Sunday, June 22, 2008

Στο πεδίο βολής της διαλεκτικής


Σε προηγούμενη μας ανάρτηση απαντήσαμε σε ορισμένες παρατηρήσεις που μας έγιναν από το βααλ αναφορικά με το κείμενο μας «Η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας». Κατόπιν της εκ νέου τοποθέτησης μας υπήρξε ανταπάντηση από τον βααλ και εδώ ευελπιστούμε για μια ακόμα φορά να παράσχουμε ορισμένες σχετικές διευκρινήσεις. Ελπίζουμε να μην αρχίσουμε να επαναλαμβανόμαστε επικίνδυνα και το λέμε αυτό, μιας και κρίνουμε πως ορισμένα από τα ερωτήματα που τίθενται, καλύπτονται ως ένα βαθμό από τις τοποθετήσεις μας στο αρχικό κείμενο.

Ας ξεκινήσουμε λαμβάνοντας ως αφετηρία την εκπεφρασμένη πεποίθηση του βααλ, βάσει της οποίας τα αντικρουόμενα «συμφέροντα» των κοινωνικών τάξεων οφείλουν να λογίζονται περίπου ως ο κινητήριος μοχλός της ιστορίας –εάν άθελα μας διαστρεβλώνουμε την ουσία των λόγων του, ο βααλ μπορεί ασφαλώς να μας διορθώσει. Με τον όρο «συμφέροντα» και για κάποιον ακατανόητο σε εμάς λόγο ο βααλ εννοεί, κατά τα λεγόμενα του, «επιθυμίες, ιδέες, στάσεις, συμπεριφορές δραστηριότητες αλλά φυσικά και πολιτικές ιδέες και απόψεις», πέρα από τα συμφέροντα εκείνα που συνειρμικά έρχονται στο μυαλό το δικό μας –και υποθέτουμε του καθενός. Όταν προσδίδουμε στις λέξεις άλλη σημασία από τη δεδομένη η συνεννόηση δυσκολεύει κάπως, οφείλουμε να ομολογήσουμε. Τέλος πάντων εμείς, για να μην το κουράζουμε, όπως αντιλαμβανόμαστε τον όρο συμφέροντα, αδυνατούμε να εντοπίσουμε στον ανταγωνισμό συμφερόντων την αιτία ανάδυσης των διαφόρων κοινωνικοϊστορικών μορφωμάτων. Η απόπειρα για μια τέτοια αναγωγή υποτιμά κατάφορα, νομίζουμε, τη δημιουργική φύση των ανθρώπων, παραβλέπει τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζει η φαντασία. Σε εμάς φαντάζει αδιανόητη μια απόπειρα να «εξηγηθεί» η ανάδυση της αρχαίας ελληνικής πόλης ή η δημιουργία των σοβιέτ με μια ανάλυση θεμελιωμένη στη σύγκρουση συμφερόντων.

Από εκεί κι ύστερα εύλογα ανακύπτουν μια σειρά από άλλα ερωτήματα. Άραγε η δράση των κοινωνικών τάξεων και των ιστορικών υποκειμένων εν γένει υπακούει σε κάποια «ορθολογικότητα»; Μπορούμε βάσιμα να ισχυρισθούμε ότι μέσα στον πυρετό των γεγονότων, οι πρωταγωνιστές τους έχουν πλήρη συναίσθηση του ρόλου τους και είναι σε θέση να προβλέψουν τις συνέπειες των πράξεων τους; Πολλώ δε μάλλον δύναται κάτι τέτοιο να ισχύει εν μέσω της έξαψης των επαναστατικών γεγονότων; Ύστερα, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς, τι είναι αυτό που οδηγεί στην υπεράσπιση του τάδε συμφέροντος έναντι κάποιου άλλου; Γιατί με άλλα λόγια η προλετάριοι συνήθως προτιμούν να σφαγιασθούν μεταξύ τους, υιοθετώντας το εθνικό συμφέρον, το οποίο είναι το συμφέρον των αφεντικών κλπ, παρά να υπερασπιστούν τα «κοινά ταξικά τους συμφέροντα»; Ο βααλ μάλλον σε αυτό απαντά ότι η αιτία βρίσκεται στην ήττα των διεθνιστικών θέσεων. Μα ή ήττα αυτή δεν επήλθε εκ των υστέρων ακριβώς εξαιτίας της απόρριψης τους από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης;

Εμείς έναντι του όρου «συμφέροντα», βέβαια, θα προκρίναμε τον όρο κίνητρα. Κίνητρα τα οποία, μαζί με τις νόρμες, τα όρια, τις αξίες μιας κοινωνίας, απαρτίζουν τον κόσμο κοινωνικών φαντασιακών σημασιών που η κοινωνία αυτή συγκροτεί, προσδίδοντας, ως οφείλει στον εαυτό της, στην ύπαρξη της στη ζωή και το θάνατο των ατόμων νόημα. Και αυτός ο κόσμος νοήματος συστήνεται εν μέσω του χάους. Νόημα εγγενές στον κόσμο δεν υπάρχει. Δεν υφίσταται κανένας απολύτως λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε στον κόσμο αυτό, ούτε υπάρχει κανείς και τίποτα που να ενδιαφέρεται για τη συνέχιση της ύπαρξης μας ή τον αφανισμό μας. Αυτή η συνθήκη είναι δυσβάστακτη για την ανθρώπινη ψυχή, το ασυνείδητο που αδυνατεί να αποδεχτεί ή έστω να συλλάβει το γεγονός της θνητότητας. Το χαρακτηριστικό των ανθρωπίνων όντων δημιουργικό πάθος, η αμφισβήτηση της θεσμισμένης κοινωνίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή την αναπόδραστη συνθήκη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ιστορική περίοδος την οποία διανύουμε διακρίνεται από την παντελή στειρότητα, την ανικανότητα της να εμπνεύσει νέες δημιουργίες και ταυτόχρονα την κυριαρχία του νηπενθούς, την αποφυγή κάθε νύξης για το θάνατο και την επιδίωξη με κάθε τρόπο της αιώνιας νεότητας. Επειδή, λοιπόν, έχουμε την αίσθηση πως έχει προκύψει μια σημαντική παρανοήση: αφενός δεν μιλάμε σε καμία περίπτωση για «αναπαραγωγή ενός συγκεκριμένου νοήματος», αλλά, όπως, νομίζουμε, κατέστη σαφές, για το ακριβώς αντίθετο. Μιλάμε επίσης για συλλογικό φαντασιακό. Η κοινωνικές φαντασιακές σημασίες δεν είναι αποκυήματα της ζωηρής φαντασίας, απότοκα της γραφίδας κάποιου διανοούμενου, αλλά καρπός αυτού του ριζικού φαντασιακού, της ίδιας της κοινωνίας.

Ευκαιρίας δοθείσης ας σημειώσουμε πως ασφαλώς και οι φιλόσοφοι, οι καλλιτέχνες κλπ οφείλουν αυτό που είναι στην εποχή και στην εκάστοτε κοινωνία που τους αναδεικνύει. Αυτή η αυτονόητη για εμάς παραδοχή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνεπάγεται την υποτίμηση του ρόλου τους –ο ρόλος των ατόμων, όπως δεν πρέπει να υπερτιμάται, δεν πρέπει και να υποτιμάται. Σήμερα αυτό που συνοδεύει την έλλειψη των μεγάλων θεωρητικών δεν είναι η «κολεκτιβοποίηση της επαναστατικής θεωρίας» που θα επιθυμούσε ο βααλ κατά παλαιότερη δήλωση του. Είναι μάλλον η κονιορτοποίηση της η συνακόλουθη της εξαφάνισης του επαναστατικού κινήματος, η συνοδευόμενη από τη γενικότερη παρακμή των δυτικών κοινωνιών, η οποία βρίσκει έκφραση σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δημιουργίας. Καταλήγοντας, είναι η επιβεβλημένη αυθεντία και όχι η αυθεντία εν γένει αυτή εναντίον της οποίας πρέπει να βάλλουμε.

Το κοινωνικό πράττειν προηγείται αναμφισβήτητα της θεωρίας, η οποία αποτελεί μέρος του. Η συγκρότηση της εργατικής τάξης δεν συντελέστηκε προφανώς μέσα στο κεφάλι του Μαρξ. Αντίθετα υπήρξε, όπως τονίζουμε και στο «η πολιτική…», μια διαδικασία αυτοδημιουργίας, η οποία επηρεάστηκε από, αλλά και διαμόρφωσε παράλληλα, τις ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές συνθήκες, εν μέσω των οποίων έλαβε χώρα. Είναι γνωστό το παράδειγμα των πρώτων εργατικών ενώσεων στη Βρετανία, το πώς μέσα από αυτές ξεπήδησαν θεσμοί αυτομόρφωσης, αλληλοβοήθειας κλπ. Η ισότητα, η αλληλεγγύη, η ελευθερία και όλες οι αξίες από τις οποίες διαπνεόταν το κλασσικό εργατικό κίνημα δεν υπήρξαν πάντοτε αυτονόητες επιδιώξεις. Τουναντίον, η διερώτηση για το κατά πόσο οι θεσμοί και οι νόμοι της κοινωνίας είναι δίκαιοι υπήρξε ίδιον πολύ συγκεκριμένων ιστορικών περιόδων και ανεπτύχθη σε καθορισμένα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Η εξαθλίωση, η στυγνή εκμετάλλευση, η κατάφωρη αδικία που χαρακτηρίζουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών, το γεγονός ότι αυτές οι τελευταίες υπήρξαν διαχρονικά θεμελιωμένες στη βάση των αρχών των προνομίων και της αποκλειστικότητας δεν απετέλεσε ποτέ ικανή συνθήκη για την άρθρωση ενός προτάγματος επαναθέσμισης, μετασχηματισμού της κοινωνίας. Τα κοινά συμφέροντα των σκλάβων που πέθαναν σαν τις μύγες στις πυραμίδες δεν στάθηκαν αρκετά να αποτελέσουν τη μήτρα επαναστάσεων. Ιδού λοιπόν, νομίζουμε πως διαφαίνεται σε τη συνίσταται η διαφορά ανάμεσα στην ύπαρξη κοινών συμφερόντων και στην πεποίθηση ότι τέτοια υφίστανται.

Τι είναι άραγε εκείνο που οδηγεί στην ανάδυση αξιών όπως οι προαναφερθείσες; Η εμφάνιση τους δεν μπορεί να «εξηγηθεί». Δεν μπορεί να αναχθεί σε συγκεκριμένες «αντικειμενικές συνθήκες». Ασφαλώς αυτές οφείλεται να ληφθούν υπόψη στη αναγκαία απόπειρα διαύγασης της ιστορίας, αλλά ο ρόλος τους είναι κάθε άλλο παρά καθοριστικός. Είναι απαραίτητο να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη δημιουργία, αλλά είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να την «εξηγήσουμε». Το εργατικό κίνημα χρειάζεται να θεωρηθεί εντασσόμενο εντός των πλαισίων μιας πραγματικότητας, η οποία διέπεται από μια σύγκρουση. Όχι όμως από μια απλή σύγκρουση συμφερόντων, αλλά μια σύγκρουση ανάμεσα στο καπιταλιστικό φαντασιακό που διακηρύττει πως οφείλουμε να γίνουμε κύριοι της φύσης από τη μία και από την άλλη του προτάγματος της αυτονομίας, του χειραφετησιακού προτάγματος. Αλλά και πάλι δεν πρόκειται απλά και μόνο για μια σύγκρουση. Τα δύο αντινομικά αυτά στοιχεία αλληλοεπικαλύπτονται. Καθώς αντιμάχονται το ένα το άλλο, αλληλεπιδρούν, εντός των ορίων μιας πραγματικότητας, της οποίας οι πτυχές διαμορφώνονται, η οποία μεταβάλλεται από αυτή τη σύγκρουση. Ένα αμφίδρομο μπόλιασμα συντελείται. Και στη διαδικασία αυτή, διαμέσου της οποίας τείνουμε να οδηγηθούμε στην τελική επικράτηση της πρώτης εκ των δύο πτυχών –εξέλιξη την οποία αγωνιζόμαστε να αποτρέψουμε–, πρέπει να αποδοθεί ο εκφυλισμός του επαναστατικού κινήματος.

Η αντινομία που περιγράφηκε προηγούμενα χαρακτηρίζει τη δυτική παράδοση. Κληροδότημα της ίδιας παράδοσης αποτελεί το πολιτικό φαντασιακό, βάσει του οποίου χαράσσεται μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κοινωνία αφενός και τη θεσμισμένη εξουσία αφετέρου. Εάν όμως δεχτούμε πως υφίσταται αυτή η ρητή διάκριση αναμεταξύ των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων, των εξουσιαστών και των εξουσιαζόμενων, τότε είναι εντελώς ακατανόητο το πώς η μειοψηφία των πρώτων επιβάλει διαχρονικά την κυριαρχία της επί των δεύτερων δια της βίας, μέσω του καταναγκασμού. Και η συνθήκη αυτή θα εξακολουθεί να φαντάζει παράδοξη, εφόσον αδυνατούμε ή αρνούμαστε να συλλάβουμε ότι ακόμη και τα πλέον δεσποτικά καθεστώτα θα ήταν αδύνατο να μακροημερεύσουν δίχως την «εσωτερίκευση» των «αξιών» που πρεσβεύουν από την πλειοψηφία της κοινωνίας. Τότε δεν απομένει παρά να κατασκευάζει κανείς άλλοθι για την κοινωνία. Ο «απλός κόσμος» δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει, είναι καταδικασμένος στην αμάθεια, παραπλανείται από το θέαμα, αναγκάζεται να καταναλώνει, είναι έρμαιο στις ορέξεις της εξουσίας, διαφθείρεται από αυτήν, από τις… κοινωνικές υπερδομές του καπιταλισμού (sic). Είναι άμοιρος ευθυνών. Και ασφαλώς αυτή η αντιμετώπιση των ανθρώπων ως άμαθα μειράκια που κάνουν το πιπί τους όπου βρουν αποδεικνύεται εξόχως βολική, καθότι παρέχει τη δυνατότητα σε όσους την προβάλλουν να νομιμοποιήσουν την αυταρχική τους νοοτροπία. Να αυτοαναχθούν σε πατερούληδες που θα μεριμνήσουν για το καλό των άτακτων παιδιών, λαμβάνοντας έκτακτα μέτρα, αν αυτό κρίνουν σκόπιμο.

Και βέβαια εντοπίζεται και μια ακόμη σοβαρή ανακολουθία που εκπηγάζει από αυτήν τη θέση, βάσει της οποίας δεν πρέπει να τρέφουμε υπέρμετρες προσδοκίες, να έχουμε παράλογες απαιτήσεις από την κοινωνία. Γιατί ήταν ο «απλός κόσμος» –που ποτέ δεν είναι τόσο απλός, όσο απλοϊκή είναι η σκέψη εκείνων, οι οποίοι διακηρύττουν κάτι αντίστοιχο– αυτός που δημιούργησε τα σοβιέτ, τα εργοστασιακά συμβούλια, εκείνος πού διαμόρφωσε δημοκρατικούς θεσμούς όπου κάνουν την εμφάνιση του οι αρχές της ανακλητότητας, της περιοδικότητας, της λογοδοσίας των εκπροσώπων. Όλα αυτά δεν έγιναν από μια κοινωνία διαφορετική από τη σημερινή. Σήμερα, όπως έχουμε επανειλημμένα αποπειραθεί να το δείξουμε, ζούμε σε μια άλλη κοινωνία. Οι άνθρωποι που την απαρτίζουν είναι άλλοι.

Είπαμε και προηγούμενα ότι το κοινωνικό πράττειν προηγείται της θεωρίας. Ως εκ τούτου μια επαναστατική πολιτική ομάδα οφείλει να συνδεθεί με την κοινωνική κίνηση της εποχής της. Τι συμβαίνει, όμως, όταν διαπιστώνουμε να επικρατεί η απόλυτη ακινησία; Ο κύκλος κατά τον οποίον οι κοινωνίες μετατοπίζονταν περιοδικά από την απάθεια στο προσκήνιο της ιστορίας, υπήρξε έως τώρα συνεχής. Αλλά σήμερα η περιρρέουσα αποχαύνωση διακρίνεται από χαρακτηριστικά καινοτόμα. Αυτό οφείλει να ληφθεί υπόψη για να διατηρηθούν οι ελπίδες να εξέλθουμε από την υφιστάμενη συγκυρία. Όπως επίσης είναι ζωτικής σημασίας το να κατανοήσουμε πως οδηγηθήκαμε ως εδώ. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, ενόσω παραμένουμε, τρόπον τινά, θεματοφύλακες της επαναστατικής παράδοσης. Εμείς σε καμία περίπτωση δεν αναλωνόμαστε σε αφορισμούς, όπως μας καταλογίζει ο βααλ. Απλούστατα υπογραμμίζουμε αυτό που θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να αποτελεί αυτονόητο. Η επανάσταση, εάν ποτέ έρθει, δεν θα γίνει με το τίποτα, δεν θα συντελεστεί εν κενώ, αλλά θα προκύψει από το πουθενά, καθότι δεν θα ανάγεται σε οτιδήποτε έχει προϋπάρξει, κάτι που άλλωστε θα συνιστούσε οξύμωρο.

