Wednesday, April 23, 2008

Η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας

Η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας

Θέσεις για την τρέχουσα ιστορική συγκυρία και το πώς αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μας ως πολιτική ομάδα εν μέσω αυτής

Τον περασμένο Μάρτιο η ομάδα μας συμπλήρωσε αισίως 2 χρόνια ζωής (μπράβο μας, να τα χιλιάσουμε!) Στο χρονικό αυτό διάστημα της έως τώρα παρουσίας μας δεν υπήρξαν λίγες οι φορές εκείνες, οπού γίναμε αποδέκτες θετικών, ενίοτε μάλιστα εκθειαστικών σχολίων για τα κείμενα μας και τη γενικότερη δράση μας. Όμως τίποτε –ή ελάχιστα, έστω– πέρα από αυτό. Οι όποιες ενέργειες μας, συμπεριλαμβανομένων προτροπών μας για ανάληψη πρωτοβουλιών στο χώρο του πανεπιστημίου, όπου ορισμένοι από εμάς κινούμαστε, διαμέσου της θέσπισης αμεσοδημοκρατικών διαδικασιών, έτυχαν κάθε άλλο παρά ενθουσιώδους υποδοχής. Και βέβαια ακόμη κι αν υπήρξαν εκείνοι που εκφράστηκαν εγκωμιαστικά, αρνούμενοι, ωστόσο, να εκδηλώσουν και έμπρακτα τη συμπάθεια τους, δεν έλειψαν και όσοι έστρεψαν εναντίον μας τα βέλη της κριτικής τους. Ανάμεσα σε αυτούς ορισμένοι οφείλουμε να αναγνωρίσουμε, ότι το έκαναν με καλή προαίρεση, επιδιώκοντας προφανώς να συμβάλλουν με τρόπο εποικοδομητικό στη διεξαγωγή του διαλόγου που και για εμάς αποτελεί ζητούμενο. Δεν μπορούμε, δυστυχώς, να ισχυριστούμε βάσιμα, πως ήταν η πλειοψηφία. Δεν είμαστε όμως μεμψίμοιροι. Ήδη, άλλωστε, από την αφετηρία του εγχειρήματος αυτού δεν τρέφαμε υπέρμετρες προσδοκίες για την απήχηση της οποίας αυτό θα έχαιρε, όντας αντίθετα πεπεισμένοι, ότι εν πολλοίς θα συναντούσαμε την αδιαφορία. Όποιος έχει μια κάποια επαφή με την έως τώρα πορεία μας, θα είναι σε θέση να επιβεβαιώσει, πως διαθέτουμε μια στοιχειώδη συναίσθηση της πραγματικότητας, κάτι το οποίο, νομίζουμε, αποδεικνύεται και από το γεγονός ότι τη σκιαγραφούμε στα κείμενα μας με μελανά χρώματα.

Η ανάλυση της πραγματικότητας αυτής αποτελεί άλλωστε και έναν από τους σκοπούς του παρόντος κειμένου, ενώ με τη μάλλον μακροσκελή εισαγωγή επιχειρείται να καταστούν σαφή τα όσα στάθηκαν αφορμή για τη συγγραφή του. Αυτά συνοψίζονται στα ερωτήματα που μας έχουν τεθεί επανειλημμένως και στα οποία φιλοδοξούμε να δώσουμε μια εμπεριστατωμένη απάντηση. Ερωτήματα στα οποία συγκαταλέγονται τα κάτωθι ενδεικτικά που μας έχουν απευθύνει στις πρόσφατες εκδηλώσεις μας, αδιαφορώντας για το θέμα των τελευταίων, κυρίως άτομα από των αναρχικό/αντιεξουσιαστικό χώρο, όπως και αυτόν της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς: «Καλά όλα αυτά, αλλά στην πράξη τί κάνουμε;», «εμείς αυτά τα ξέρουμε, αλλά ο απλός κόσμος πως θα τα καταλάβει;» «ωραίες οι θεωρίες, αλλά τί τον νοιάζουν τον κόσμο;». Παράλληλα θα επιδιώξουμε να αποσαφηνίσουμε –στο μέτρο που κάτι τέτοιο είναι εφικτό στα πλαίσια ενός, εκτενούς έστω, κειμένου– το πώς αντιλαμβανόμαστε το ρόλο μας ως πολιτική ομάδα εν μέσω της παρούσης συγκυρίας.

Τον κόσμο, λοιπόν, μπορεί να μην τον νοιάζουν «όλα αυτά». Σημαίνει άραγε αυτό, ότι δεν πρέπει να απασχολούν ούτε εμάς; Γιατί εμείς, –όπως, βάσει των ισχυρισμών τους και αυτοί που δυσπιστούν απέναντι μας– επιδιώκουμε τον κοινωνικό μετασχηματισμό –το πώς τον αντιλαμβανόμαστε θα το διευκρινίσουμε στη συνέχεια. Και αφού θέλουμε να αλλάξει η κοινωνία, χρειαζόμαστε τη «θεωρία», μιας και οφείλουμε να εντοπίσουμε –και όχι να εφεύρουμε– τα ρεύματα εκείνα, τις υφέρπουσες τάσεις που αντιμάχονται τον καπιταλισμό, που αμφισβητούν την παρούσα κοινωνική θέσμιση. Και, ω του θαύματος, η αναζήτηση αυτή αποβαίνει άκαρπη. Τέτοιο ρεύμα δεν συνιστούν για παράδειγμα, όπως κάποιοι διατείνονται, οι ΜΚΟ, οι οποίες φαντάζουν περισσότερο ως μια απόπειρα να σωθούν τα γυναικόπαιδα από ένα βυθιζόμενο πλοίο. Είναι, άλλωστε, ενδεικτικό το ότι οι συμμετέχοντες σε αυτές είναι κατά το μεγαλύτερο ίσως ποσοστό μεσήλικες, οι οποίοι, έχοντας βιώσει την ήττα των κοινωνικών κινημάτων, επιχειρούν τώρα να περισώσουν ότι μπορούν. Ασφαλώς δεν απορρίπτουμε τη συστράτευση με τέτοιες κινήσεις, προκειμένου να συγκροτηθεί ένα αποτελεσματικότερο «μέτωπο αντίστασης» σε ζητήματα οικολογικά επί παραδείγματι. Όμως ο δικός μας ρόλος, όπως είναι φυσικό για μια ομάδα που αυτοπροσδιορίζεται ως επαναστατική, δεν επιθυμούμε να περιορίζεται στα πλαίσια αυτά. Αλλά τα πρώτα σκιρτήματα ενός επαναστατικού κινήματος είναι, για εμάς τουλάχιστον, εξίσου δυσδιάκριτα στον επονομαζόμενο αντικαπιταλιστικό χώρο. Στα όσα μας ωθούν προς αυτή μας τη διαπίστωση, όμως, θα επανέλθουμε στη συνέχεια του κειμένου.

Εκείνο που πρέπει προηγούμενα να μας απασχολήσει, δεν είναι άλλο από τη διερώτηση αναφορικά με το ποιες είναι οι διαδικασίες εκείνες, οι οποίες, εκτυλισσόμενες, συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία των όσων μέχρι στιγμής συμπεράναμε. Και η αιτία αυτή οφείλει να αναζητηθεί κατά τη γνώμη μας στη μονοκρατορία του καπιταλιστικού φαντασιακού, τη συνοδευόμενη από τη ραγδαία υπαναχώρηση των κοινωνικών κινημάτων. Την έκλειψη του χειραφετησιακού προτάγματος προς όφελος του φαντασιακού της απεριόριστης επέκτασης της «ορθολογικής κυριαρχίας». Η σύμφυτη με το φαντασιακό αυτό, κατάφωρα ανορθολογική επιδίωξη για ολοένα αυξανόμενη κυριαρχία επάνω στη φύση και τον άνθρωπο, φαίνεται να οδεύει προς την κάμψη του μόνου εμποδίου στο οποίο προσκρούει. Ο καπιταλισμός, η κεντρική αντίφαση του οποίου έγκειται στο γεγονός ότι επιδιώκει την «πραγμοποίηση» του ανθρώπου, ενώ εξαρτάται παράλληλα από το ανθρώπινο στοιχείο, μοιάζει να πετυχαίνει το στόχο του καταστρέφοντας τη δημιουργική ικανότητα του ανθρώπινου όντος, την οποία είχε προηγούμενα προσδέσει στο άρμα του, καθυποτάσσοντας την στην παραγωγή και την οικονομία εν γένει, δραστηριότητες τις οποίες ανάγει σε αυτοσκοπό. Η διαβρωτική του δράση έχει ως παρεπόμενο την καταστροφή των στοιχείων εκείνων, τα οποία, όντας καρποί προγενέστερων κοινωνικοϊστορικών θεσμίσεων, εξασφάλισαν την έως τώρα επιβίωση του, δεδομένης της αδυναμίας του για νέες δημιουργίες.

Απόρροια των όσων προαναφέρθηκαν, είναι αυτό που ο Κορνήλιος Καστοριάδης περιέγραψε ως την άνοδο της ασημαντότητας, η οποία απειλεί να γίνει καθεστώς στις δυτικές κοινωνίες που μαστίζονται από την αδυναμία δημιουργίας νέων σημασιών, από την ανικανότητα να προσδώσουν, ως οφείλουν, νόημα στην ύπαρξη τους. Το τέλμα, η οικτρή κατάσταση στην οποία έχουν περιέλθει, η επαπειλούμενη κατάρρευση τους επιτάσσει και πάλι την προσφυγή στη «θεωρία». Το καθήκον μιας επαναστατικής πολιτικής ομάδας συνίσταται εν προκειμένω στην προσπάθεια αποδόμησης των κυρίαρχων «αξιών», του παραγωγισμού, της τεχνικής προόδου, του οικονομισμού, της ανάπτυξης, στην καταπολέμηση της εξευτελιστικής αντίληψης που αντιμετωπίζει τον άνθρωπο ως ένα ζώο προοριζόμενο να παράγει και να καταναλώνει και στη συμβολή στην ανάδυση νέων σημασιών, των οποίων η δημιουργία ασφαλώς αποτελεί «αρμοδιότητα» της ίδιας της κοινωνίας και μπορεί να επιτευχθεί διαμέσου της αναζωογόνησης του προβληματισμού, της τόνωσης της παραπαίουσας δημιουργικής δύναμης των ανθρώπων.

