίστες, ζώντας σε ένα διαρκές παρόν. Η σχέση τους με το μέλλον είναι αυτή της κατάστρωσης σχεδίων για απόκτηση εμπορευμάτων, επιθυμίας για «μικρές αποδράσεις», διακοπές κλπ. Μια σχέση κατ’ εξοχήν καταναλωτική. Όπως, άλλωστε, και η σχέση με το παρελθόν, το οποίο υποβαθμίζεται, περιορίζεται σε άλμπουμ φωτογραφιών και ψηφιακά home videos. Ο Γκυ Ντεμπόρ έλεγε –και εμείς δεν κουραζόμαστε να επαναλαμβάνουμε– πως το θέαμα είναι ο κατακερματισμός κάθε κοινωνικά βιωμένης εμπειρίας και η αυθαίρετη ανασύσταση της ως αναπαράσταση. Και η ψηφιοποίηση συνιστά την ιδανική αλληγορία για τη διαδικασία αυτή, καθώς ευαγγελίζεται την υψηλή πιστότητα, τη ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, τη στιγμή που επαγγέλλεται το θρυμματισμό της σε αναρίθμητα ψηφία. Η εικόνα φαντάζει αψεγάδιαστη. Αλλά μια απλή μεγέθυνση είναι αρκετή για να συντρίψει κάθε ψευδαίσθηση.

Εξίσου επίπλαστη είναι η εικόνα της Κέρκυρας που ξεδιπλώνεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια του επισκέπτη. Πλήθος διευκολύνσεων πασχίζεται να του παρασχεθούν, προκειμένου να την επιλέξει έναντι των ανταγωνιστικών τουριστικών προορισμών, όπως το υπό κατασκευή καταφύγιο τουριστικών σκαφών που αλλοιώνει την όψη της περιοχής της Σπηλιάς, ενώ ενδέχεται να αποτρέπει σε εμάς τους κατοίκους την ελεύθερη πρόσβαση. Σε αυτό το «μνημείο» το εβρισκόμενο υπό την προστασία της unesco –και το οποίο ολοένα και περισσότερο φέρνει στο νου τη Disneyland, κάνοντας μας να ανησυχούμε για το ενδεχόμενο να υποχρεωθούμε να φέρουμε παραδοσιακές φορεσιές, προκειμένου να μας επιτραπεί να εξακολουθούμε να ζούμε εδώ– μάταια κάνεις θα αναζητήσει οτιδήποτε το αυθεντικό. Και σε αυτόν τον τόπο που απετέλεσε άλλοτε χάρη στο ταξίδι το θέατρο πολιτιστικής ζύμωσης, με μόνα τα διάσπαρτα σκηνικά να έχουν απομείνει πια, τα ψηφιακά μέσα, οι κάμερες δεν πρόκειται να συλλάβουν τη νεκραναστημένη «πολιτιστική μας κληρονομιά», γιατί απλούστατα τα φαντάσματα, οι βρικόλακες δεν έχουν είδωλο ως γνωστόν. Είναι μόνο η κερκυραϊκή κοινωνία που βαυκαλίζεται κοιτώντας ναρκισσιστικά το στρεβλό είδωλο της που ανακλάται στην επιφάνεια ενός παραμορφωτικού καθρέφτη.

Οι μόνοι μάρτυρες της πραγματικής εικόνας της Κέρκυρας που θα μπορούσαν να αφηγηθούν την πολυκύμαντη διαδρομή, διαμέσου της οποίας συντελέστηκε ετούτη η παραμόρφωση, η μετάλλαξη των κατοίκων του νησιού, αλλά και του τοπίου, δεν είναι άλλοι από τις ελιές που στέκουν στη θέση τους για αιώνες. Και ίσως είναι η ασυνείδητη επίγνωση αυτού του ρόλου του τόσο χαρακτηριστικού για το νησί δέντρου εκείνη που ωθεί τους κατοίκους του στην αποψίλωση του, για να ανοικοδομηθούν εξοχικές κατοικίες και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Οι ελιές στη συνέχεια θα πωληθούν ως καυσόξυλα στην Ιταλία, ούτως ώστε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος. Βλέπετε, στο γνωστό παραμύθι, οπού ο νεαρός πιλοποιός ομολόγησε το φοβερό μυστικό, ότι δηλαδή ο βασιλιάς έχει γαϊδουρινά αφτιά, στην κουφάλα ενός δέντρου, το λαούτο που κατασκευάστηκε από το ξύλο του τραγούδησε και είπε τα πάντα. Τι θα έλεγε άραγε στην περίπτωση μας η κουφάλα μιας ελιάς; Ότι ο λαμπρός ήλιος που τόσα χρόνια εμπορευόμεθα έχει πλέον εξαντλήσει την ενέργεια του και πως όλοι όσοι έχουν τυφλωθεί από τη λάμψη του κοιτάζοντας τον απερίσκεπτα όλα αυτά τα χρόνια, αδυνατούν να δουν ότι δύει, νεκρός πια; Διαγράφοντας για τελευταία φορά την τροχιά του στον ουρανό; Ίσως απλά να έλεγε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός…