Monday, December 29, 2008

Από την άμεση δράση (100) να περάσουμε στην άμεση δημοκρατία (10.000.000)

Πάντοτε, όταν οι κοινωνίες εισέβαλαν στο προσκήνιο της ιστορίας, συνέβαινε αυτό απροσδόκητα, δίχως κάποιου είδους «προαναγγελία». Τέτοιου τύπου καταιγίδες κανένα προγνωστικό σύστημα δεν είναι σε θέση να προβλέψει – ούτε, βέβαια, εκείνοι οι οποίοι μετά το ξέσπασμα του ακραίου φαινομένου σπεύδουν να υπολογίσουν τη διάρκεια του, προσβλέποντας στην ταχεία «εκτόνωση» του. Η μαζική κινητοποίηση που ακολούθησε τη δολοφονία του 15χρονου Αλέξανδρου Γρηγορόπουλου δεν απετέλεσε εξαίρεση. Ενώ η ελληνική κοινωνία έμοιαζε να τελεί υπό το καθεστώς ύπνωσης, ένα όχι αμελητέο τμήμα της –επί της ουσίας ένα σεβαστό τμήμα της νεολαίας της– εξερράγη. Εκείνο το στοιχείο που είναι ιδιαιτέρως ενθαρρυντικό, έγκειται στο ότι νέοι άνθρωποι, που στην πλειονότητα τους δεν είχαν προηγούμενη ενασχόληση με την πολιτική, ενεργοποιήθηκαν, βγήκαν στους δρόμους, συζήτησαν, εκφράζοντας τη βούληση τους για ριζική, εκτεταμένη αλλαγή της κοινωνίας – πρόκειται για ανθρώπους που ανάμεσα τους μέχρι πρότινος πολλοί θα αντιμετώπιζαν αυτό το ενδεχόμενο με δυσπιστία ή θυμηδία, ως ανεδαφικό. Είναι εξαιρετικά αμφίβολο το εάν οι ταγοί του καθεστώτος αφουγκράζονται το παραμικρό από αυτήν την κινητικότητα, αφού οι αντιδράσεις τους είναι δηλωτικές μιας ασυνάρτητης, ολότελα επιπόλαιης αντιμετώπισης. Και η δική τους προσμονή, ελπίδα ότι όλα θα καταλαγιάσουν δεν είναι, δυστυχώς, καθόλου ανεδαφική. Κάθε άλλο, μπορεί να αποδειχθεί καθόλα βάσιμη, καθότι ακόμη και στις μεγάλες επαναστάσεις οι κοινωνίες κατελάμβαναν τη θέση που δικαιωματικά τους ανήκει για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, για να βυθιστούν εν συνεχεία εκ νέου στο τέλμα της απάθειας. Επομένως, το μέλημα μας εν προκειμένω οφείλει να είναι το πώς θα αποφευχθεί η εξανέμιση αυτής της ξαφνικής ζωτικότητας.

Ας κάνουμε κατ΄αρχήν μια νύξη αναφορικά με τα αίτια του ξεσπάσματος. Αυτά, προφανώς, ξεπερνούν το γεγονός της δολοφονίας, το οποίο δεν στάθηκε παρά η αφορμή. Μιλήσαμε πριν για την επιπολαιότητα, με την οποία το φαινόμενο αντιμετωπίζεται και, αναμφίβολα, η «ερμηνεία» των γεγονότων που επιχειρείται από τους διάφορους πάνσοφους «αναλυτές» προδίδει μια αφέλεια απαράμιλλη. Όταν, στην «καλύτερη» των περιπτώσεων, αποδίδουν τα όσα συμβαίνουν στην οικονομική κρίση, οι τελευταίοι το μόνο που «εξηγούν» είναι το γιατί οι αναταραχές θα έχουν συνέχεια και θα κλιμακώνονται – χάρη, βέβαια, και στη δική τους αδυναμία να κατανοήσουν οτιδήποτε, προϋπόθεση απαραίτητη για να «αποσοβήσουν» το όποιο ξέσπασμα. Μας λένε, λοιπόν, όλοι αυτοί πως το γεγονός ότι οι νέοι εξεγείρονται έχει ως αφετηρία την «έλλειψη ευκαιριών» την οφειλόμενη στις «στρεβλώσεις» του συστήματος· ισχυρίζονται επί της ουσίας ότι η εύρυθμη λειτουργία του καπιταλισμού είναι εκείνο το οποίο οι εξεγερμένοι επιζητούν – προσεύχονται να είναι έτσι. Ε λοιπόν, έχουμε νέα για τους αγαπητούς φίλους! Όχι, φίλτατοι, δεν εξεγειρόμεθα επειδή οι δείκτες ανεργίας είναι υψηλοί – και το ίδιο διακρίνουμε ότι ισχύει για τους περισσότερους· μας ενοχλεί που υπάρχουν τέτοιοι δείκτες! Έχουμε αυτό το βίτσιο, ετούτη τη μικρή παραξενιά: μας πειράζει να μας αντιμετωπίζουν ως αριθμούς. Βέβαια, είναι αναμενόμενο από τέτοιες ευαισθησίες να μη διακατέχονται όσοι προ πολλού –και ως φυσικό παρεπόμενο της από μέρους τους εγκόλπωσης της σύμφυτης με τον οικονομισμό λατρείας των αριθμών– έχουν γίνει νούμερα. Η εξουσία σήμερα είναι ευάλωτη, καθότι οι υπηρέτες της δεν υπηρετούν τίποτα πέρα από τον εαυτό τους· είναι προϊόντα, γνήσια τέκνα της εποχής της πλήρους πραγμάτωσης του καπιταλισμού. Του καιρού εκείνου κατά τον οποίο η διαβρωτική του δράση έχει αχρηστεύσει κάθε αξία που θα μπορούσε να υπηρετηθεί. Υπό το πρίσμα αυτό ο αδιαλείπτως αποδιδόμενος χαρακτηρισμός –που θα ήταν υπό άλλες συνθήκες κωμικός– «γενιά των 700 ευρώ» οφείλει να αναγνωσθεί ως κάτι παραπάνω από ένα απλό σχήμα λόγου. Πρόκειται στην κυριολεξία για την αποτίμηση της αξίας της «νέας γενιάς»· το ύψος του μισθού είναι η μόνη προσφερόμενη προς υιοθέτηση ταυτότητα για τους νέους σε μια κοινωνία, όπου η παντοκρατορία της οικονομίας έχει συνθλίψει τα πάντα, συμπεριλαμβανομένης της διαδικασίας ταύτισης. Ιδού τα αίτια της εξέγερσης. Εδώ εδράζονται, στην ασημαντότητα. Έτσι νομίζουμε εμείς…

Ασφαλώς, δεν μπορούμε να ισχυρισθούμε πως η «οικονομική κρίση» δεν διαδραματίζει υπολογίσιμο ρόλο στα όσα λαμβάνουν χώρα. Η δυσαρέσκεια για τα δυσμενή οικονομικά δεδομένα αναντίρρητα συνέβαλε, ώστε όλοι όσοι παρακολουθούν μουδιασμένοι από τους τηλεοπτικούς τους δέκτες τα διαδραματιζόμενα γεγονότα να μη σπεύσουν να οχυρωθούν πίσω από το εκτόπισμα του… πολιτικού ανδρός εκείνου που θα έκριναν ικανό να επιβάλλει την τάξη· να εγγυηθεί την επιστροφή στην κανονικότητα. Περισσότερο απ’ αυτό, όμως, είναι το τέλος της ιδεολογικής μονοκρατορίας του καπιταλισμού, η οποία διήρκεσε για μερικές δεκαετίες, ο κλονισμός της βεβαιότητας πως επρόκειτο για το βέλτιστο και συνάμα –πόσο οξύμωρο, αλήθεια!– αναπόφευκτο καθεστώς, το στοιχείο εκείνο που εισάγεται με τη φιλολογία περί κρίσης· το καίριο πλήγμα που επιφέρεται, η τρώση στο γόητρο του καθεστώτος. Τα παιδάκια είναι πλέον καιρός να πάψουν να πιστεύουν στον άγιο Βασίλη. Αλλά εφόσον θέλουμε να βγει από αυτήν την κατάσταση ρευστότητας κάτι θετικό, εάν πρόκειται αυτή η ρηγμάτωση του παλιού κόσμου να συνοδευτεί από νέες δημιουργίες, τότε η διατύπωση ενός θετικού προτάγματος ικανού να συσπειρώσει είναι αναγκαία.

Ας ανατρέξουμε για λίγο στο παρελθόν. Στην αρχαία Αθήνα ως αφετηρία όπου για πρώτη φορά έχουμε μια κοινότητα, η οποία αναγνωρίζει τους θεσμούς της και τους νόμους της ως δημιουργήματα δικά της. Έχουμε τη διάρρηξη της κλειστότητας, την ανάδυση της δημοκρατίας. Η άμεση δημοκρατία –η δημοκρατία σκέτο, μόνο άμεση μπορεί να είναι η δημοκρατία και οτιδήποτε άλλο αποτελεί απάτη– εν συνεχεία επανεμφανίζεται. Σπέρματα της συναντούμε στις κορυφαίες εκφάνσεις του εργατικού και επαναστατικού κινήματος. Από την κομμούνα των Παρισίων, στα σοβιέτ, προτού το οκτωβριανό πραξικόπημα των μπολσεβίκων τα καταστρέψει, ως την ισπανική επανάσταση. Πρόκειται για παραδείγματα που μπορούν να αποτελέσουν πηγή έμπνευσης και, ασφαλώς, όχι πρότυπα προς αντιγραφή.

Όποτε γίνεται λόγος για δημοκρατία, το πάγιο «αντεπιχείρημα» συνοψίζεται στη φράση «καλά είναι αυτά, αλλά δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στις σύγχρονες κοινωνίες». Το ότι ποτέ δεν διασαφηνίζεται το γιατί, δεν παρέχεται ουδεμία τεκμηρίωση του εν λόγω ισχυρισμού, καταδεικνύει ότι πρόκειται, πολύ απλά, για μία υπεκφυγή. Μπορούμε να δεχτούμε πως η δημοκρατία δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστεί επειδή ο κόσμος δεν τη θέλει· όχι επειδή είναι «ανέφικτη». Σήμερα, άλλωστε, υπάρχουν οι σύγχρονες τεχνολογίες που, αν εκτρέπονταν της καπιταλιστικής χρήσης τους, θα μπορούσαν να συμβάλλουν στην εφαρμογή της άμεσης δημοκρατίας με ηλεκτρονικές ψηφοφορίες κλπ. Αλλά και δίχως τη συνδρομή τους τα παραδείγματα που προηγούμενα παραθέσαμε μάς διδάσκουν τις αρχές της ανακλητότητας, της περιοδικότητας και της λογοδοσίας. Σε αδρές γραμμές, θα μπορούσαν να υπάρχουν κατά τόπους συνελεύσεις με τη συμμετοχή όλων των πολιτών, οι οποίες θα εξέλεγαν –ή ακόμα καλύτερα θα ανεδείκνυαν κατόπιν κληρώσεως, μιας και οι εκλογές είναι συνυφασμένες με το ολιγαρχικό φαντασιακό της ανάδειξης των «αρίστων»– εκπροσώπους τους σε περιφερειακά συμβούλια, σε συμβούλια σε ομοσπονδιακό επίπεδο κλπ – την ακριβή διάρθρωση δεν έχουμε σκοπό να την προκαθορίσουμε εμείς εδώ. Εκπροσώπους οι οποίοι θα είναι επιφορτισμένοι με το καθήκον να μεταφέρουν αυστηρά τις θέσεις του σώματος που θα τους έχει αναδείξει· που θα λογοδοτούν σε αυτό για τα πεπραγμένα τους και αυτό θα μπορεί ανά πάσα στιγμή να τους ανακαλέσει, εφόσον κριθεί πως δεν ανταποκρίνονται στις υποχρεώσεις τους. Εκπροσώπους των οποίων, τέλος, η θητεία θα είναι εξαιρετικά βραχείας διάρκειας.

Γιατί όμως δημοκρατία; Επειδή εμείς έχουμε «φάει κόλλημα» μαζί της; Μπορούμε να σκεφθούμε πλήθος λόγων. Εδώ, στα πλαίσια μιας προκήρυξης θα περιοριστούμε στην παράθεση ορισμένων απτών, «πρακτικών» ανάμεσα τους. Η οικολογική κρίση θα αναχαιτιστεί, εφόσον υπάρξει ριζικός επαναπροσδιορισμός των προτεραιοτήτων των κοινωνιών. Η άμεση δημοκρατία θα διασφάλιζε την αποτροπή της καταλήστευσης των φυσικών πόρων με σκοπό τον πλουτισμό μιας ισχνής μειοψηφίας, προκρίνοντας το συλλογικό όφελος. Οι κοινωνικές ανάγκες θα ορίζονταν από την ίδια την κοινωνία ρητά. Συνελεύσεις παραγωγών-καταναλωτών θα λάμβαναν αποφάσεις για τα αναγκαία παραγόμενα αγαθά. Ο καταναλωτισμός θα εξαλειφόταν, αφού θα εξέλειπαν οι συνθήκες που τον γιγαντώνουν: η απουσία ουσιαστικής ανθρώπινης επικοινωνίας και ο αποκλεισμός μας από τη διαμόρφωση της καθημερινότητας μας. Η άμεση δημοκρατία θα επέφερε την οικονομική ισότητα. Ένα πρώτο, προσωρινό μέτρο θα ήταν η εξίσωση όλων των αμοιβών. Η διαχείριση των μέσων παραγωγής και των φυσικών πόρων θα τίθετο υπό κοινωνικό έλεγχο, μέσω των αμεσοδημοκρατικών οργάνων που θα μεριμνούσαν για την αξιοποίηση τους με γνώμονα το κοινό όφελος και τη φυσική ισορροπία. Και είναι η δημοκρατική κοινωνία η μόνη ικανή να προσδώσει ρητά νόημα στις προαναφερθείσες έννοιες. Οι εργαζόμενοι πλέον μέσω των συμβουλίων τους θα αποφασίζουν το τι παράγουν, πώς και με ποιο σκοπό. Η προώθηση της δραστικότατης μείωσης των ωρών εργασίας και η χαλάρωση των ρυθμών της θα απελευθέρωνε χρόνο για την ενασχόληση με τα κοινά και για την εκδίπλωση της ανθρώπινης δημιουργικής δύναμης. Η λειτουργία συνελεύσεων γειτονιάς θα επανανοηματοδοτούσε την έννοια του δημόσιου χώρου, του αναγκαίου για την εκτύλιξη όλων όσων εδώ περιγράψαμε. Η νομή του αστικού ιστού από ιδιωτικά συμφέροντα θα ανήκε στο παρελθόν.

Όλα τα προαναφερθέντα συνιστούν, όπως είπαμε, μόνο μερικά παραδείγματα στα πλαίσια μιας πρόχειρης απόπειρας σκιαγράφησης του προτάγματος της δημοκρατικής οργάνωσης της κοινωνίας. Ενδεχομένως να μοιάζουν με ωραίες ευχές εν όψει του νέου έτους… Ο σκοπός είναι να εξάψουν τη φαντασία. Μην ανησυχείτε, φίλοι, δεν την ακούσαμε από τα δακρυγόνα! Δεν λέμε ότι αυτά θα γίνουν αύριο. Αναγνωρίζουμε, όμως, την ανάγκη της σύστασης ενός κινήματος που θα διαπνέεται από αντίστοιχες δημοκρατικές αρχές· ενός κινήματος-μικρογραφίας της κοινωνίας που θα θέλει να δημιουργήσει, που θα ωθεί στην κατεύθυνση αντίστοιχων αλλαγών, λειτουργώντας παράλληλα ως παράδειγμα· διατρανώνοντας το εφικτό της επιδίωξης του ριζικού αυτομετασχηματισμού της κοινωνίας, επισημαίνοντας την αναγκαιότητα του· πετυχαίνοντας τον στους κόλπους του. Το κίνημα που ίσως κυοφορείται χρειάζεται να δημιουργήσει νέους θεσμούς. Είναι αυτό το σημείο όπου χωλαίνει. Διακρίναμε τις ημέρες αυτές την «αλλεργία», από την οποία πάσχουν ορισμένοι απέναντι στην οργάνωση και στους κανόνες, ταυτίζοντας τα με την ιεραρχία και τη γραφειοκρατία· νοώντας τα, όπως νοούνται σήμερα. Εμείς εντοπίζουμε πίσω από τη συγκεκριμένη αντιμετώπιση το διάχυτο στις μέρες μας ατομικισμό. Την απροθυμία να δεχτεί το Εγώ οποιονδήποτε περιορισμό από τη συλλογικότητα. Η δημοκρατία είναι ο μόνος τρόπος να συνδυαστεί η συλλογικότητα με την ισότητα. Η θέσπιση διαδικασιών που θα διασφαλίζουν το δικαίωμα της έκφρασης της γνώμης όλων θα εγγυάται την ισηγορία, προκειμένου να εμπεδώνεται η αίσθηση ότι η συζήτηση διεξάγεται επί ίσοις όροις, ώστε να συντάσσονται οι μειοψηφούντες με την πλειοψηφία, αφού θα τους έχει παρασχεθεί η δυνατότητα να εκφράσουν τη γνώμη τους – ενώ θα διατηρούν το δικαίωμα να εξακολουθούν να εκφράζουν τη διαφωνία τους.

Η ανάγκη της δημιουργίας νέων θεσμών είναι επιτακτική. Η ένδυα του καθεστώτος και των εκπροσώπων του, η αδυναμία τους να κατανοήσουν την κρισιμότητα της κατάστασης, μάλλον συρρικνώνει το ενδεχόμενο να προβούν σε υποχωρήσεις, σε δημιουργική σύνθεση, «αφομοίωση», προκειμένου να εγκαθιδρυθεί μια νέα ισορροπία. Η παρακμή του καθεστώτος έχει φτάσει σε σημείο τέτοιο, όπου έχει καταστεί πλέον ανίκανο ακόμη και να παράγει διαχειριστές του στοιχειωδώς διορατικούς και σώφρονες, ώστε να επιτύχουν τη συνέχιση του ως έχει. Επομένως, ακόμη και στο πιθανό ενδεχόμενο κατά το οποίο η παρούσα κινητικότητα ατονήσει, εξακολουθούμε να μένουμε με δύο επιλογές: μπορούμε είτε να αφεθούμε να συμπαρασυρθούμε από την επερχόμενη κατολίσθηση που θα προξενήσει η κατάρρευση της παρηκμασμένης υφιστάμενης κοινωνικής θέσμισης, η οποία επιδιώκοντας την επιβολή του «ορθολογικού ελέγχου», δημιουργεί καταστάσεις που διαφεύγουν από το στοιχειώδη έλεγχο (πχ οικονομική, οικολογική κρίση) ή να εργαστούμε στην κατεύθυνση μιας νέου είδους κοινωνικής θέσμισης. Τώρα, ναι, έχουμε κρίση…