Η διαβρωτική δράση του καπιταλισμού, για την οποία ήδη μιλήσαμε, υπήρξε έκδηλη στην περίπτωση της αποσύνθεσης των στοιχείων εκείνων, τα οποία διαμόρφωσαν το πλαίσιο, εντός του οποίου συντελέστηκε η συγκρότηση –ή πιο σωστά κατέστη δυνατή η αυτοσύσταση– της εργατικής τάξης και η συνακόλουθη ανάδυση του κλασσικού, επαναστατικού εργατικού κινήματος. Το αίτημα της «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων» απέβη καταστροφικό για τα απότοκα της εν λόγω διαδικασίας αυτοδημιουργίας, μη εξαιρουμένου ασφαλώς του ανθρωπολογικού τύπου, ο οποίος ενσάρκωσε την κοσμογονία αυτή. Και αυτό γιατί η προέλαση της ανάπτυξης φέρει ως προαπαιτούμενο την καταστρατήγηση κάθε έννοιας αλληλεγγύης, την απαξίωση κάθε έκφανσης κοινοτικής ζωής, ούτως ώστε να διαμορφωθεί το πρόσφορο έδαφος για την παγίωση του ατομικισμού, του ανταγωνισμού και την υποκατάσταση από το οικονομικό κάθε άλλου κινήτρου.

Τα σημερινά μορφώματα του αντικαπιταλιστικού χώρου δεν μπορούν να ιδωθούν ως συνέχεια του κλασσικού εργατικού κινήματος. Συνιστώντας τον απόηχο σε μεγάλο μέρος τους των νεολαιίστικων εξεγέρσεων του ’68, η συγγένεια τους με τις τελευταίες είναι αυστηρά εξωτερική, φαινομενική. Και αυτό γιατί, ενώ τα κινήματα του ΄68 εξέφρασαν την ουσιαστική και αυθεντική εναντίωση στην αποσάθρωση του κοινωνικού ιστού, η οποία λάμβανε χώρα στους κόλπους της τότε νεότευκτης «κοινωνίας της αφθονίας», αμφισβητώντας τις θεμελιώδεις σημασίες της, εκείνοι οι οποίοι σήμερα ισχυρίζονται, ότι ασχολούνται με την επαναστατική πολιτική, συνιστούν αντίθετα σύμπτωμα της. Αποτελούν σύμπτωμα της κρίσης της διαδικασίας ταύτισης, της κρίσης της διαδικασίας εκκοινωνισμού, εναντίον των οποίων εμφανίζονται ανήμποροι να αρθρώσουν ουσιαστικό αντίλογο. Αντ’ αυτού οι ομαδοποιήσεις του ευρύτερου αντικαπιταλιστικού χώρου είναι το πλέον σύνηθες να δρουν συγκαληπτικά της διάρρηξης του κοινωνικού ιστού, λειτουργώντας ως υποκατάστατα, παρέχοντας απλά στα μέλη τους τη ψευδαίσθηση του «ανήκειν», ικανοποιώντας την επιθυμία τους να διαφοροποιηθούν από το υπόλοιπο κοινωνικό σώμα, «διαφοροποίηση» η οποία επίσης, καταφανώς αποτελεί αυταπάτη, επιδιωκόμενη διαμέσου της υιοθέτησης συμπεριφορών που υπάγονται στην κατηγορία του lifestyle. Το κατά πόσο αυτό είναι «εναλλακτικό», ελάχιστα ενδιαφέρει. Για να παραφράσουμε ένα γνωστό αναρχικό σύνθημα, το «αναρχικό» lifestyle είναι μαγικό. Από νούμερο σε κάνει «επαναστάτη».

Συνιστά, λοιπόν, ειρωνεία, οξύμωρο, δεδομένης της υποταγής του ευρύτερου χώρου αυτού στη λογική της υποκουλτούρας ως έκφρασης του διαμελισμού του κοινωνικού σώματος, του κατακερματισμού του σε πληθώρα υποδιαιρέσεων, η διαρκής – σε σημείο οπού γίνεται ιδεοληπτική– επίκληση της «αλληλεγγύης». Πρόκειται προφανώς για μια λειτουργία που θα μπορούσε να οριστεί ως υπεραναπλήρωση κατά τα πρότυπα λειτουργίας της αγοράς και της διαφήμισης, οπού η ζήτηση και η προβολή ενός εμπορεύματος ή μιας υπηρεσίας είναι αντιστρόφως ανάλογη της παρουσίας του συστατικού, του οποίου συνιστά υποκατάστατο, στη ζωή των κοινωνιών. Χαρακτηριστικό παράδειγμα μπορούμε να αντλήσουμε από το γεγονός ότι, ίσως ο πλέον κερδοφόρος κλάδος του τριτογενούς τομέα είναι αυτός της παροχής υπηρεσιών τηλεπικοινωνιών, τη στιγμή που –και για λόγους που ήδη παραθέσαμε– στις δυτικές κοινωνίες παρουσιάζεται ανυπολόγιστο έλλειμμα επικοινωνίας. Όσο λιγότερο επικοινωνούν οι άνθρωποι, τόσο περισσότερα πακέτα κινητής τηλεφωνίας καταναλώνουν. Κατά πλήρη αντιστοιχία, όσο περισσότερο καταβαραθρώνεται η υπόληψη της οποίας απολαμβάνει η κοινότητα, τόσο αυξάνεται και η ένταση των κραυγών περί αλληλεγγύης, πράγμα που θα έμοιαζε λογικό, εφόσον βέβαια η έλλειψη της τελευταίας δεν διέκρινε σε πλείστες όσες περιπτώσεις τις σχέσεις που αναπτύσσονται στο εσωτερικό των ομάδων που την ανάγουν σε απόλυτο –στα λόγια στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Σχέσεις οι οποίες ποσώς απέχουν από του να αντιστοιχούν στο χαρακτήρα που προσλαμβάνουν αυτές στο εσωτερικό μιας οποιασδήποτε παρέας, διεπόμενες από τους εκάστοτε ιδιαίτερους κώδικες. Με άλλα λόγια η απουσία στοιχειώδους σοβαρότητας, υπευθυνότητας, διάθεσης για δέσμευση, όντας πρόδηλη στο σύνολο της κοινωνίας, είναι κάτι παραπάνω από έκδηλη και στο εσωτερικό των «επαναστατικών» ομάδων, συνθέτοντας ένα μάλλον εχθρικό περιβάλλον για την εκδίπλωση της αλληλεγγύης.

