Sunday, May 11, 2008

Καλά σαράντα…

Καλά σαράντα…

Μάιος του 2008 και πολύ μελάνι χύνεται, καθώς ο τύπος θεωρεί, προφανώς, πως έχει την υποχρέωση να τιμήσει τη συμπλήρωση 40 χρόνων από την έκρηξη του γαλλικού Μάη. Αφιερώματα γραμμένα κατά κανόνα σε ύφος πομπώδες και ενίοτε μελοδραματικό αποπνέουν την αίσθηση ότι οι συντάκτες τους θλίβονται βαθύτατα για την ήττα της εξέγερσης και θα εύχονταν η «κοινωνία του θεάματος» να είχε σαρωθεί από το κύμα της αμφισβήτησης που θα παρέσυρε και τους ίδιους στο πέρασμά του. Επιθυμούν δηλαδή τον αφανισμό τους ως γνήσιοι καταραμένοι ποιητές. Και την ίδια ώρα εμείς, το φιλοθεάμον κοινό, καλούμαστε να ταξιδεύσουμε νοερά σε έναν κόσμο που απαρτίζεται από τέτοιους ποιητές, από καταδικασμένους έρωτες, να παραδοθούμε σε μια νοσταλγική περιήγηση (nostalgia trip) ανάμεσα στα φλεγόμενα οδοφράγματα του Καρτιέ λατέν, υποβοηθούμενοι από αφιερώματα της κρατικής τηλεόρασης, ειδικά ένθετα και DVD, τα οποία μας προσφέρουν οι εφημερίδες και που όλα τους εμψυχώνονται αναμφίβολα από το πνεύμα της εξέγερσης. Και οι βαθυστόχαστες αναλύσεις συχνά συγκλίνουν στο συμπέρασμα πως τελικά όλοι έγιναν στελέχη επιχειρήσεων… Ωραία! Έτσι η φυσική τάξις των πραγμάτων αποκαθίσταται, για να εφησυχάσουμε κι εμείς. Καλώς έχουν τα πράγματα ως έχουν. Ο Μάης δεν ήταν κάτι παραπάνω από ένα εφηβικό ξέσπασμα που έλαβε χώρα, ούτως ώστε να μπορούμε εμείς σήμερα, ώριμοι πια, να έχουμε κανένα DVD να βλέπουμε τα σαββατοκύριακα. Σε αυτά συνηγορούν και οι βαρυσήμαντες εκτιμήσεις των διαφόρων τυχάρπαστων, ανεκδιήγητων τύπων που ο Τύπος φιλοξενεί στις σελίδες του προς επίρρωσιν των όσων προαναφέρθηκαν. Έτσι ο Κούνδουρος πχ αποφαίνεται με την αρμόζουσα χαιρεκακία του ανθρώπου που επιχειρεί να αυτοεξυψωθεί υποτιμώντας τους άλλους: κάτι κωλόπαιδα ήταν, γόνοι αστών που έκαναν το κέφι τους. Ας μας λύσει κι εμάς κάποιος την απορία. Από πότε η άποψη για το Μάη των σταλινικών, των εθνικιστών, των ομοφοβικών απέκτησε βαρύνουσα σημασία; Μα από τότε που το αποφάσισαν τα ΜΜΕ.