Tuesday, December 9, 2008

Συλλογικά θαύματα: πως να κάνουμε τη νύχτα μέρα

Συλλογικά θαύματα: πώς να κάνουμε τη νύχτα μέρα


Η ροή του προγράμματος διεκόπη. Σάββατο βράδυ, 6 Δεκεμβρίου και οι τηλεοπτικοί σταθμοί προέβαλαν καρτούνς, προκειμένου να εγκλιματιστούμε εν όψει των εορτών. Οι «λιλιπούτειοι καταναλωτές» –όλοι οι καταναλωτές, ως τέτοιοι, είμεθα «λιλιπούτειοι»– να ενημερωθούν στα περιθώρια τους, προτού συντάξουν τη λίστα τους, την προοριζόμενη για τον άγιο των Χριστουγέννων. Και ανάμεσα στα άκρως ενημερωτικά διαφημιστικά σποτάκια με τα νέα
must παιχνίδια η μουδιασμένη αναγγελία μιας έκτακτης είδησης: 16χρονος νεκρός από σφαίρα αστυνομικού στην περιοχή των Εξαρχείων «κατά τη διάρκεια συμπλοκής». Αυτό. Και ύστερα επιστροφή στο κανονικό μας πρόγραμμα. Μια επιστροφή δηλωτική του ευσεβούς πόθου να διατηρηθεί η «ομαλότητα». Αλλά, πόσο κρίμα, αλήθεια! Η πραγματικότητα ενίοτε –σπάνια πλέον, είναι η αλήθεια– δεν ρυθμούται βάσει του ασθενούς σφυγμού που υπαγορεύει το τηλεοπτικό της είδωλο. Το βουντού δεν έπιασε… Οι εξοδούχοι του Σαββατοκύριακου έτυχαν του προνομίου να το διαπιστώσουν.

Trigger happy. Στα αγγλικά αυτός που αρέσκεται να πιέζει τη σκανδάλη στην πρώτη ευκαιρία, δίχως αναστολές. Ετούτο το στρατιωτάκι εκτός από «ακούνητο και αμίλητο» απεδείχθη και μολυβένιο… Ή μήπως είναι άνθρωπος; «νευρικό σύστημα» που, όμως, βραχυκύκλωσε, όπως τα χριστουγεννιάτικα λαμπιόνια. Σαν τη φονική μηχανή-αστυνομικό από το Ρόμποκοπ. Τρελαίνεται και αρχίζει να πυροβολεί αδιακρίτως… Trigger. Στα αγγλικά η σκανδάλη, όπως αυτή που τράβηξε ένας από τους «praetors urbanis» (σ.σ το copyright για τα ποιητικά παραθέματα ανήκει στο μεγάλο ποιητή και φιλόσοφο Byron Polydor), δολοφονώντας εν ψυχρώ έναν έφηβο. Αλλά και trigger, πυροδοτώ. Τι πυροδότησε ο «φύλακας της πόλεως»; Μα αυτήν την πυριτιδαποθήκη που του έχει ανατεθεί ως «ειδικός φρουρός» να φρουρεί. Αυτήν την κοινωνία της οποίας υπήρξε γέννημα-θρέμμα, ζώντας και αφήνοντας του άλλους να πεθάνουν. Συμβάλλοντας δε στην έλευση του θανάτου τους πότε-πότε. Βασανίζοντας οικονομικούς μετανάστες στην προνομιακή τιμή των 1000 ευρώ. Σαρξ εκ της σαρκός μιας κοινωνίας που τρώει τις σάρκες της, με ένα «νευρικό σύστημα» εκφυλισμένο – είναι αυτή η τιμωρία των κανιβάλων… Έναν κοινωνικό ιστό σε αποσάθρωση, περίπου την πραγμάτωση του οράματος της Μάργκαρετ Θάτσερ, η οποία διακήρυξε: δεν υπάρχει κοινωνία. Υπάρχουν τα άτομα και οι οικογένειες τους. Ο καθένας για τον εαυτό του και ο θεός εναντίον όλων. Αυτή η κοινωνία με την αποξένωση της, όπου ως μόνη «διέξοδος» για τους νέους προβάλλεται η καταφυγή στις νεολαιίστικες υποκουλτούρες, παρουσιάζει μια εικόνα θρυμματισμένη, προσομοιάζοντας στο θέαμα μιας ραγισμένης, ετοιμόρροπης βιτρίνας… Ένα χτύπημα ακόμα. Το χάος ήταν εδώ προ πολλού. Δεν είναι οι φλόγες. Είναι η παγωμάρα της μοναξιάς του τέλους της πόλης ως πολιτικής κοινότητας.

