Wednesday, June 11, 2008

Τρία πουλάκια κάθονταν


Και ένα τέταρτο...

Τρία πουλάκια κάθονταν

Τα γεγονότα που προσφάτως έλαβαν χώρα στη Λευκίμμη είναι γνωστά – ή μήπως όχι και τόσο; Μήπως η αχλή, η γνωστή κερκυραϊκή υγρασία και η βλάστηση του νησιού που, παρά τις κοπιώδεις προσπάθειες των συμπατριωτών μας να επιτύχουν την αποψίλωση του, παραμένει οργιώδης απέτρεψαν ορισμένους από το να σχηματίσουν πλήρη άποψη για τα τεκταινόμενα, κόβοντας τους τη θέα; Μήπως η εικόνα που αποκόμισαν υπήρξε εξίσου μερική με εκείνη που συντίθεται μπροστά στις φωτογραφικές μηχανές των τουριστών στα πλαίσια μιας ξενάγησης στο νησί των Φαιάκων; Όπως για παράδειγμα ενώπιον του αγάλματος του «Σχολεμβούργου» (sic) έμπροσθεν του παλαιού φρουρίου τους γίνεται γνωστό πως ο τελευταίος διέσωσε την πόλη κατά το 18ο αιώνα από την πολιορκία των Οθωμανών, δίχως όμως να αποκαλύπτεται πως αυτό επετεύχθη διαμέσου της εγκατάλειψης του αμάχου πληθυσμού εκτός των τειχών, για να μη σωθούν τα εφόδια.

Η μισή αλήθεια, η χειρότερη από ένα ψέμα που προβλήθηκε διαμέσου διαύλων όπως το “indymedia” ευθύνεται, εν μέρει μόνο, –και σε μικρό βαθμό– για την καλλιέργεια της αίσθησης ότι στη Λευκίμμη… ξεκινάει η επανάσταση. Ο βασικός όμως παράγοντας που συνετέλεσε στη διάδοση αυτής της… κάπως υπερβολικής αντιμετώπισης, ήταν η διάθεση ορισμένων να πιστέψουν στην εν λόγω εκδοχή. Είδαν τις μολότοφ και το μάτι τους γυάλισε. Εκστασιάστηκαν, θαμπώθηκαν όπως η κίσσα που συλλέγει φανταχτερά μπιχλιμπίδια με τα οποία στολίζει τη φωλιά της. Ότι λάμπει όμως, τι κρίμα, δεν είναι χρυσός… Θαυμάζουμε πάντως την ικανότητα ορισμένων να βρίσκουν την ομορφιά ακόμη και ανάμεσα στα σκουπίδια. Πρόκειται για ένα χάρισμα ιδιαιτέρως χρήσιμο όταν τα σκουπίδια μας περιβάλλουν, εφόσον κανείς επιζητά την απόδραση από την πραγματικότητα. Μάλλον ανώφελο όμως, όπως οφείλουμε να παρατηρήσουμε, όταν το ζητούμενο είναι να την αλλάξει.

Αυτήν την πραγματικότητα εμείς επιχειρήσαμε σε ένα πρώτο στάδιο να την ερμηνεύσουμε, με το κείμενο που εξεδόθη προ τετραμήνου υπό τον τίτλο «καρποί της παρθένας κερκυραϊκής γης». Είναι μάλλον άσκοπο να επαναλάβουμε εδώ τα όσα αναφέρονται σε αυτό. Τα όσα διαπιστώναμε –και στα οποία εμμένουμε– νομίζουμε ότι εξηγούν την απροθυμία μας να δηλώσουμε την «αμέριστη αλληλεγγύη» μας στους κατοίκους. Η δε μετέπειτα στάση τους δεν μας άφησε περιθώρια να αναθεωρήσουμε. Τουναντίον, μιας και αυτή διακρινόταν αφενός από την πάγια απάντηση τους στο ερώτημα που τους απευθυνόταν «τι αντιπροτείνετε;», η οποία συνοψιζόταν στα εξής: «δεν είναι δική μας αρμοδιότητα να προτείνουμε λύσεις. Εμείς αντιδρούμε ως απλοί πολίτες και οι αρμόδιοι οφείλουν να μεριμνήσουν, λαμβάνοντας υπόψη τους την αντίδρασή μας. Να προβούν σε εκ νέου χωροθέτηση». Αφετέρου από την άρνηση τους να συμμαχήσουν ακόμη και με τους κατοίκους του Τεμπλονίου – της περιοχής οπού φιλοξενείται ο υπάρχων ΧΥΤΑ. Στην περίπτωση αυτή η καχυποψία ήταν μάλλον αμοιβαία, με τους μεν να θεωρούν τους δε αντιπάλους.

