Thursday, June 5, 2008

Υστερόγραφο στο «η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας»


Ότι και να κάνουμε δεν πρόκειται να κατεβάσει καμία καλύτερη ιδέα...

Με το κείμενο που ακολουθεί επιδιώκουμε να απαντήσουμε σε ορισμένα ζητήματα τα οποία τέθηκαν στο blog του βααλ (http://mutantjazs.blogspot.com/), οπού ο τελευταίος σχολίασε κατόπιν δικής μας σχετικής προτροπής –για την ακρίβεια ενός από εμάς, σε ένα διαδικτυακό διάλογο, ο οποίος εκτυλίχθητε με άλλη αφορμή– το πρόσφατο κείμενο μας με τίτλο η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας. Με το εν λόγω κείμενο μας αποσκοπούσαμε ούτως ή άλλως να συμβάλλουμε στη διεξαγωγή ενός διαλόγου γύρω από τα ζητήματα, τα οποία πραγματεύεται, μιας και διαπιστώνουμε ότι υφίσταται σοβαρότατο έλλειμμα στο πεδίο αυτό. Επομένως εγκαινιάζουμε εδώ επί τη ευκαιρία μια νέα ενότητα στο blog μας, υπό την ονομασία «διάλογοι», ευελπιστώντας να δοθεί συνέχεια. Κλείνοντας αυτή την εισαγωγή, παραθέτουμε τα λινκς για αμφότερα τα κείμενα (1), (2), στα οποία είναι αναγκαίο να ανατρέξετε, φίλτατοι αναγνώστες, εφόσον βέβαια φιλοδοξείτε να κατανοήσετε τα όσα πρόκειται να επακολουθήσουν.

Στο κείμενο του, λοιπόν, ο βααλ υπογραμμίζει την ανάγκη να κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτού που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε ως μια «γείωση της θεωρίας», μια συνάντηση της με την πραγματικότητα, σημείο στο οποίο ο βααλ δίνει ιδιαίτερη έμφαση, αντιδιαστέλλοντας την πραγματικότητα αυτή με τις ιδέες. Βέβαια το ερώτημα που άμεσα ανακύπτει, σε εμάς τουλάχιστον, κατόπιν αυτής της διάκρισης αφορά τη φύση της πραγματικότητας αυτής, το από ποιόν διαμορφώνεται, από ποιόν νοηματοδοτείται. Γιατί ασφαλώς δεν υπάρχει σε αυτήν ένα εγγενές, αυθύπαρκτο νόημα. Κάθε κοινωνία συγκροτείται ως τέτοια, διαμέσου της δημιουργίας ενός κόσμου φαντασιακών σημασιών, οι οποίες καθορίζουν την πραγματικότητα, ενσαρκωνόμενες σε κάθε πτυχή της. Ο καπιταλισμός αναμφίβολα, όπως λέει ο βααλ είναι πραγματικότητα, είναι σχέση. Μια σχέση η οποία, για να το πούμε σε αδρές γραμμές, μεταφράζεται στην ανταλλαγή της δημιουργικής δύναμης του εργαζομένου με τη δυνατότητα απόκτησης εμπορευμάτων που βέβαια συμβαδίζει με την κεντρική θέση, την οποία η παραγωγή και οι οικονομία εν γένει καταλαμβάνουν στην υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση. Με λίγα λόγια πρόκειται για όσα επιχειρήσαμε εκτενώς να καταδείξουμε στο κείμενο, και είναι μάλλον άσκοπο να επαναλάβουμε εδώ. Όπως επίσης στο κείμενο δώσαμε ιδιαίτερο βάρος στον εντοπισμό των σημασιών εκείνων που, έχοντας επικρατήσει, οδηγούν στις προαναφερθείσες συνέπειες, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα συγκυρία που χαρακτηρίζεται από τη δραματική υπαναχώρηση του προτάγματος της αυτονομίας στα «καθήκοντα» μιας πολιτικής ομάδας, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως επαναστατική δίχως άλλο συγκαταλέγεται η δριμεία επίθεση ενάντια στις σημασίες αυτές, οι οποίες χαίρουν πλέον καθολικής, θα λέγαμε, αποδοχής.