Και οι φλόγες ξεπροβάλλουν στο γυαλί της τηλεοπτικής οθόνης· στο μαγικό κουτί, στο ζωογυροσκόπιο, όπου τα θραύσματα επικολλούνται για να σχηματίσουν μιαν απατηλή εικόνα. Εκεί οι ομιλούσες κεφαλές, αφού θρηνήσουν για τις ολέθριες επιπτώσεις στην οικονομία, θα μας διαβεβαιώσουν πως, ασφαλώς, δεν γεννάται θέμα. Αυτό που προηγείται είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής! Διαβεβαιώνουν επί της ουσίας για το αντίθετο, αφού δεν εξηγείται διαφορετικά η εμμονή τους να επαναλαμβάνουν περιοδικά, μονολογώντας αυτό που χαρακτηρίζουν ως «αυτονόητο», παρά μόνον ως αποδοχή του ότι αυτό το τελευταίο κάθε άλλο παρά τέτοιο είναι. Πρέπει, επομένως, η φράση τους να αναγνωσθεί ως εξής: αυτό που προηγείται είναι η απώλεια της ανθρώπινης ζωής. Η απώλεια της ανθρώπινης ζωής, ο αφανισμός της δημιουργικής δύναμης των ανθρώπων προηγείται –είναι πιο σωστά ταυτόσημη με αυτόν– του υποβιβασμού τους σε εμπορεύματα. Αυτό είναι αυτονόητο. Δεν είναι τυχαίο ότι οι αρτηρίες του εμπορίου γίνονται στόχος συνειδητά ή ασυναίσθητα. Οι πόλεις δεν είναι πλέον πόλεις για ανθρώπους, αλλά πόλεις για εμπορεύματα. «Η ζωή μιας πόλης αναστατώνεται» θα πει: η μετακίνηση των καταναλωτών-παραγωγών παρεμποδίζεται· οι συναλλαγές παρακωλύονται. Θα πει πως οι άνθρωποι προβάλλουν αντίσταση στην αντιμετώπιση τους ως αντικείμενα. Το δέντρο στο Σύνταγμα δεν άναψε. Αυτό το χριστουγεννιάτικό δέντρο είναι ένα θλιβερό φάντασμα· ένας σκελετός με λαμπιόνια. Είναι θλιβερό, καθότι η τύχη του υπήρξε τέτοια. Κατάλοιπο της παγανιστικής λατρείας που επεβίωσε στο χριστιανισμό κατέληξε να είναι το μεταλλικό τοτέμ της θρησκείας των ημερών. Του καταναλωτισμού, της πρώτης ρηχής, επιφανειακής ανάμεσα σε όλες τις θρησκείες που ποτέ υπήρξαν. Αλλά δεν αρκεί να πριονίζουμε τον κορμό του δέντρου που συγκρατεί τον κόσμο του καπιταλισμού. Χρειάζεται να κλέψουμε και από το δέντρο της γνώσης.

Υπήρξαν οι θρησκευτικές αιρέσεις του 16ου αι, οι αναβαπτιστές, ο Τόμας Μύντσερ και οι αγροτικές εξεγέρσεις της ίδιας περιόδου στη Γερμανία. Όλα αυτά τα ρεύματα για τα οποία ο Φρίντριχ Έγκελς ισχυρίστηκε πως απετέλεσαν κινήματα κοινωνικά που δεν διέθεταν επίγνωση του κοινωνικού τους χαρακτήρα. Σήμερα δεν μπορούμε να είμαστε μια αίρεση. Χρειάζεται να απαλλαγούμε από κάθε ένα από τα στοιχεία εκείνα όπου παραπέμπουν σε μια θρησκευτική θεώρηση του κοινωνικο-ιστορικού. Δεν ωφελεί να αρκεστούμε στην καταστροφή σαν να προσμένουμε μιαν «αποκάλυψη», η οποία θα έρθει να αντικαταστάσει αυτό που υπάρχει. Οφείλει να εγκαταλειφθεί η αντίληψη που παραπέμπει στην ακοσμική κοσμοθεώρηση των μονοθεϊστικών θρησκειών στην «αρχέγονη» μορφή τους, προτού, δηλαδή, καταστούν επίσημες κρατικές ιδεολογίες. Είναι αναγκαίο να δημιουργήσουμε θεσμούς δημοκρατικούς· να τους δημιουργήσει η κοινωνία – αυτό εννοούμε, λέγοντας «να δημιουργήσουμε»· η κοινωνία που αυτοαλλοιώνεται, σε μια διαδικασία όπου η καταστροφή των υφιστάμενων θεσμών είναι αλληλένδετη, ταυτόσημη με την κοινωνική αυτοθέσμιση. Η οργή που εκφράζεται είναι κατανοητή. Αλλά επιστούμε την προσοχή, λέγοντας πως πρέπει να αποφευχθεί το να ιδωθεί αυτό που συμβαίνει ως κάποιου είδους βεντέτα ανάμεσα σε οποιονδήποτε «χώρο» και την Αστυνομία. Και είναι επίσης ζωτικής σημασίας το να εγκαταλειφθεί η μανιχαϊκή προσέγγιση, μια ακόμη θρησκευτική δοξασία, βάσει της οποίας το απόλυτο καλό μάχεται εναντίον του απολύτου κακού. Χρειάζεται να λάβουμε υπόψιν μας το ότι η αστυνομία ενσαρκώνει σημασίες, «αξίες» αυτής της κοινωνίας. Και οφείλουμε να επιστρατεύσουμε έναντι των αξιών αυτών την πειθώ· να δώσουμε απάντηση πολιτική. Με μια νέα πραγματικά δημοκρατική πολιτική.

Είμαστε νέοι άνθρωποι. Φοιτητές, μαθητές, νέοι εργάτες. Να καταλάβουμε τα πανεπιστήμια, όπου αυτό δεν έχει ήδη συμβεί. Να τα μετατρέψουμε σε κέντρα συντονισμού, αντιπληροφόρησης. Να καλέσουμε τον κόσμο, τους εργαζόμενους να λάβουν ενεργό μέρος στις εν λόγω διεργασίες, ευελπιστώντας, προτρέποντας να διαχυθούν σε όλο το κοινωνικό σώμα. Όλα αυτά, ενδεχομένως, θα φαντάζουν ανεδαφικά. Είναι, όμως, απαραίτητο να κινηθούμε προς την κατεύθυνση αυτή, της κοινωνικής απεύθυνσης, προκειμένου να επιτευχθεί έστω το στοιχειώδες: να μην υπάρξει ποτέ άλλο περιστατικό, όπως αυτό της δολοφονίας του 16χρονου παιδιού ή όπως άλλα περιστατικά αστυνομικής βαναυσότητας που, είναι πλέον πρόδηλο, συνιστούν κάθε άλλο παρά «μεμονωμένα φαινόμενα». Ούτως ώστε ακόμα και αν οι προσδοκίες μας αποδειχθεί ότι απέχουν πολύ από την πλήρωση τους, να αφεθεί μια παρακαταθήκη για τη μελλοντική επιδίωξη και επίτευξη του στόχου του ριζικού κοινωνικού αυτομετασχηματισμού – που ως τέτοιος δεν σχετίζεται επ’ ουδενί με την εκπλήρωση κάποιας «προφητείας», για να συνεχίσουμε στο μοτίβο της αποτίναξης των θρησκευτικών προκαταλήψεων. Οι μεγάλες φωτεινές νύχτες ασκούν κάποια γοητεία. Ας φροντίσουμε να μην απομείνουμε με αυτές ως μακρινές αναμνήσεις για το τέλος των μικρών, σκιασμένων από την θυσία τους στην οικονομία, ζωών μας…