Οφείλουμε λοιπόν να εγκαινιάσουμε με την παράδοση μια σχέση δημιουργική. Διεπόμενη από το διαρκή αναστοχασμό. Εάν παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε παραδοσιακές, παρωχημένες κατηγορίες, εάν δεν αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο πέρασμα του χρόνου, μην έχοντας συναίσθηση της πραγματικότητας, τότε κινδυνεύουμε να καταντήσουμε γραφικοί και να εντοπίζουμε κοινωνικές συγκρούσεις εκεί, οπού κάθε τι άλλο παρά αυτές λαμβάνει χώρα. Να περνάμε τους πόθους μας για πραγματικότητα, να αναζητούμε θαύματα που θα αναζωογονήσουν, θα ενδυναμώσουν την πίστη μας στην επανάσταση. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Λευκίμμης, οπού ορισμένοι, διασπείροντας τη σύγχυση που τους διακατέχει, βαφτίζουν μια σύγκρουση που έχει ως αντικείμενο τα σκουπίδια που κανείς δεν θέλει στην πόρτα του, αλλά θέλει να τα εναποθέσει στο κατώφλι του διπλανού του, κοινωνική εξέγερση. Εμείς, προφανώς, έχοντας αποκομίσει τη συγκεκριμένη εικόνα κατόπιν στενής παρακολούθησης των τεκταινόμενων από τον περασμένο Νοέμβριο, δεν βρίσκουμε κανένα… προνομιακό πεδίο δράσης εν μέσω αυτής της κατάστασης, μιας και δεν είμαστε διατεθειμένοι να κοροϊδέψουμε κανέναν με πρώτον απ΄ όλους τον εαυτό μας.

Στο ζήτημα αυτό ενδεχομένως να επανέλθουμε εκτενέστερα στο προσεχές μέλλον, αλλά τη φορά αυτή όχι απαντώντας στο βααλ, ο οποίος στη νέα του συνεισφορά στο διάλογο που έχουμε ανοίξει –και η οποία υπέπεσε στην αντίληψη μας, ενώ είχαμε ήδη γράψει πέραν του ημίσεως της παρούσας απάντησης– καταφέρθηκε εναντίον μας, επ΄ αφορμή της θέσης που λάβαμε στην πρόσφατη ανακοίνωση μας για τα γεγονότα με τον εύγλωττο τίτλο «τρία πουλάκια κάθονταν». Δεν κρίνουμε σκόπιμο να συνεχίσουμε έναν διάλογο, όπου ο συνομιλητής ως μόνο μέλημα του κατά τα φαινόμενα έχει να μας επαναφέρει στο «ορθό δρόμο» της επανάστασης, –είναι, άλλωστε, πλέον γνωστό τοις πάσοι ότι παρεκκλίνουμε– προσγειώνοντας μας στην πραγματικότητα με την οποία ο ίδιος προφανώς έχει εγκαινιάσει μια προνομιακή σχέση, διαμέσου της οποίας καθίσταται διάμεσος της, medium, ούτως ώστε διαμέσου των χειλών του –και εν προκειμένω του πληκτρολογίου του– να ομιλεί η ίδια αυτοπροσώπως! Εμείς νομίζαμε ότι σε ένα διάλογο αντιπαρατίθενται γνώμες και όχι θέσφατα. Αλλά, όπως θα σας είναι ήδη γνωστό, αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες, η επίκληση της πραγματικότητας ως άλλης κολυμπήθρας του Σιλωάμ δεν αντιφάσκει καθόλου, κάθε άλλο μάλιστα, με το να είναι κανείς βυθισμένος έως τα ρουθούνια στην ιδεολογία. Άλλωστε σε τι μπορεί να ωφεληθεί από έναν διάλογο μαζί μας ο βααλ κατόπιν όλων αυτών, όταν είναι πρόδηλο πως ημείς ευρισκόμεθα εκτός τόπου και χρόνου και είμεθα ηλίθιοι. Δηλώνουμε ευθαρσώς ένοχοι για αμφότερες τις κατηγορίες. Είμαστε εκτός τόπου και χρόνου, όταν οι δύο τελευταίοι συγκροτούν τον ιδιόκοσμο του «χώρου» που ασφαλώς είναι άλλος από αυτόν στον οποίον εμείς ζούμε. Είμαστε επίσης, αν όχι ηλίθιοι, τουλάχιστον αφελείς, αφού πιστέψαμε ειλικρινώς πως ήταν δυνατή η διεξαγωγή ενός διαλόγου με το βααλ, παραβλέποντας το συχνά πατερναλιστικό ύφος του. Και τουλάχιστον να ήταν σε κατάλληλη ηλικία να γίνει ο πατερούλης μας… Ας περίμενε τουλάχιστον να ασπρίσουν πρώτα τα μαλλιά του, ώστε να πείθει περισσότερο ως σοφός. Τέλος πάντων εμείς δεν σκοπεύουμε να ανεχθούμε περαιτέρω ηθικοδιδακτισμούς. Έχουμε άλλωστε καταστεί αποδέκτες πληθώρας τέτοιων τελευταίως… Κλείνοντας, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με το βααλ σε ένα πράγμα: δεν υπάρχει αισιοδοξία ή απαισιοδοξία. Υπάρχει από τη μία η διάθεση να δεις κατάματα την πραγματικότητα και να αποπειραθείς να την ερμηνεύσεις και από την άλλη η ονειροπόληση.

Υ.Γ: Κάνουμε γνωστό ότι κάνουμε ό,τι κάνουμε επειδή δεν μας αρέσει το ποδόσφαιρο και βρήκαμε τις συνελεύσεις για να γεμίζουμε τις Κυριακές μας. Άλλωστε, ως γνωστόν, ο ελεύθερος χρόνος είναι καταναλώσιμος χρόνος - εμπόρευμα, προέκταση του χρόνου παραγωγής και τα συναφή.