Γιατί δεν ρωτούν και τον Πατακό τη γνώμη του; Αυτός είχε μεγαλύτερη σχέση με το Μάη, μιας και υπήρχε μια αφίσα που είχαν κυκλοφορήσει οι φοιτητές, όπου αναγράφονταν το όνομα του Ντε Γκωλ πλάι σε αυτά δικτατόρων της εποχής, συμπεριλαμβανομένου του #2 της ελληνικής χούντας. Όντως οι συνθήκες την εποχή εκείνη δεν υπήρξαν ευνοϊκές για τη διάδοση στην Ελλάδα των μηνυμάτων του ΄68. Ακόμη και αν δεχτούμε πως οι ιδέες που ενέπνευσαν τα ταραχώδη γεγονότα της χρονιάς εκείνης μεταλαμπαδεύτηκαν εκ των υστέρων και εδώ, ότι ο απόηχος τους έφτασε στα μέρη μας έστω και εξασθενημένος, η σημερινή εικόνα της ελληνικής κοινωνίας δεν αφήνει περιθώρια αμφιβολίας, για το ότι η όποια επιρροή τυχόν άσκησαν έχει προ πολλού εκλείψει. Αυτό καταμαρτυρούν με τον τρόπο που εκδηλώθηκαν οι κοινωνικές εντάσεις των τελευταίων ετών. Στον πυρήνα της εξέγερσης του Μάη του ΄68 βρίσκουμε την αμφισβήτηση απέναντι σε μια κοινωνία διχοτομημένη ανάμεσα σε διευθύνοντες και διευθυνόμενους, σε αυτούς που δίνουν εντολές και σε αυτούς που είναι επιφορτισμένοι με την εκτέλεση τους. Εντοπίζουμε την άρνηση των φοιτητών απέναντι στο ρόλο που τους επιφυλάσσεται στα πλαίσια της κοινωνίας αυτής. Κατά τη διάρκεια των δικών μας, περσινών φοιτητικών κινητοποιήσεων το σύνθημα που συνόψιζε τα αιτήματα, δεν ήταν άλλο από το «πτυχία με αξία», το οποίο είναι εμφανές ότι εξέφραζε τη χρησιμοθηρία, την εργαλειακή αντιμετώπιση της «γνώσης», την πρόθεση για εξαργύρωση του πτυχίου με την ανέλιξη στην ιεραρχία της καταναλωτικής κοινωνίας, τον πόθο για ενσωμάτωση στις υφιστάμενες δομές, όλα στον αντίποδα των όσων πρεσβεύει το «πνεύμα του ΄68». Αντίστοιχα στις κινητοποιήσεις για το ασφαλιστικό οι εργαζόμενοι όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν τη θέση τους στην παραγωγή ως διεκπεραιωτές, αλλά –αυτά πάνε μαζί άλλωστε– αφέθηκαν στις παραδοσιακές, γραφειοκρατικές συνδικαλιστικές δομές, αρκούμενοι να ακολουθούν κάθε δίμηνο τις λιτανείες της ΓΣΣΕ, όντας ανίκανοι να συγκροτήσουν νέες διαδικασίες, απρόθυμοι να αναλάβουν πρωτοβουλίες. Ανέκαθεν βέβαια η ελληνική κοινωνία, διακηρύττοντας ότι «ανήκε εις τη Δύση», υπήρξε δεκτική ως προς το ένα εκ των δύο αντιφατικών στοιχείων που απαρτίζουν την κληρονομιά της τελευταίας. Το χειραφετησιακό πρόταγμα δεν τη γοήτευσε ιδιαίτερα, αφού αντιμαχόταν τη φυλασσόμενη ως κόρη οφθαλμού παράδοση. Αν και η τελευταία έγινε βορά της επελαύνουσας ανάπτυξης μαζί με την κοινότητα και την αλληλεγγύη, τα μόνα που απέμεναν στην κοινωνία αυτή.