Thursday, November 27, 2008

Το πορτρέτο του καλλιτέχνη σε νηπιακή ηλικία

Πρόσφατα, ως γνωστόν, ανακοινώθηκε το νέο πρόγραμμα σπουδών του τμήματος μας. Όπως θα είναι μάλλον προφανές στον καθένα που το μελέτησε στοιχειωδώς –και όπως, άλλωστε, διαπιστώνεται από την απλή καθημερινή εμπειρία– το πλήθος των αναδιαρθρώσεων που με αυτό επιφέρονται ως κοινή συνισταμένη έχουν, πλάι στην ενίσχυση της τεχνοκρατικής πτυχής της σχολής, την περεταίρω εντατικοποίηση των ρυθμών φοίτησης. Όσο δε αφορά τον τρόπο λήψης των αποφάσεων, των αφορουσών τις εν λόγω ρυθμίσεις, αυτός χαρακτηρίστηκε από τη συνήθη αυθαιρεσία, με την οποία και οι προηγούμενες, συνεχείς ανακατατάξεις –που συνέβαλαν στην εμπέδωση ενός κλίματος αβεβαιότητας, αποσκοπούσας, θα έλεγε κανείς, στην καλλιέργεια της προσαρμοστικότητας μας, της αναγκαίας για την ανταπόκριση στα δεδομένα της διακρινόμενης από την επισφάλεια αγοράς εργασίας– επεβλήθησαν. Τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο έχει η αυτού μεγαλειότης, ο πρόεδρος, του οποίου οι, ούτως ή άλλως διευρυμένες, εξουσίες ενισχύονται συν τοις άλλοις από το εργασιακό καθεστώς του συμβασιούχου, στο οποίο το διδακτικό προσωπικό υπάγεται. Γεγονός που ως συνέπεια έχει, για λόγους ευνόητους, να δυσχεραίνεται η από πλευράς των διδασκόντων έκφραση, έστω, τυχών αντιρρήσεων.

Πολύ περισσότερο, για τις εκτεταμένες τροποποιήσεις δεν ζητήθηκε η γνώμη των άμεσα ενδιαφερόμενων, εκείνων… προς χάριν των οποίων όλα γίνονται, δηλαδή όλων εμάς, των φοιτητών και φοιτητριών του τμήματος. Ιδού, λοιπόν, το παράδοξο! Οι φοιτητές αντιμετωπίζονται ως ενήλικες όταν πρόκειται για τους εξουθενωτικούς ρυθμούς φοίτησης, στους οποίους καλούνται να ανταπεξέλθουν, αλλά δεν τους αναγνωρίζεται η ικανότητα να αποφασίζουν τι είναι καλό γι’ αυτούς, να επιλέξει τι χρειάζεται ο καθένας ξεχωριστά, βάσει των ιδιαίτερων ενδιαφερόντων και προβληματισμών του, να μάθει – θα αλλοίωνε, θα «έβλαπτε» κάτι τέτοιο τον χαρακτήρα του «προϊόντος» της σχολής. Δεν κρίνονται, φερειπέιν, τα προϊόντα –έ… οι φοιτητές θέλαμε να πούμε– αρκετά ώριμοι εάν πρόκειται να αντιπαραταχθούν με τη λογική του «λίγο απ’ όλα», της πολλαπλής εξειδίκευσης που κυριαρχεί στη σχολή· να αντιτάξουν, επί παραδείγματι, στην επιβεβλημένη παρακολούθηση πληθώρας αντικειμένων που ως απόρροια έχει την εκ των πραγμάτων πλημμελή ενασχόληση με το καθένα από αυτά, την επικέντρωση σε εκείνα που τους ενδιαφέρουν περισσότερο, ούτως ώστε να τους δοθεί η ευκαιρία μιας όντως επισταμένης μελέτης, όπως και της καλλιέργειας των κλίσεων τους· όταν αξιώνουν να διαθέτουν το χρόνο τους, όπως αυτοί κρίνουν, αρνούμενοι να αποδεχθούν τα όσα ορίζονται από το πρόγραμμα σπουδών ως αποκλειστικό αντικείμενο ενασχόλησης τους.

Καθίσταται, επομένως, πρόδηλο ότι ο ρόλος που μας επιφυλάσσεται δεν είναι άλλος από αυτόν του παθητικού αποδέκτη. Οφείλουμε να απορροφήσουμε τον εκπεμπόμενο κατά τη διάρκεια της παράδοσης όγκο των πληροφοριών, των οποίων γινόμαστε αποδέκτες, δίχως να μας παρέχεται ο χρόνος της στοιχειώδους επεξεργασίας τους, προκειμένου να εξετασθούμε εν συνεχεία, για να διαπιστωθεί ο βαθμός της αφομοίωσης τους, σε μια διαδικασία η οποία θυμίζει εργαστηριακό έλεγχο των ιδιοτήτων αδρανών υλικών. Αυτό είναι το καθήκον μας και όχι η κριτική αποτίμηση των όσων διδασκόμαστε. Ο διάλογος σπανίζει και αυτό με σημαντική ευθύνη των ίδιων των φοιτητών, που ως μόνο ελαφρυντικό φέρουν το ότι είναι γαλουχημένοι με την αντίληψη, σύμφωνα με την οποία το τι είναι καλό, το τι πρέπει να μάθουν, είναι άλλοι αρμόδιοι να το ορίσουν. Πρόκειται για τους ίδιους εκείνους που διαχειρίζονται το εκπαιδευτικό σύστημα, το οποίο άλλωστε επιφορτίζεται με το να φέρει εις πέρας το καθήκον της εμφύσησης της προαναφερθείσας αντίληψης· να μυήσει στη λογική της εναπόθεσης της μοίρας μας ση γραφειοκρατία. Ύστερα οι σεβάσμιοι ακαδημαϊκοί άρχοντες κατακεραυνώνουν τους φοιτητές για το χαμηλό τους επίπεδο ως «ακαδημαϊκοί πολίτες» – μομφή η οποία συνεχώς εναλλάσσεται με την ασύστολη κολακεία, για να συνθέσουν μαζί έναν λόγο που, όχι τυχαία, μοιάζει να απευθύνεται σε νήπια. Και αναρωτιέται εύλογα κανείς αν είναι όντως ο φαρισαϊσμός τους τόσο απροκάλυπτος ή αν στ’ αλήθεια είναι τόσο αφελείς, αν αδυνατούν να συνυπολογίσουν την ευθύνη που οι ίδιοι φέρουν για όσα καταγγέλλουν.