Wednesday, June 11, 2008

Τρία πουλάκια κάθονταν


Και ένα τέταρτο...

Τρία πουλάκια κάθονταν

Τα γεγονότα που προσφάτως έλαβαν χώρα στη Λευκίμμη είναι γνωστά – ή μήπως όχι και τόσο; Μήπως η αχλή, η γνωστή κερκυραϊκή υγρασία και η βλάστηση του νησιού που, παρά τις κοπιώδεις προσπάθειες των συμπατριωτών μας να επιτύχουν την αποψίλωση του, παραμένει οργιώδης απέτρεψαν ορισμένους από το να σχηματίσουν πλήρη άποψη για τα τεκταινόμενα, κόβοντας τους τη θέα; Μήπως η εικόνα που αποκόμισαν υπήρξε εξίσου μερική με εκείνη που συντίθεται μπροστά στις φωτογραφικές μηχανές των τουριστών στα πλαίσια μιας ξενάγησης στο νησί των Φαιάκων; Όπως για παράδειγμα ενώπιον του αγάλματος του «Σχολεμβούργου» (sic) έμπροσθεν του παλαιού φρουρίου τους γίνεται γνωστό πως ο τελευταίος διέσωσε την πόλη κατά το 18ο αιώνα από την πολιορκία των Οθωμανών, δίχως όμως να αποκαλύπτεται πως αυτό επετεύχθη διαμέσου της εγκατάλειψης του αμάχου πληθυσμού εκτός των τειχών, για να μη σωθούν τα εφόδια.

Η μισή αλήθεια, η χειρότερη από ένα ψέμα που προβλήθηκε διαμέσου διαύλων όπως το “indymedia” ευθύνεται, εν μέρει μόνο, –και σε μικρό βαθμό– για την καλλιέργεια της αίσθησης ότι στη Λευκίμμη… ξεκινάει η επανάσταση. Ο βασικός όμως παράγοντας που συνετέλεσε στη διάδοση αυτής της… κάπως υπερβολικής αντιμετώπισης, ήταν η διάθεση ορισμένων να πιστέψουν στην εν λόγω εκδοχή. Είδαν τις μολότοφ και το μάτι τους γυάλισε. Εκστασιάστηκαν, θαμπώθηκαν όπως η κίσσα που συλλέγει φανταχτερά μπιχλιμπίδια με τα οποία στολίζει τη φωλιά της. Ότι λάμπει όμως, τι κρίμα, δεν είναι χρυσός… Θαυμάζουμε πάντως την ικανότητα ορισμένων να βρίσκουν την ομορφιά ακόμη και ανάμεσα στα σκουπίδια. Πρόκειται για ένα χάρισμα ιδιαιτέρως χρήσιμο όταν τα σκουπίδια μας περιβάλλουν, εφόσον κανείς επιζητά την απόδραση από την πραγματικότητα. Μάλλον ανώφελο όμως, όπως οφείλουμε να παρατηρήσουμε, όταν το ζητούμενο είναι να την αλλάξει.

Αυτήν την πραγματικότητα εμείς επιχειρήσαμε σε ένα πρώτο στάδιο να την ερμηνεύσουμε, με το κείμενο που εξεδόθη προ τετραμήνου υπό τον τίτλο «καρποί της παρθένας κερκυραϊκής γης». Είναι μάλλον άσκοπο να επαναλάβουμε εδώ τα όσα αναφέρονται σε αυτό. Τα όσα διαπιστώναμε –και στα οποία εμμένουμε– νομίζουμε ότι εξηγούν την απροθυμία μας να δηλώσουμε την «αμέριστη αλληλεγγύη» μας στους κατοίκους. Η δε μετέπειτα στάση τους δεν μας άφησε περιθώρια να αναθεωρήσουμε. Τουναντίον, μιας και αυτή διακρινόταν αφενός από την πάγια απάντηση τους στο ερώτημα που τους απευθυνόταν «τι αντιπροτείνετε;», η οποία συνοψιζόταν στα εξής: «δεν είναι δική μας αρμοδιότητα να προτείνουμε λύσεις. Εμείς αντιδρούμε ως απλοί πολίτες και οι αρμόδιοι οφείλουν να μεριμνήσουν, λαμβάνοντας υπόψη τους την αντίδρασή μας. Να προβούν σε εκ νέου χωροθέτηση». Αφετέρου από την άρνηση τους να συμμαχήσουν ακόμη και με τους κατοίκους του Τεμπλονίου – της περιοχής οπού φιλοξενείται ο υπάρχων ΧΥΤΑ. Στην περίπτωση αυτή η καχυποψία ήταν μάλλον αμοιβαία, με τους μεν να θεωρούν τους δε αντιπάλους.

Σε αυτά τα γεγονότα που από μόνα τους είναι, νομίζουμε, αρκετά για να δικαιολογήσουν τις επιφυλάξεις μας –και που προοιώνιζαν το αδιέξοδο στο οποίο έμελλε να οδηγήσουν με θλιβερές, δυστυχώς, συνέπειες– προστίθενται ορισμένες έντονες φημολογίες. Βάσει αυτών τα κίνητρα ορισμένων –ορισμένων το ποιόν των οποίων ασφαλώς δεν χαρακτηρίζει το σύνολο, όμως το γεγονός είναι ενδεικτικό και επ’ ουδενί δεν πρέπει να παραβλεφθεί– εξ όσων πρωτοστάτησαν στις κινητοποιήσεις, δεν διακρίνονταν και από την απόλυτη ανιδιοτέλεια. Οι φήμες αυτές, που κατά την κρίση μας δεν είναι ανυπόστατες, αφορούν τη δυσαρέσκεια ορισμένων που είδαν άλλες εκτάσεις γης από τις δικές τους –και συγκεκριμένα ιδιοκτησίας του υποψηφίου δημάρχου Λευκυμμαίων με την παράταξη του κκε– να πωλούνται έναντι αδράς αμοιβής, για να κατασκευαστεί σε αυτές ο ΧΥΤΑ – εκδοχή στην οποία, μεταξύ άλλων, συνηγορεί και ο χρόνος έναρξης των κινητοποιήσεων. Γιατί ως γνωστόν η υπόθεση της διαχείρισης των απορριμμάτων είναι μια κερδοφόρος επιχείρηση που παρέχει πληθώρα δυνατοτήτων στους καιροσκόπους να επωφεληθούν. Ο καθένας λοιπόν πασχίζει να εξασφαλίσει το κομμάτι που πιστεύει πως του αναλογεί, όπως οι γλάροι συσσωρεύονται στις χωματερές μην αφήνοντας καμία ευκαιρία για ένα γεύμα να μείνει ανεκμετάλλευτη.