Αντιπαρερχόμενοι τη μομφή περί «αυταρχικότητας», η οποία εκτοξεύεται εναντίον μας, όταν στηλιτεύουμε την προαναφερθείσα χαλαρότητα, ας επιχειρήσουμε σε αυτό το σημείο να δούμε, πως εκφράζεται η περιβόητη αλληλεγγύη. Συνήθη πρακτική αποτελεί η συμπαράσταση σε κινήσεις κατοίκων για τους δημόσιους χώρους επί παραδείγματι. Η αντίληψη η οποία συνοψίζεται στην πεποίθηση, ότι διαμέσου της κοινής σύγκρουσης με την εξουσία θα αποκαλυφθεί ξάφνου «το φως το αληθινό» της επανάστασης, σε όσους «θέλουν αλλά δεν ξέρουν πώς ή δεν μπορούν να εξεγερθούν», εκτός του ότι είναι εξόφθαλμα ανεδαφική, για λόγους που θα θιγούν στη συνέχεια, προδίδει ταυτοχρόνως μια προσκόλληση στο δόγμα που προσεγγίζει την πολιτική ως «συνέχιση του πολέμου με άλλα μέσα». Αυτός ο φετιχισμός της σύγκρουσης καθιστά τους φορείς του εξαιρετικά κοντόφθαλμους, για να μπορέσουν να διακρίνουν το ρόλο που διαδραματίζουν οι κοινωνικές φαντασιακές σημασίες. Μένοντας στο συγκεκριμένο παράδειγμα, οφείλουμε να παρατηρήσουμε ότι η καταστρατήγηση των δημόσιων χώρων προϋποθέτει την προηγούμενη «φαντασιακή» υποτίμηση της αξίας τους. Η έννοια του δημόσιου χώρου καθίσταται κενό γράμμα, όταν ο δήμος καθ’ εαυτός, η ίδια η κοινωνία περιπίπτει στην πλήρη ανυποληψία. Χάνει την «αυτοεκτίμηση» της. Όταν η συναναστροφή μεταξύ των ανθρώπων τείνει να αντιμετωπίζεται περίπου ως «αναγκαίο κακό». Αναδεικνύεται επομένως η καθοριστική ευθύνη της κοινωνίας και η ανάγκη για ριζική επαναδιαπραγμάτευση των προτεραιοτήτων της.

Ένας τέτοιος επαναπροσδιορισμός, όπως είναι φυσικό, επιτάσσει την προώθηση του διαλόγου. Όμως όσοι προκρίνουν την ιδιότυπη «έμπρακτη προπαγάνδα», αφού πρώτα αποδώσουν σε εμάς που προτάσσουμε το διάλογο τον κοσμητικό χαρακτηρισμό «φιλόλογοι», διατείνονται ότι όλα αυτά είναι περιττολογίες. Αυτή τους η αντιμετώπιση του διαλόγου ως μπελά ενέχει μια θεμελιώδη αντίφαση, εάν αναλογιστεί κανείς ότι επικαλούνται την επανάσταση –το πώς την αντιλαμβάνονται θα το εξετάσουμε στη συνέχεια. Διερωτώμεθα, λοιπόν: πως άραγε θα λαμβάνονται οι αποφάσεις στη «μεταεπαναστατική κοινωνία» και από ποιόν; Εάν, όπως διατείνονται –και όπως είναι το ζητούμενο–, θα λαμβάνονται συλλογικά κατόπιν διαλόγου, δεν είναι απαραίτητο εκείνοι –δηλαδή το σύνολο της κοινωνίας– που θα καλούνται να συναποφασίζουν στο μέλλον να μυούνται από τώρα στο διάλογο; Για εμάς ο διάλογος δεν μπορεί, ασφαλώς, να αντιμετωπίζεται «χρησιμοθηρικά», αλλά οφείλει, αντίθετα, να του αναγνωρίζεται η σημασία που φέρει καθ’ εαυτός.