Με λίγα λόγια, χωρίς το διάλογο το πανεπιστήμιο δεν είναι τέτοιο, αλλά παιδικός σταθμός, όπου μόνο βαβίσματα θα αντηχούν. Δεν ενθαρρυνόμαστε να μιλάμε. Τουναντίον, έχουμε διδαχθεί στην έως τώρα εκπαιδευτική μας πορεία να αδιαφορούμε για ότι λέγεται και να προσποιούμαστε πεισματικά το αντίθετο – κάτι που όλοι καμώνονται πως δεν αντιλαμβάνονται. Να κάνουμε ερωτήσεις, όχι επειδή μας ενδιαφέρουν τα όσα λέγονται στο μάθημα, αλλά αναμένοντας την επιβράβευση για την πρόθυμη συμμετοχή μας. Και αν διαισθανόμαστε ότι κάτι δεν πάει καλά, έχουμε διδαχθεί να περιοριζόμαστε σε συζητήσεις στους διαδρόμους στην καλύτερη περίπτωση, ξορκίζοντας την κακιά μας μοίρα, οικτίροντας τους εαυτούς μας. Το να μοιραστούμε ανοιχτά τον προβληματισμό μας, προσβλέποντας σε μια συλλογική αντιμετώπιση των δυσχερειών, αποκλείεται ως επιλογή. Υπάρχουν βέβαια και εκείνοι που δεν έχουν κανέναν προβληματισμό, καθότι υπήρξαν εξαιρετικοί μαθητές και φρόντισαν να προσαρμοστούν. Όλες οι απορίες τους λύθηκαν… Είναι και οι άλλοι που κάτι τους φταίει, αλλά δεν ξέρουν τι. Η έκδηλη μελαγχολία των τελευταίων στην περίπτωση της σχολής μας –όπου το μόνο που φαίνεται να επιβιώνει από το παρελθόν εν μέσω του καταιγισμού της ψηφιοποίησης και των «νέων τεχνολογιών» είναι τα στερεότυπα– αποδίδεται στην «ιδιοσυγκρασία του καλλιτέχνη». Αυτοί θα μιλήσουν μέσα από το έργο τους…

Ετούτη η δεξιότητα, η αποκτηθείσα κατόπιν τόσων κόπων, η ικανότητα να καταπνίγουμε όποια σκέψη, προτού καταφέρει να αρθρωθεί σε λόγο, μέλει να αποδειχθεί η πλέον πολύτιμη, όταν η ώρα της επιτέλεσης του έργου επιτέλους φτάσει· όταν οι μεγάλες προσδοκίες θα απέχουν μιαν ανάσα μόλις από την εκπλήρωση τους! Ανάμεσα στο πλήθος των προσόντων που θα μας έχουν εμφυτευθεί, έως ότου αποφοιτήσωμεν, συνιστά εκείνο, δίχως το οποίο διαθέτουμε ελάχιστες, μηδαμινές πιθανότητες να βρούμε αγοραστή στην αγορά εργασίας – αυτήν την αγορά η οποία απαρτίζεται από μουγγούς, βρισκόμενη σε αντιδιαστολή με την άλλη, την αγορά των ιδεών, την οποία έχει υποκαταστήσει. Όταν θα κληθούμε να υπηρετήσουμε τον τομέα της διαφήμισης ή κάποιαν άλλην από τις πολυπληθείς διακλαδώσεις της μαζικής κουλτούρας που, εκδιπλωνόμενες όπως αυτές ενός παρασιτικού φυτού, απομυζούν συστηματικά τον ξενιστή από κάθε ρανίδα ενέργειας. Τότε όπου θα κληθούμε να ανταποκριθούμε σε μια διαδικασία, η οποία αποτελεί το αντίστοιχο του να φέρει κανείς εις πέρας μια εργασία σε ένα μάθημα, παρόλο που δεν τον ενδιαφέρει, απλά και μόνο επειδή του ανετέθη. Και συντρίβει η διαδικασία αυτή κάθε αυταπάτη, προδίδοντας πως η «αποδοτικότητα», η αποτελεσματικότητα προκρίνεται εις βάρος –και τι ειρωνεία! Όλα αυτά σε μια σχολή «τεχνών»– της δημιουργικότητας. Γιατί η δημιουργικότητα δεν συνάδει με την παραγωγικότητα και τα προϊόντα της βιομηχανίας της κουλτούρας, την οποία προοριζόμεθα να επανδρώσουμε.

Όταν τύχεις της μεγίστης τιμής να διοριστείς διεκπεραιωτής, υπάρχουν τρεις τρόποι να επιβιώσεις α. προσαρμόζεσαι και δεν σε νοιάζει η δεν καταλαβαίνεις β. καταφεύγεις στον κυνισμό που λαμβάνει διαστάσεις επιδημίας γ. παίρνεις αντικαταθλιπτικά. Υπάρχει και μια τέταρτη διέξοδος. Να πάψουμε να είμαστε διεκπεραιωτές, αγωνιζόμενοι για να αλλάξει η κοινωνία η βασιζόμενη σε αυτή τη διαίρεση ανάμεσα σε αυτούς που λαμβάνουν τις αποφάσεις και σε αυτούς που εκτελούν τις εντολές. Ποιος είπε ότι οι αλλεπάλληλες αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών δεν υπακούουν σε καμία λογική; Είναι η λογική, οι αξίες αυτής της κοινωνίας της διαιρεμένης σε αυτούς που σκέπτονται και σε αυτούς που εκτελούν το σημείο εκκίνησης τους. Από αυτές υπαγορεύεται η αντιμετώπιση μας ως ανήκοντες σε ένα στάδιο ενδιάμεσο του ενήλικα και του νηπίου. Το ότι αξιολογούμαστε για τις επιδώσεις μας, τη συνέπεια μας στην τήρηση κανόνων και διαδικασιών, στη διαμόρφωση των οποίων δεν μας επιτρέπεται να έχουμε λόγο.