Έτσι είναι ο καπιταλισμός, τους νόμους του οποίου οι «ιθαγενείς» έχουν εμπεδώσει, έστω και αν ορισμένοι εξ αυτών αυτοχρίζονται «πολέμιοι» του. Άλλος κερδίζει, άλλος χάνει. Ενίοτε δε είναι ζωές που χάνονται. Τότε οι γλάροι ξάφνου μεταμορφώνονται σε όρνεα. Τα σαπροβόρα πτηνά ερίζουν αγωνιζόμενα να αποσπάσουν το κομμάτι που τους αρέσει. Κρώζουν, υπερθεματίζουν καταγγέλλοντας με δριμύτητα την –αναμφίβολα βάρβαρη– κρατική καταστολή, τασσόμενοι στο πλευρό των κατοίκων, αναλωνόμενοι στη συνήθη συνθηματολογία. Επιδιδόμενοι ως είθισται στο λαϊκισμό, εντείνοντας τα «ψωμιαδικά», ας μας επιτραπεί η έκφραση, συμπλέγματα κατωτερότητας, ευελπιστούν να εισπράξουν αυτό που ο καθένας τους επιθυμεί, είτε πρόκειται για ψηφαλάκια, είτε για ότι άλλο. Και ασφαλώς η επιτυχία του εγχειρήματος τους απαιτεί να φανούν αδίστακτοι. Να απευθυνθούν στο θυμικό, πυροδοτώντας το, αδιαφορώντας για τις συνακόλουθες δυσμενείς συνέπειες – αρκεί μόνο να μη θίγουν τους ίδιους. Αλλά εδώ στην Κέρκυρα, οπού το μόνο που ανακυκλώνεται είναι οι τουριστικές σαιζόν, είμαστε όλοι λίγο - πολύ πτωματοφάγοι, έχοντας συνηθίσει να σιτιζόμαστε σε βάρος του κουφαριού της «πολιτιστικής μας κληρονομιάς», καλώντας τους τουρίστες να γευθούν ένα μεζεδάκι. Σιγά - σιγά τα κόκκαλα έχουν αρχίσει να ξεπροβάλουν και δεν μένει πια, παρά να αφεθούν γυμνά να ξασπρίσουν κάτω από τον ανελέητο ήλιο. Sea, sun, sex. Στους κατοίκους της νήσου του Πάσχα δεν μένει πια παρά να αρχίσουν να τρώνε τις σάρκες τους.


Thursday, June 5, 2008

Υστερόγραφο στο «η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας»


Ότι και να κάνουμε δεν πρόκειται να κατεβάσει καμία καλύτερη ιδέα...

Με το κείμενο που ακολουθεί επιδιώκουμε να απαντήσουμε σε ορισμένα ζητήματα τα οποία τέθηκαν στο blog του βααλ (http://mutantjazs.blogspot.com/), οπού ο τελευταίος σχολίασε κατόπιν δικής μας σχετικής προτροπής –για την ακρίβεια ενός από εμάς, σε ένα διαδικτυακό διάλογο, ο οποίος εκτυλίχθητε με άλλη αφορμή– το πρόσφατο κείμενο μας με τίτλο η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας. Με το εν λόγω κείμενο μας αποσκοπούσαμε ούτως ή άλλως να συμβάλλουμε στη διεξαγωγή ενός διαλόγου γύρω από τα ζητήματα, τα οποία πραγματεύεται, μιας και διαπιστώνουμε ότι υφίσταται σοβαρότατο έλλειμμα στο πεδίο αυτό. Επομένως εγκαινιάζουμε εδώ επί τη ευκαιρία μια νέα ενότητα στο blog μας, υπό την ονομασία «διάλογοι», ευελπιστώντας να δοθεί συνέχεια. Κλείνοντας αυτή την εισαγωγή, παραθέτουμε τα λινκς για αμφότερα τα κείμενα (1), (2), στα οποία είναι αναγκαίο να ανατρέξετε, φίλτατοι αναγνώστες, εφόσον βέβαια φιλοδοξείτε να κατανοήσετε τα όσα πρόκειται να επακολουθήσουν.