Μια άλλη μομφή, την οποία ουκ ολίγες φορές έχουν εξαπολύσει εναντίον μας, είναι ότι είμαστε «ελιτιστές». Τον ισχυρισμό αυτό συχνά βασίζουν στον τρόπο γραφής μας, τον οποίο βρίσκουν «δυσνόητο». Οι ίδιοι βέβαια που προβαίνουν στην εν λόγω διαπίστωση, συμπληρώνουν, πως αυτοί μια χαρά τα καταλαβαίνουν τα κείμενα μας, αλλά διατείνονται, ότι «οι απλοί εργάτες», «ο απλός κόσμος» δεν θα το κατορθώσει. Κατά τα άλλα οι ελιτιστές είμαστε εμείς και όχι εκείνοι που θεωρούν όλους τους άλλους λίγο - πολύ καθυστερημένους. Εμείς, απλά κοιτάζοντας γύρω μας, διακρίνουμε ως μόνο εμπόδιο στην κατανόηση των κειμένων μας την απροθυμία του κόσμου να τα κατανοήσει, τη σύμφυτη με την αδιαφορία του για την πολιτική. Είμαστε δε πεπεισμένοι, ότι εάν κάποιος πραγματικά νοιάζεται, ακόμα και αν… δεν γνωρίζει κάποια λέξη, θα κάνει και μια δεύτερη προσπάθεια και θα συλλάβει τη σημασία της από τα συμφραζόμενα. Είναι αυτονόητο για εμάς, ότι απευθυνόμαστε σε ανθρώπους που επιδεικνύουν έστω ένα στοιχειώδες ενδιαφέρον για την πολιτική και δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε την παραμικρή υπαναχώρηση στο ζήτημα της γλώσσας, η οποία θα συνεπαγόταν αυτομάτως την υποταγή μας στα όσα υπαγορεύει η ασημαντότητα, όπως αυτή εκφράζεται στο πεδίο αυτό, ευνοώντας τον ξύλινο λόγο. Είναι άραγε αυτός, ο λόγος της ιδεολογίας, πιο εύληπτος από τις «μάζες»;

Μας καταλογίζουν εν τέλει ότι είμαστε «όλο λόγια». Σκέτη «θεωρία» και από «πράξη» τίποτα. Γιοκ. Και είναι αναμφισβήτητα εξοργιστική αυτή η τεχνητή, επίπλαστη, παραπλανητική με τον τρόπο που γίνεται διάκριση ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη. Εμείς σε καμία περίπτωση δεν αντιλαμβανόμαστε τη θεωρία ως μια «αποστασιοποιημένη», «ψύχραιμη» παρατήρηση του κοινωνικοϊστορικώς γενόμενου. Δεν έχουμε ανέβει σε κανένα λοφάκο να κοιτάμε με τα κιάλια από απόσταση ασφαλείας. Όποιος, άλλωστε, πιστεύει, πως είναι εφικτό κάτι τέτοιο, απατάται οικτρά δίχως αμφιβολία. Εμείς αναγνωρίζουμε, ότι αυτό το οποίο λέμε εξαρτάται, επηρεάζεται άμεσα από αυτό που συμβαίνει και αυτό που έχει συμβεί και επίσης ευελπιστούμε να συμβάλει με θετικό τρόπο, ούτως ώστε να συμβεί εκείνο που εκτιμούμε πως θα μπορούσε να συμβαίνει. Στο μέτρο αυτό η θεωρία μας είναι, θα μπορούσαμε να πούμε, μια θεωρία «πρακτική». Και άλλωστε πως θα νομιμοποιούταν –και βάσει ποιών επιχειρημάτων– κάποιος να ισχυριστεί, ότι η συγγραφή κειμένων, το μοίρασμα τους, οι αφίσες, οι οργάνωση ανοιχτών συζητήσεων δεν αποτελούν πράξη με, τον ίδιο τρόπο που πράξη συνιστά η συμμετοχή σε κινητοποιήσεις, η προσπάθεια για παρέμβαση στου χώρους οπού κινούμαστε κλπ; Μονάχα όποιος, βάσει των προσεγγίσεων που σκιαγραφήσαμε πριν, θεωρεί την πολιτική ταυτόσημη του ακτιβισμού. Εμείς πάλι τη βλέπουμε ως συνώνυμη της διακίνησης ιδεών.

Αντιλαμβανόμαστε λοιπόν την πολιτική ως το πεδίο της γνώμης –κάτι το οποίο, σημειωτέον, δεν πρέπει επ’ ουδενί να εννοηθεί ως εγκόλπωση του σχετικισμού, μιας και το ότι δεν αναζητούμε κάποια «απόλυτη αλήθεια», δεν αναιρεί την ανάγκη η σκέψη μας να διέπεται από μια αυστηρή λογική– και η θεώρηση μας αυτή, όπως είναι ευνόητο, βρίσκεται σε πλήρη αντιδιαστολή με την πολιτική κουλτούρα του μαρξισμού - λενινισμού. Το θλιβερό προνόμιο του φορέα αυτής της τελευταίας δεν έχει ως κατόχους μονάχα τα διαρκώς συρρικνούμενα γκρουπούσκουλα της εξωκοινοβουλευτικής –ή, βέβαια, της κοινοβουλευτικής, η οποία όμως δεν είναι εδώ το θέμα μας– αριστεράς, καθένα από τα οποία διεκδικεί για τον εαυτό του κατ’ αποκλειστικότητα τις δάφνες της «ορθοδοξίας». Το λείψανο, το απολίθωμα του μπολσεβικισμού φέρει ως νεκρό βάρος στους ώμους και η πλειονότητα του ευρύτερου αναρχικού/αντιεξουσιαστικού/αυτόνομου «χώρου». Γεγονός φαινομενικά παράδοξο, αλλά ευκόλως ερμηνεύσιμο, δεδομένων των «καταβολών» του «χώρου» αυτού, ο οποίος έκανε την εμφάνιση του τη δεκαετία του ΄70, ξεπηδώντας από τους κόλπους του κκε και των πολυάριθμων παραφυάδων - αιρέσεων του. Η θητεία αυτή άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια της που, συνδυαζόμενα με τη lifestyle υποκουλτούρα, συνθέτουν ένα μίγμα απείρως εκρηκτικότερο και από την πιο «καυτή» μολότοφ.