Επίσης στο κείμενο του βααλ προβάλλεται η βεβαιότητα ότι είναι το επαναστατικό κίνημα που, παρέχοντας απτές λύσεις ανταγωνιστικές ως προς την κυρίαρχη πραγματικότητα, προτάσσοντας μια άλλη, είναι αυτό που οδηγεί κάποιον στο να γίνει επαναστάτης και όχι οι ιδέες. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε εμείς συνιστούμε… ιστορικό παράδοξο, καθότι ούτε κανένα κίνημα διακρίνουμε να υφίσταται, ούτε και καμία «άλλη» πραγματικότητα –εκτός βέβαια και αν λογίζεται ως τέτοια η προσπάθεια του «χώρου» για απόδραση από την πραγματικότητα διαμέσου της υποκουλτούρας. Αυτή η «άλλη πραγματικότητα» δε κατά τη δική μας γνώμη ποτέ δεν υπήρξε. Το εργατικό κίνημα, φερ’ ειπείν, δεν ήταν μια «άλλη πραγματικότητα», υπήρξε πτυχή μιας πραγματικότητας, η οποία διακρινόταν από μια θεμελιώδη αντινομία. Η δε ανάδυση του οφείλετο, όχι στις «αντικειμενικές υλικές συνθήκες», στα κοινά συμφέροντα της εργατικής τάξης –ή, έστω, δεν απετέλεσαν αυτά τον καθοριστικό παράγοντα–, αλλά, όπως και η ανάδυση της εργατικής τάξης καθεαυτής, ως διαδικασίας αυτοδημιουργίας, στην πεποίθηση περί ύπαρξης κοινών συμφερόντων. Η κοινωνική ανθρωπολογία του εργατικού κινήματος για την οποία κάνουμε λόγο στο κείμενο μας ανήκει στο παρελθόν για τους λόγους που επιχειρήσαμε να αναλύσουμε στο «η πολιτικη…». Οι άνθρωποι, αντίθετα με ότι ισχυρίζεται ο βααλ στο κείμενο του, είναι ωφελιμιστές. Και αυτό όχι επειδή υφίσταται κάποια αναλλοίωτη εις το διηνεκές «ανθρωπινή φύση», αλλά επειδή απλούστατα κάθε κοινωνία που επιδιώκει να διαιωνίζεται ως έχει παράγει τον αντίστοιχο ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος ανταποκρίνεται στην επιδίωξη της αυτή. Αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος που οι σύγχρονες κοινωνίες παράγουν πρέπει να έχει ανοσία στην ανοησία που τις χαρακτηρίζει. Πρέπει να αγνοεί τη ζωτική ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής για νόημα. Είναι η επιδίωξη για διάσωση ενός νοήματος εκείνη που μπορεί να οδηγήσει το ανθρώπινο όν ακόμη και στη θυσία της βιολογικής του ύπαρξης, καθότι μιλάμε για ένα ζώο τρελό και καθόλου «ορθολογικό». Και η διάσπαρτη από «μάρτυρες» ιστορία του επαναστατικού κινήματος δεν συνάδει με τη θεωρία περί «λύσεων» που ωθούν τους ανθρώπους να γίνουν επαναστάτες. Κάθε άλλο. Την κάνει να φαντάζει αυθαίρετη.

Στο «η πολιτική…» επιχειρήσαμε να αναλύσουμε τις διαδικασίες εκείνες που οδήγησαν στην αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού και επομένως στην εξάλειψη των συνθηκών εκείνων που διαμόρφωσαν το πρόσφορο έδαφος για την άνθιση του κλασσικού εργατικού κινήματος. Ας ξεδιαλύνουμε εδώ μια παρεξήγηση που προέκυψε, αποσαφηνίζοντας ότι, αναφερόμενοι στη επικράτηση του αιτήματος περί «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», εννοούμε πως η προέλαση της ανάπτυξης, φέροντας ως προαπαιτούμενο την εγκαθίδρυση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού, προϋποθέτει παράλληλα τη διάβρωση αξιών όπως η αλληλεγγύη και η κοινότητα. Αναφερόμαστε στην ηγεμονία του επί του συλλογικού φαντασιακού –η οποία ασφαλώς, πρέπει να πούμε, μιας και θίγεται από το βααλ, πως δεν άφησε ανεπηρέαστο και το εργατικό κίνημα. Η γραφειοκρατικοποίηση του δεν προέκυψε ερήμην του, αλλά κατέστη δυνατή ακριβώς εξαιτίας της εγκόλπωσης, της εσωτερίκευσης σε μεγάλο βαθμό των σημασιών που είναι σύμφυτες με αυτήν.