Στο κείμενο του, λοιπόν, ο βααλ υπογραμμίζει την ανάγκη να κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτού που θα μπορούσαμε να συνοψίσουμε ως μια «γείωση της θεωρίας», μια συνάντηση της με την πραγματικότητα, σημείο στο οποίο ο βααλ δίνει ιδιαίτερη έμφαση, αντιδιαστέλλοντας την πραγματικότητα αυτή με τις ιδέες. Βέβαια το ερώτημα που άμεσα ανακύπτει, σε εμάς τουλάχιστον, κατόπιν αυτής της διάκρισης αφορά τη φύση της πραγματικότητας αυτής, το από ποιόν διαμορφώνεται, από ποιόν νοηματοδοτείται. Γιατί ασφαλώς δεν υπάρχει σε αυτήν ένα εγγενές, αυθύπαρκτο νόημα. Κάθε κοινωνία συγκροτείται ως τέτοια, διαμέσου της δημιουργίας ενός κόσμου φαντασιακών σημασιών, οι οποίες καθορίζουν την πραγματικότητα, ενσαρκωνόμενες σε κάθε πτυχή της. Ο καπιταλισμός αναμφίβολα, όπως λέει ο βααλ είναι πραγματικότητα, είναι σχέση. Μια σχέση η οποία, για να το πούμε σε αδρές γραμμές, μεταφράζεται στην ανταλλαγή της δημιουργικής δύναμης του εργαζομένου με τη δυνατότητα απόκτησης εμπορευμάτων που βέβαια συμβαδίζει με την κεντρική θέση, την οποία η παραγωγή και οι οικονομία εν γένει καταλαμβάνουν στην υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση. Με λίγα λόγια πρόκειται για όσα επιχειρήσαμε εκτενώς να καταδείξουμε στο κείμενο, και είναι μάλλον άσκοπο να επαναλάβουμε εδώ. Όπως επίσης στο κείμενο δώσαμε ιδιαίτερο βάρος στον εντοπισμό των σημασιών εκείνων που, έχοντας επικρατήσει, οδηγούν στις προαναφερθείσες συνέπειες, για να καταλήξουμε στο συμπέρασμα ότι στην παρούσα συγκυρία που χαρακτηρίζεται από τη δραματική υπαναχώρηση του προτάγματος της αυτονομίας στα «καθήκοντα» μιας πολιτικής ομάδας, η οποία αυτοπροσδιορίζεται ως επαναστατική δίχως άλλο συγκαταλέγεται η δριμεία επίθεση ενάντια στις σημασίες αυτές, οι οποίες χαίρουν πλέον καθολικής, θα λέγαμε, αποδοχής.

Επίσης στο κείμενο του βααλ προβάλλεται η βεβαιότητα ότι είναι το επαναστατικό κίνημα που, παρέχοντας απτές λύσεις ανταγωνιστικές ως προς την κυρίαρχη πραγματικότητα, προτάσσοντας μια άλλη, είναι αυτό που οδηγεί κάποιον στο να γίνει επαναστάτης και όχι οι ιδέες. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, τότε εμείς συνιστούμε… ιστορικό παράδοξο, καθότι ούτε κανένα κίνημα διακρίνουμε να υφίσταται, ούτε και καμία «άλλη» πραγματικότητα –εκτός βέβαια και αν λογίζεται ως τέτοια η προσπάθεια του «χώρου» για απόδραση από την πραγματικότητα διαμέσου της υποκουλτούρας. Αυτή η «άλλη πραγματικότητα» δε κατά τη δική μας γνώμη ποτέ δεν υπήρξε. Το εργατικό κίνημα, φερ’ ειπείν, δεν ήταν μια «άλλη πραγματικότητα», υπήρξε πτυχή μιας πραγματικότητας, η οποία διακρινόταν από μια θεμελιώδη αντινομία. Η δε ανάδυση του οφείλετο, όχι στις «αντικειμενικές υλικές συνθήκες», στα κοινά συμφέροντα της εργατικής τάξης –ή, έστω, δεν απετέλεσαν αυτά τον καθοριστικό παράγοντα–, αλλά, όπως και η ανάδυση της εργατικής τάξης καθεαυτής, ως διαδικασίας αυτοδημιουργίας, στην πεποίθηση περί ύπαρξης κοινών συμφερόντων. Η κοινωνική ανθρωπολογία του εργατικού κινήματος για την οποία κάνουμε λόγο στο κείμενο μας ανήκει στο παρελθόν για τους λόγους που επιχειρήσαμε να αναλύσουμε στο «η πολιτικη…». Οι άνθρωποι, αντίθετα με ότι ισχυρίζεται ο βααλ στο κείμενο του, είναι ωφελιμιστές. Και αυτό όχι επειδή υφίσταται κάποια αναλλοίωτη εις το διηνεκές «ανθρωπινή φύση», αλλά επειδή απλούστατα κάθε κοινωνία που επιδιώκει να διαιωνίζεται ως έχει παράγει τον αντίστοιχο ανθρωπολογικό τύπο, ο οποίος ανταποκρίνεται στην επιδίωξη της αυτή. Αυτός ο ανθρωπολογικός τύπος που οι σύγχρονες κοινωνίες παράγουν πρέπει να έχει ανοσία στην ανοησία που τις χαρακτηρίζει. Πρέπει να αγνοεί τη ζωτική ανάγκη της ανθρώπινης ψυχής για νόημα. Είναι η επιδίωξη για διάσωση ενός νοήματος εκείνη που μπορεί να οδηγήσει το ανθρώπινο όν ακόμη και στη θυσία της βιολογικής του ύπαρξης, καθότι μιλάμε για ένα ζώο τρελό και καθόλου «ορθολογικό». Και η διάσπαρτη από «μάρτυρες» ιστορία του επαναστατικού κινήματος δεν συνάδει με τη θεωρία περί «λύσεων» που ωθούν τους ανθρώπους να γίνουν επαναστάτες. Κάθε άλλο. Την κάνει να φαντάζει αυθαίρετη.

Στο «η πολιτική…» επιχειρήσαμε να αναλύσουμε τις διαδικασίες εκείνες που οδήγησαν στην αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού και επομένως στην εξάλειψη των συνθηκών εκείνων που διαμόρφωσαν το πρόσφορο έδαφος για την άνθιση του κλασσικού εργατικού κινήματος. Ας ξεδιαλύνουμε εδώ μια παρεξήγηση που προέκυψε, αποσαφηνίζοντας ότι, αναφερόμενοι στη επικράτηση του αιτήματος περί «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», εννοούμε πως η προέλαση της ανάπτυξης, φέροντας ως προαπαιτούμενο την εγκαθίδρυση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού, προϋποθέτει παράλληλα τη διάβρωση αξιών όπως η αλληλεγγύη και η κοινότητα. Αναφερόμαστε στην ηγεμονία του επί του συλλογικού φαντασιακού –η οποία ασφαλώς, πρέπει να πούμε, μιας και θίγεται από το βααλ, πως δεν άφησε ανεπηρέαστο και το εργατικό κίνημα. Η γραφειοκρατικοποίηση του δεν προέκυψε ερήμην του, αλλά κατέστη δυνατή ακριβώς εξαιτίας της εγκόλπωσης, της εσωτερίκευσης σε μεγάλο βαθμό των σημασιών που είναι σύμφυτες με αυτήν.