Ως συνέπεια αυτού του «μπολιάσματος» η λογική της πρωτοπορίας είναι πανταχού παρούσα. Λογική στις ρίζες, στον πυρήνα της οποίας κρύβεται μια αντίληψη για την επανάσταση που ομοιάζει με την προσμονή της δευτέρας παρουσίας. Οι θεολογικοί συνειρμοί δεν σταματούν εδώ. Οι βασικοί αρμοί της ιουδαιοχριστιανικής επιρροής διαγράφονται κάτω από το λεπτό ύφασμα, με το οποίο η ιδεολογία πασχίζει μάταια να καλύψει τη γύμνια της. Η θεωρία του «επαναστατικού υποκειμένου», προσαρμοζόμενη κατά περίσταση, διαρκώς υποβόσκουσα κάτω από την επιφάνεια των λόγων και των έργων των πιστών της, λειτουργεί ως φύλλο συκής για το μεσσιανικό τους σύνδρομο. Το προλεταριάτο, οι φοιτητές, οι μετανάστες κ.ο.κ ενσαρκώνουν τη Μαρία Μαγδαληνή, των άσωτο υιό που οφείλουν να συγχωρέσουν, εφόσον επιθυμούν να διασώσουν το ρόλο που εφηύραν για τους εαυτούς τους, αυτόν του σωτήρα, έαν δεν θέλουν να καταρρεύσει ο ιδιόκοσμος τους και η θέση που επιφυλάσσεται σε αυτόν για τους ίδιους. Οφείλουν να γνέψουν καταφατικά, να συνηγορήσουν στην απόπειρα της κοινωνίας για αποποίηση ευθυνών, όπως κάνουν παραδείγματος χάριν με το τέχνασμα του «αντιιμπεριαλισμού», υπό το μανδύα του οποίου χαϊδεύουν αυτιά. Όσο για το ποίμνιο η συμβολή του στην έλευση της βασιλείας των ουρανών, δηλαδή στην επανάσταση που θα επέλθει ούτως ή άλλως, όπως άλλωστε εγγυώνται και οι «νόμοι της ιστορίας», είναι αμιγώς διαδικαστική και καθορισμένη από τους νόμους αυτούς. Ο σκοπός, το «τέλος» της «Ιστορίας» είναι προδιαγεγραμμένο. Αν το προλεταριάτο δεν εκπληρώνει το ιστορικό του καθήκον, παριστάνοντας τη «μαμή της ιστορίας», επισπεύδοντας την έλευση μέσα σε ποταμούς αίματος της «βασιλείας των ουρανών» ή του «βασιλείου της ελευθερίας», αυτό οφείλεται στο ότι τελεί ακόμη υπό την επήρεια του καπιταλισμού. Το «κακό» κράτος και κεφάλαιο διαφθείρουν την «καλή» κοινωνία.

Είναι άραγε στ’ αλήθεια έτσι; Ευσταθεί αυτό το μανιχαϊστικό σχήμα; Είναι η επανάσταση το ισοδύναμο της κατάληψης των χειμερινών ανακτόρων; Ή μήπως η θεώρηση της ιστορίας διαμέσου του πρίσματος του οικονομικού ντετερμινισμού ως υποκείμενης σε ιστορικού νόμους, την οποία υποδηλώνουν τα όσα κάνουν οι φίλοι μας, ακόμη και αν αποκηρύσσουν το Μαρξ μετά βδελυγμίας, συνιστά κατάφορο παραλογισμό; Εμείς, όπως ήδη μαντέψατε, τασσόμαστε ανεπιφύλακτα με τη δεύτερη εκδοχή, διακρίνοντας άλλωστε τη θεμελιώδη αντινομία που εμπεριέχεται στην επίκληση από τη μία της επανάστασης και την υλιστική προσέγγιση της ιστορίας από την άλλη. Γιατί, ή είναι οι κοινωνίες έρμαια της μοίρας τους και των «παραγωγικών δυνάμεων», ή είναι υπεύθυνες για την ιστορία τους πάντοτε και για όλα. Και αυτό είναι που συμβαίνει. Η ιστορία είναι κοινωνική δημιουργία. Πέρα από τη θεσμισμένη εξουσία, υπάρχει μια θεσμίζουσα εξουσία, η οποία δεν είναι άλλη από το συλλογικό φαντασιακό, το οποίο δημιουργεί τις σημασίες εκείνες που εμψυχώνουν τους θεσμούς. Οι κοινωνίες aυτοθεσμίζονται πάντοτε, έστω και αν στη συντριπτική πλειονότητα των ιστορικών παραδειγμάτων αυτό συμβαίνει ασυναίσθητα. Η επανάσταση θα ήταν η συνειδητή τους αυτοθέσμιση. Η ρητή επαναθέσμιση της κοινωνίας, η οποία ασφαλώς οφείλει να διενεργείται από την κοινωνία την ίδια στο σύνολό της ή στο μεγαλύτερο μέρος της. Η «πρωτοπορία» από την άλλη αρμόζει στη «δικτατορία του προλεταριάτου». Δεν έχει να κάνει με την επανάσταση αλλά με το πραξικόπημα. Ο ρόλος που σε αυτή την περίπτωση επιφυλάσσεται στη κοινωνία, δεν είναι άλλος από αυτόν των κομπάρσων σε ταινία καταστροφής που αναμένουν καρτερικά τον υπερήρωα να τους σώσει. Ένα επαναστατικό κίνημα οφείλει, όμως, να είναι μικρογραφία της κοινωνίας που αγωνίζεται να δημιουργήσει. Ένα κίνημα που επιδιώκει μια κοινωνία δημοκρατική και ελεύθερη, οφείλει το ίδιο να είναι δημοκρατικό.