Κατόπιν αυτής της διευκρινιστικής παρένθεσης ας επανέλθουμε στα περί «άλλης» πραγματικότητας. Εμείς αρεσκόμαστε να υπογραμμίζουμε ότι για να θέλει κανείς κάτι άλλο πρέπει να είναι σε θέση να το φανταστεί και, αντιστρόφως, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι άλλο εάν δεν το θέλει. Και αρκεί να στρέψει κανείς το βλέμμα γύρω του για να διαπιστώσει ότι… καμιά από τις εν λόγω συνθήκες δεν πληρείται. Αυτό το οποίο φαντάζονται και επιθυμούν οι άνθρωποι σήμερα είναι αυτό που υπόσχεται η καταναλωτική κοινωνία. Αυτόν τον εγκλωβισμό της φαντασίας και ως εκ τούτου της δημιουργικότητας εντός των ασφυκτικών πλαισίων που ορίζονται από την παντοκρατορία της οικονομίας είναι που φιλοδοξούσαμε να καταδείξουμε μετερχόμενοι τον όρο «πραγμοποίηση». Ασφαλώς εμείς δεν ενστερνιζόμαστε αυτό το οποίο ο Μαρξ εννοεί με τον όρο αυτό. Αντίθετα θεωρούμε ότι ο εργαζόμενος δεν είναι «πράγμα», ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να τον μετατρέψει σε τέτοιο και πως η επίτευξη του στόχου αυτού θα σήμαινε την κατάρρευση του ίδιου του καπιταλισμού. Κατάρρευση στην οποία θα συμπαρέσυρε δίχως άλλο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Αυτό το οποίο θέλαμε να υπογραμμίσουμε με τη συγκεκριμένη –ενδεχομένως ασαφή και ανοιχτή σε παρερμηνείες, όπως οφείλουμε να παραδεχτούμε– διατύπωση είναι ο φόβος μας ότι αυτή η εγγενής τάση του καπιταλισμού τείνει να υλοποιηθεί. Και αυτός ο φόβος θεμελιώνεται στα σημάδια ατόνησης που παρουσιάζει η άλλοτε σθεναρή αντίσταση που οι άνθρωποι προέβαλλαν στην τάση αυτή, διεκδικώντας τη ενεργή συμμετοχή σε κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής από ένα καθεστώς που τους αποκλείει από αυτήν.

Υπό τις συνθήκες αυτές ακόμη και ο εθελοντισμός φαντάζει ως αμυδρή αχτίδα ελπίδας που δεν αρκεί όμως για να διασκεδάσει τους φόβους που προκαλεί –σε εμάς τουλάχιστον– αυτή η εποχή η διακρινόμενη από την παντελή στειρότητα και έλλειψη πρωτοτυπίας που εντοπίζουμε σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δημιουργίας. Εν μέσω αυτής της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ασφαλώς και επιχειρούμε ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα να κάνουμε τις ιδέες μας πράξη, οφείλει όμως κανείς να παραδεχτεί ότι αυτό δεν συνιστά το πλέον εύκολο έργο για μια ομάδα, η οποία αριθμεί… τρία μέλη –και η οποία, παρεμπιπτόντως, δεν μπορεί ποτέ να καταστεί πρωτοπορία, όπως αναφέρει ο βααλ, επειδή απλούστατα ποτέ δεν επεδίωξε κάτι που της μοιάζει απεχθές. Διανύουμε όπως φαίνεται μια περίοδο μεταβατική. Το τι μέλει να επακολουθήσει μένει να φανεί. Όμως ότι και να επακολουθήσει δεν μπορεί να ανάγεται σε ότι έχει προηγηθεί, να αποτελεί απλά ένα συνονθύλευμα φθαρμένων υλικών, καταλοίπων προγενέστερων κοινωνικοϊστορικών θεσμίσεων. Το εργατικό κίνημα, τα επαναστατικά κινήματα του παρελθόντος, ναι, ηττήθηκαν οριστικά, δεν μπορούμε, δεν θα αρκούσε ποτέ, να πιάσουμε το νήμα από εκεί που αφέθηκε. Κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την άρνηση της ιστορίας ως κοινωνικής δημιουργίας. Είναι αναγκαία η αναζωογόνηση της ανθρώπινης φαντασίας. Οι ενδείξεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Εκείνο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε είναι το απροσδόκητο της ανθρώπινης δημιουργίας. Επιθυμούμε όσο τίποτε άλλο μια έκρηξη που, προκύπτοντας από το πουθενά, όπως ο Μάης του ΄68, θα έρθει και θα διαψεύσει, θα συντρίψει την πεσιμιστική μας διάθεση. Ως τότε ευελπιστούμε να συμβάλλουμε με όσες δυνάμεις έχουμε στον ερχομό αυτής της απρόσμενης επανάκαμψης της κοινωνίας στο προσκήνιο. Και όταν αυτή η επανάκαμψη συντελεσθεί, δεν θα λυπηθούμε καθόλου αν η πραγματικότητα θα μας έχει ξεπεράσει…