Κατόπιν αυτής της διευκρινιστικής παρένθεσης ας επανέλθουμε στα περί «άλλης» πραγματικότητας. Εμείς αρεσκόμαστε να υπογραμμίζουμε ότι για να θέλει κανείς κάτι άλλο πρέπει να είναι σε θέση να το φανταστεί και, αντιστρόφως, δεν μπορεί κανείς να φανταστεί κάτι άλλο εάν δεν το θέλει. Και αρκεί να στρέψει κανείς το βλέμμα γύρω του για να διαπιστώσει ότι… καμιά από τις εν λόγω συνθήκες δεν πληρείται. Αυτό το οποίο φαντάζονται και επιθυμούν οι άνθρωποι σήμερα είναι αυτό που υπόσχεται η καταναλωτική κοινωνία. Αυτόν τον εγκλωβισμό της φαντασίας και ως εκ τούτου της δημιουργικότητας εντός των ασφυκτικών πλαισίων που ορίζονται από την παντοκρατορία της οικονομίας είναι που φιλοδοξούσαμε να καταδείξουμε μετερχόμενοι τον όρο «πραγμοποίηση». Ασφαλώς εμείς δεν ενστερνιζόμαστε αυτό το οποίο ο Μαρξ εννοεί με τον όρο αυτό. Αντίθετα θεωρούμε ότι ο εργαζόμενος δεν είναι «πράγμα», ότι ο καπιταλισμός δεν μπορεί να τον μετατρέψει σε τέτοιο και πως η επίτευξη του στόχου αυτού θα σήμαινε την κατάρρευση του ίδιου του καπιταλισμού. Κατάρρευση στην οποία θα συμπαρέσυρε δίχως άλλο τον ανθρώπινο πολιτισμό. Αυτό το οποίο θέλαμε να υπογραμμίσουμε με τη συγκεκριμένη –ενδεχομένως ασαφή και ανοιχτή σε παρερμηνείες, όπως οφείλουμε να παραδεχτούμε– διατύπωση είναι ο φόβος μας ότι αυτή η εγγενής τάση του καπιταλισμού τείνει να υλοποιηθεί. Και αυτός ο φόβος θεμελιώνεται στα σημάδια ατόνησης που παρουσιάζει η άλλοτε σθεναρή αντίσταση που οι άνθρωποι προέβαλλαν στην τάση αυτή, διεκδικώντας τη ενεργή συμμετοχή σε κάθε έκφανση της καθημερινής ζωής από ένα καθεστώς που τους αποκλείει από αυτήν.

Υπό τις συνθήκες αυτές ακόμη και ο εθελοντισμός φαντάζει ως αμυδρή αχτίδα ελπίδας που δεν αρκεί όμως για να διασκεδάσει τους φόβους που προκαλεί –σε εμάς τουλάχιστον– αυτή η εποχή η διακρινόμενη από την παντελή στειρότητα και έλλειψη πρωτοτυπίας που εντοπίζουμε σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δημιουργίας. Εν μέσω αυτής της περιρρέουσας ατμόσφαιρας ασφαλώς και επιχειρούμε ανάμεσα σε όλα τ’ άλλα να κάνουμε τις ιδέες μας πράξη, οφείλει όμως κανείς να παραδεχτεί ότι αυτό δεν συνιστά το πλέον εύκολο έργο για μια ομάδα, η οποία αριθμεί… τρία μέλη –και η οποία, παρεμπιπτόντως, δεν μπορεί ποτέ να καταστεί πρωτοπορία, όπως αναφέρει ο βααλ, επειδή απλούστατα ποτέ δεν επεδίωξε κάτι που της μοιάζει απεχθές. Διανύουμε όπως φαίνεται μια περίοδο μεταβατική. Το τι μέλει να επακολουθήσει μένει να φανεί. Όμως ότι και να επακολουθήσει δεν μπορεί να ανάγεται σε ότι έχει προηγηθεί, να αποτελεί απλά ένα συνονθύλευμα φθαρμένων υλικών, καταλοίπων προγενέστερων κοινωνικοϊστορικών θεσμίσεων. Το εργατικό κίνημα, τα επαναστατικά κινήματα του παρελθόντος, ναι, ηττήθηκαν οριστικά, δεν μπορούμε, δεν θα αρκούσε ποτέ, να πιάσουμε το νήμα από εκεί που αφέθηκε. Κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την άρνηση της ιστορίας ως κοινωνικής δημιουργίας. Είναι αναγκαία η αναζωογόνηση της ανθρώπινης φαντασίας. Οι ενδείξεις δεν αφήνουν πολλά περιθώρια αισιοδοξίας. Εκείνο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε είναι το απροσδόκητο της ανθρώπινης δημιουργίας. Επιθυμούμε όσο τίποτε άλλο μια έκρηξη που, προκύπτοντας από το πουθενά, όπως ο Μάης του ΄68, θα έρθει και θα διαψεύσει, θα συντρίψει την πεσιμιστική μας διάθεση. Ως τότε ευελπιστούμε να συμβάλλουμε με όσες δυνάμεις έχουμε στον ερχομό αυτής της απρόσμενης επανάκαμψης της κοινωνίας στο προσκήνιο. Και όταν αυτή η επανάκαμψη συντελεσθεί, δεν θα λυπηθούμε καθόλου αν η πραγματικότητα θα μας έχει ξεπεράσει…