Εάν όμως θέλουμε να είμαστε σοβαροί, τότε οφείλουμε να μη λησμονούμε, ότι δεν μιλάμε για «κίνημα». Όσα ενδεικτικά αναφέρθηκαν προηγούμενα, έστω και αν δεν ισχύουν όλα και στον ίδιο βαθμό για όλες τις συνιστώσες του αντικαπιταλιστικού χώρου, τεκμηριώνουν τις κοινές τους καταβολές. Καταδεικνύουν, πως, όχι μόνο αδυνατούν να συλλάβουν τα όσα συμβαίνουν γύρω τους, αλλά και ότι κάτι τέτοιο τους είναι αδιάφορο. Μακράν του να επιχειρούν να ερμηνεύσουν την πραγματικότητα, δρουν συσκωτιστικά, επιχειρώντας να την προσαρμόσουν στα μέτρα τους. Η έντεχνη διαστρέβλωση της πραγματικότητας και η υποταγή της στις κατηγορίες του δόγματος υπήρξε ανέκαθεν η προτιμητέα οδός της ιδεολογίας για την επιβίωση και διαιώνιση της.

Στον αντίποδα της τακτικής αυτής βρίσκεται η διαύγαση. Η ανάλυση του κοινωνικού γίγνεσθαι, η προσπάθεια σύλληψης των αλλαγών που συντελούνται και αντίστοιχης εμβάθυνσης στο μέτρο του δυνατού της επαναστατικής θεωρίας και διεύρυνσης του προβληματισμού της. Είναι ευνόητο πως η προσκόλληση στις υφιστάμενες κατηγορίες, ο εγκλωβισμός σε παραδοσιακά σχήματα, μπορούν να αποτελέσουν εμπόδια, τα οποία είναι αναγκαίο να παρακαμφθούν, εφόσον φιλοδοξούμε να αποφύγουμε το σκόπελο της απλής προσήλωσης στην «επαναστατική» παράδοση και επιθυμούμε να συνεισφέρουμε, έστω στοιχειωδώς, στην κινητοποίηση της σκέψης. Αυτή η τελευταία οφείλει να αποτελεί το γνώμονα της δράσης μας. Επιζητώντας την κινητοποίηση της σκέψης των γύρω, μας ευελπιστούμε παράλληλα να θέσουμε μέσω αυτής της διαδικασίας σε κίνηση και τη δική μας σκέψη, προσδοκώντας η αλληλεπίδραση να δώσει το έναυσμα, ούτως ώστε να ξεφύγουμε από την επανάληψη των όσων έχουμε ήδη σκεφτεί. Σε αυτό, άλλωστε, κρίνουμε πως αποσκοπεί υπό ιδανικές συνθήκες η διαδικασία του διαλόγου.

Ένας τέτοιος διάλογος προϋποθέτει να έχουμε επίγνωση του γεγονότος –και να δηλώνουμε ρητά–, ότι δεν μιλάμε στο όνομα κανενός. Εν ονόματι μίας κοινωνικής ομάδας, μιας τάξης, της κοινωνίας στο σύνολο της. Ότι λέμε, το λέμε εμείς, δίχως να ισχυριζόμαστε ότι εκπροσωπούμε κανέναν άλλον πέραν από του εαυτούς μας, αναλαμβάνοντας παράλληλα την ευθύνη της γνώμης μας, λογοδοτώντας γι’ αυτήν. Μια δημοκρατική πολιτική ομάδα θεωρούμε πως είναι επιφορτισμένη με το «καθήκον» να θεσπίζει διαδικασίες –σε μοριακό, έστω, επίπεδο– που να προωθούν το δημοκρατικό διάλογο, το διεπόμενο από αντίστοιχες αρχές. Βάσει αναλόγων δημοκρατικών διαδικασιών είναι επόμενο να ορίζεται και η λειτουργία της. Αυτούς τους θεσμούς που δημιουργούμε σε μια μικροκλίμακα είναι που προβάλουμε ως παράδειγμα. Ως παράδειγμα και όχι ως πρότυπο. Δεν είναι δική μας αρμοδιότητα –δεν αποτελεί αρμοδιότητα καμιάς ομάδας, οργάνωσης, φορέα– να προκαταλάβει το ποια θα είναι η μορφή των θεσμών που θα προκύψουν όταν και εφόσον η κοινωνία θα προχωρήσει στον αυτομετασχηματισμό της. Εκείνο το οποίο ο δικός μας ρόλος «επιτάσσει», όπως τον αντιλαμβανόμαστε, εκείνο το οποίο θέλουμε να κάνουμε, είναι να υπογραμμίζουμε, να «υπενθυμίζουμε» τη δυνατότητα της εκλογής αυτής, προκρίνοντας την ασφαλώς και να το κάνουμε έμπρακτα στους χώρους, οπού κινούμαστε –όπως στο παράδειγμα του πανεπιστημίου που παραθέσαμε στην αρχή– προτείνοντας τη συλλογική λήψη αποφάσεων, το διάλογο επί ίσοις όροις και τη συνδιαμόρφωση, τη θέσπιση από κοινού των όρων, των κανόνων που θα τον υπηρετούν.