Σε αυτά τα γεγονότα που από μόνα τους είναι, νομίζουμε, αρκετά για να δικαιολογήσουν τις επιφυλάξεις μας –και που προοιώνιζαν το αδιέξοδο στο οποίο έμελλε να οδηγήσουν με θλιβερές, δυστυχώς, συνέπειες– προστίθενται ορισμένες έντονες φημολογίες. Βάσει αυτών τα κίνητρα ορισμένων –ορισμένων το ποιόν των οποίων ασφαλώς δεν χαρακτηρίζει το σύνολο, όμως το γεγονός είναι ενδεικτικό και επ’ ουδενί δεν πρέπει να παραβλεφθεί– εξ όσων πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις, δεν διακρίνονταν και από την απόλυτη ανιδιοτέλεια. Οι φήμες αυτές, που κατά την κρίση μας δεν είναι ανυπόστατες, αφορούν τη δυσαρέσκεια ορισμένων που είδαν άλλες εκτάσεις γης από τις δικές τους –και συγκεκριμένα ιδιοκτησίας του υποψηφίου δημάρχου Λευκυμμαίων με την παράταξη του κκε– να πωλούνται έναντι αδράς αμοιβής, για να κατασκευαστεί σε αυτές ο ΧΥΤΑ – εκδοχή στην οποία, μεταξύ άλλων, συνηγορεί και ο χρόνος έναρξης των κινητοποιήσεων. Γιατί ως γνωστόν η υπόθεση της διαχείρισης των απορριμμάτων είναι μια κερδοφόρος επιχείρηση που παρέχει πληθώρα δυνατοτήτων στους καιροσκόπους να επωφεληθούν. Ο καθένας λοιπόν πασχίζει να εξασφαλίσει το κομμάτι που πιστεύει πως του αναλογεί, όπως οι γλάροι συσσωρεύονται στις χωματερές μην αφήνοντας καμία ευκαιρία για ένα γεύμα να μείνει ανεκμετάλλευτη.

Έτσι είναι ο καπιταλισμός, τους νόμους του οποίου οι «ιθαγενείς» έχουν εμπεδώσει, έστω και αν ορισμένοι εξ αυτών αυτοχρίζονται «πολέμιοι» του. Άλλος κερδίζει, άλλος χάνει. Ενίοτε δε είναι ζωές που χάνονται. Τότε οι γλάροι ξάφνου μεταμορφώνονται σε όρνεα. Τα σαπροβόρα πτηνά ερίζουν αγωνιζόμενα να αποσπάσουν το κομμάτι που τους αρέσει. Κρώζουν, υπερθεματίζουν καταγγέλλοντας με δριμύτητα την –αναμφίβολα βάρβαρη– κρατική καταστολή, τασσόμενοι στο πλευρό των κατοίκων, αναλωνόμενοι στη συνήθη συνθηματολογία. Επιδιδόμενοι ως είθισται στο λαϊκισμό, εντείνοντας τα «ψωμιαδικά», ας μας επιτραπεί η έκφραση, συμπλέγματα κατωτερότητας, ευελπιστούν να εισπράξουν αυτό που ο καθένας τους επιθυμεί, είτε πρόκειται για ψηφαλάκια, είτε για ότι άλλο. Και ασφαλώς η επιτυχία του εγχειρήματος τους απαιτεί να φανούν αδίστακτοι. Να απευθυνθούν στο θυμικό, πυροδοτώντας το, αδιαφορώντας για τις συνακόλουθες δυσμενείς συνέπειες – αρκεί μόνο να μη θίγουν τους ίδιους. Αλλά εδώ στην Κέρκυρα, οπού το μόνο που ανακυκλώνεται είναι οι τουριστικές σαιζόν, είμαστε όλοι λίγο - πολύ πτωματοφάγοι, έχοντας συνηθίσει να σιτιζόμαστε σε βάρος του κουφαριού της «πολιτιστικής μας κληρονομιάς», καλώντας τους τουρίστες να γευθούν ένα μεζεδάκι. Σιγά - σιγά τα κόκκαλα έχουν αρχίσει να ξεπροβάλουν και δεν μένει πια, παρά να αφεθούν γυμνά να ξασπρίσουν κάτω από τον ανελέητο ήλιο. Sea, sun, sex. Στους κατοίκους της νήσου του Πάσχα δεν μένει πια παρά να αρχίσουν να τρώνε τις σάρκες τους.