Η διάβρωση των αξιών και επομένως του κοινωνικού ιστού συνιστά ίδιον του καπιταλισμού, αναγκαία συνθήκη για την εδραίωση του, μα παράλληλα και ναρκοθέτηση των θεμελίων του. Θεμελιώδης αντίφαση, στην οποία θα αποπειραθούμε να ρίξουμε λίγο περισσότερο φως πιο κάτω. Στη διάβρωση των αξιών θα μπορούσαμε να πούμε ότι επεδόθη και ο Μάης του ΄68, με την πρόθεση να πετύχει την αντικατάσταση των αξιών αυτών από νέες σημασίες, στόχος που δεν επετεύχθη λόγω της ήττας του. Θα μπορούσαμε να ισχυρισθούμε πως επετεύχθησαν επιμέρους νίκες εναντίον φερ’ ειπείν των συντηρητικών, πουριτανικών ηθών. Θα μπορούσαμε όμως να πούμε ακόμα ότι η «απελευθέρωση των επιθυμιών» υπήρξε πρόσκαιρη. Οι σημερινές κοινωνίες βαυκαλίζονται για την ελευθερία τους. Όμως είναι σε θέση κανείς πίσω από τη λογοδιάρροια γύρω από το σεξ επί παραδείγματι να διακρίνει έναν νέου τύπου συντηρητισμό, μια εποχή κατ εξοχήν αντιερωτική. Το γυμνό είναι παντού, όμως τα σώματα αυτά της διαφήμισης μοιάζουν άυλα, σαν να μην έχουν υπόσταση. Το ανθρώπινο σώμα ασφυκτιά, καλούμενο να ανταποκριθεί στα ρετουσαρισμένα πρότυπα. Και ενώ αφήνεται να εννοηθεί ότι «όλα είναι επιτρεπτά», η φαντασία εγκλωβίζεται στο πεδίο που τα πρότυπα αυτά οριοθετούν. Επανερχόμενοι λοιπόν στην αντίφαση, για την οποία έγινε λόγος προηγούμενα, διαπιστώνουμε πως αυτή συνίσταται στο γεγονός ότι ο καπιταλισμός αφενός χρειάζεται για να λειτουργήσει τη δημιουργικότητα των ανθρώπων, αφετέρου χρειάζεται να την εντάξει στα στενά πλαίσια που εξυπηρετούν τη λειτουργία του και γι΄ αυτό την καταστέλλει. Αυτή η αντινομία εν τέλει οδηγεί στη σταδιακή ατροφία της δημιουργικότητας. Από το «η φαντασία στην εξουσία» περνάμε στο η φαντασία στην εξορία.

Διερωτώμενοι, λοιπόν, για το πώς προσλαμβάνουν οι αναγνώστες του τύπου το φαινόμενο που εξετάζουμε, είμαστε αναγκασμένοι να υποθέσουμε, ότι σε μια κοινωνία όπου το καθετί αποτιμάται χρηματικά, η εξέγερση του ΄68 γίνεται αντιληπτή ως κάτι το ευτελές, αφού μπορείς να αποκτήσεις το DVD πληρώνοντας 2 ευρώ. Ακόμα δεν μπορούμε παρά να συμπεράνουμε, πως αυτή η ενασχόληση των μέσων με το Μάη του ΄68 οφείλεται ακριβώς στην ακινησία που χαρακτηρίζει τις μέρες μας. Όσο βαθύτερος είναι ο λήθαργος στον οποίο βυθίζεται η κοινωνία, όσο πιο περιορισμένη είναι η διάθεση να αλλάξουμε την πραγματικότητα, τόσο πιο «χαριτωμένα» ακούγονται συνθήματα όπως το «να είστε ρεαλιστές, να απαιτείτε το αδύνατο», για να διασκεδάζουν την ανία. Τις 8 Μαΐου του 1968 το Παρίσι βρισκόταν σε αναβρασμό. Μετά δύο μέρες η νύχτα της 10ης Μάιου έμελλε να μείνει γνωστή ως «η νύχτα των οδοφραγμάτων». Φέτος στις 8 Μαΐου μέλλει να απαντηθεί το ερώτημα: «χρειάζεται ο κόσμος ένα νέο Μάη;». Σχήμα λόγου το θέατρο του παραλόγου. Την απάντηση θα μας δώσει ο κος Αλέξης Τσίπρας στην εκπομπή του κου Στέλιου Κούλογλου. Βέβαια αν ήταν νέος, δεν θα ήταν Μάης. Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες! Εδώ δεν μιλάμε για ιστορία, μιλάμε για τηλεοπτικό χρόνο…

ytonomoikerkyras@yahoo.com