Αυτές μας οι προτροπές μπορεί να μην τυγχάνουν αποδοχής. Τους λόγους νομίζουμε πως τους έχουμε ήδη εντοπίσει. Παρ’ όλα αυτά αξίζει να θέτουμε την κοινωνία προ των ευθυνών της. Στο εύλογο ερώτημα κατά πόσο μπορούμε να αρκούμαστε σε αυτό, η απάντηση προφανώς είναι πως όχι. Αυτό για εμάς δεν είναι ικανοποιητικό. Δεν μπορούμε να ισχυριστούμε, πως αφού δεν γίνεται επανάσταση, όλα τ΄ άλλα δεν έχουν σημασία. Δεν δικαιούμαστε, δεν νομιμοποιούμαστε, στη δική μας συνείδηση πρωτίστως, να το κάνουμε, από τη στιγμή που γνωρίζουμε, πως οι ελευθερίες, τα δικαιώματα που απολαμβάνουμε, αν και μερικά, δεν είναι «τυπικά», αλλά ουσιαστικά. Όπως επίσης δεν αποτελούν προϊόντα παραχώρησης, αλλά κατακτήσεις. Επομένως ο ρόλος μας σαφώς περιλαμβάνει τη συμβολή στην προάσπιση των δικαιωμάτων αυτών που βάλλονται, όπως και τη συμμετοχή στον αγώνα για τη διεύρυνση τους. Είναι ακριβώς το γεγονός που ήδη σημειώσαμε, ότι οι εν λόγω κατακτήσεις συνιστούν καρπούς κοινωνικών συγκρούσεων, που επιτάσσει να καταγγείλουμε το συντεχνιακό χαρακτήρα που οι σημερινές κινητοποιήσεις λαμβάνουν και να τονίσουμε την ύψιστη ανάγκη για ξεπέρασμά του, εφόσον θέλουμε να αποφευχθούν οι ολέθριες συνέπειες που αυτή η πρόσληψη συνεπάγεται.

Με άλλα λόγια οι επιμέρους διεκδικήσεις θεωρούμε πως πρέπει να εντάσσονται σε ένα γενικότερο πλαίσιο. Δεν μπορούμε, φερ΄ ειπείν, όταν προβάλλονται ποσοτικά αιτήματα, να παραστήσουμε ότι αγνοούμε πως το πρόβλημα των κοινωνιών σήμερα δεν είναι πρόβλημα οικονομικό, δεν συνίσταται στην απαθλίωση του προλεταριάτου, αλλά είναι πρόβλημα νοήματος. Ο «ρεαλισμός» δεν μας ενδιαφέρει. Προτάσσουμε την ατομική και κοινωνική αυτονομία, όχι επειδή είμαστε βέβαιοι πως θα επέλθει. Επιδιώκουμε την ελευθερία επειδή τη θέλουμε και όχι επειδή λάβαμε εγγυήσεις που θα πιστοποιούν, ότι αυτή είναι «η μοίρα της ανθρωπότητας». Τέτοιου είδους εχέγγυα ούτε αναζητούμε, ούτε πρόκειται να παράσχουμε σε κανέναν, το λέμε ξεκάθαρα. Η επανάσταση δεν θεμελιώνεται σε κανενός είδους πίστη, «επιστημονική» ή μη τεκμηρίωση, σε καμία βεβαιότητα παρεχόμενη από ιστορικούς ή άλλους νόμους. Προϋποθέτει αντίθετα την οριστική εγκατάλειψη κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Και η παράδοση αυτή στην αβεβαιότητα, η συνεχής αναζήτηση, ο διαρκής αναστοχασμός, η αναθεώρηση των ίδιων μας των πεποιθήσεων, όταν το κρίνουμε αναγκαίο, συνιστούν το πρώτο μεγάλο βήμα προς την ελευθερία, ανάμεσα σε πλήθος άλλων που μέλουν να επακολουθήσουν σε αυτό το αχαρτογράφητο μονοπάτι.

Πυρετώδεις προετοιμασίες καθώς η πόλη προσμένει την έλευσιν του σωτήρος

Ανταποκρινόμενοι στο πάνδημο σχετικό αίτημα, επανακυκλοφορήσαμε το περίφημο πασχαλινό μας αυτοκόλλητο με νέα, βελτιωμένη σύνθεση. Για να διαβάσετε το κείμενο χωρίς να βγάλετε τα μάτια σας κάντε διπλό κλικ επάνω στην εικόνα.