Έχουμε, λοιπόν, εμπεδώσει το μάθημα μας. Τώρα πια τα αναρίθμητα κελεύσματα των οποίων έχουμε υπάρξει αποδέκτες και τα οποία κυμάνθηκαν –ανάλογα με την «κοσμιότητα» του δασκάλου– από το «παρακαλώ, μη μιλάτε», ως το «σκάστε!», μοιάζουν να συνθέτουν μια ευρύτερη εικόνα. Δεν μιλάμε και πολύ περισσότερο δεν είμαστε διατεθειμένοι να κάνουμε κάτι για όλα τα προαναφερθέντα, παρότι η δυσαρέσκεια για τις «μεταρρυθμίσεις» είναι διάχυτη και αφορά το μεγαλύτερο μέρος των φοιτητών, αν κρίνει κανείς από τους ψίθυρους που ανταλλάσσονται δεξιά κι αριστερά. Δεν θα ήταν δύσκολο αυτή η κοινότητα, που μετά βίας αριθμεί 300 μέλη, να διαβουλευθεί, να διαπιστώσει ποια είναι η θέληση της και να φροντίσει να την επιβάλει. Όμως η γενική συνέλευση έχει απαξιωθεί και οι μηχανορραφίες και δημαγωγίες των παρατάξεων έχουν συμβάλλει σε αυτό τα μέγιστα. Αναντίρρητα είναι απεχθείς οι συνδικαλιστικές γραφειοκρατίες. Συνιστούν, όσο και αν ενίοτε φαινομενικά αντιπαρατίθενται μαζί του, τα γνήσια τέκνα του εκπαιδευτικού συστήματος. Όμως, για το ότι νέμονται ό, τι έχει απομείνει από το δημόσιο χώρο, λυμαίνονται τη γενική συνέλευση που θα μπορούσε υπό άλλες συνθήκες να αποτελέσει χώρο δημοκρατικού διαλόγου επί ίσοις όροις και από κοινού λήψης αποφάσεων, η ευθύνη βαραίνει εμάς που αφήνουμε σε αυτούς τους νεοσσούς τη γραφειοκρατίας το πεδίο ελεύθερο, όπως και στις «μεγάλες» γραφειοκρατίες που είναι η μήτρα απ΄ όπου ξεπήδησαν. Μπορούμε να δώσουμε ένα τέλος. Προτείνουμε να συγκαλέσουμε γενική συνέλευση, στην οποία η μαζική συμμετοχή είναι αναγκαία, να συναποφασίσουμε τα αιτήματα μας, να τα διατυπώσουμε, να τα υποβάλλουμε προς έγκριση και, εφόσον δεν γίνουν αποδεκτά, να επιβάλλουμε την εξουσία της δημοκρατικής γενική συνέλευσης, της δίχως εκπροσώπους που να μην είναι διαρκώς υπόλογοι σε αυτήν, όντας ανά πάσα στιγμή ανακλητοί, διαμέσου κινητοποιήσεων –η μορφή των οποίων θα αποφασιστεί τότε– ως της μόνης εξουσίας στο πανεπιστήμιο.

Καλούμε σε γενική συνέλευση την Πέμπτη 4 Δεκεμβρίου στις 15:00



Φοιτητές/τριες του ΤΗΧΕΙ, μέλη και φίλοι/ες της Πρωτοβουλίας Αυτόνομων Κέρκυρας


Friday, November 14, 2008

Ταινία καταστροφής ή Τα ζόμπι προσμένουν την ημέρα της κρίσεως

Δεν θα πρωτοτυπούσαμε, λέγοντας πως τα ελληνικά ηλεκτρονικά –και όχι μόνο– ΜΜΕ ομφαλοσκοπούν. Σε πλείστες όσες περιπτώσεις έχει στηλιτευθεί η αδιαφορία την οποία τα εγχώρια media επιδεικνύουν για τα τεκταινόμενα στη «διεθνή σκηνή», κριτική που ενίοτε ασκείται από τους ίδιους τους θαμώνες των φιλόξενων τηλεοπτικών συχνοτήτων. Οπότε, τις φορές εκείνες όπου οι διεθνείς εξελίξεις καταλαμβάνουν την τιμητική θέση του πρώτου θέματος στα δελτία ειδήσεων, προσλαμβάνουν ταυτοχρόνως τη χροιά ενός ακραίου καιρικού φαινομένου, ενός καταστροφικού τυφώνα που, εκκινούμενος άγνωστο από πού, εισβάλει στην –τηλεοπτική– επικράτεια μας, απειλώντας να διαταράξει βιαίως την τόσο οικεία μονοτονία της, τη διακρινόμενη από την περιοδικότητα της εναλλαγής των συνταρακτικών αποκαλύψεων τη συγκρινόμενη μονάχα με τη διαδοχή των εποχών του χρόνου – αν και αυτή η τελευταία έχει πλέον με τη σειρά της, πέραν πάσης αμφιβολίας, διασαλευθεί. Και βέβαια η «θεομηνία», εκτός από ανησυχητική και αναπόφευκτη, είναι, επίσης, ανεξήγητη. Όταν δε μιλάμε για τη «χρηματοπιστωτική κρίση», τα πράγματα καθίστανται έτι περεταίρω δυσνόητα. Οι «ειδικοί αναλυτές» μπορούν να καμώνονται πως εξηγούν για τα στεγαστικά δάνεια, τα «golden boys», τα «τοξικά ομόλογα», μετερχόμενοι όλους τους ανόητους νεολογισμούς της ημέρας, όσο η σύγχυση, που με τον τρόπο αυτό ενισχύεται, εντείνει ταυτοχρόνως την αίσθηση ότι επίκειται ο όλεθρος, στοιχείο αναπόσπαστο κάθε ταινίας καταστροφής. Όμως κάπου το σενάριο κάνει κοιλιά, ξεφουσκώνει, το σασπένς χάνεται και μαζί με αυτό η προσοχή του τηλεθεατή.

Έτσι είναι. Ακόμη και ενώπιον της επαπειλούμενης «κατάρρευσης του χρηματοπιστωτικού συστήματος», της «μετάδοσης της κρίσης στην πραγματική οικονομία» κανείς μπορεί να αποβλέπει στο κέρδος. Τα ΜΜΕ εξακολουθούν να έχουν ως μέλημα τους τους δείκτες τηλεθέασης, την κερδοσκοπία, τη στιγμή που αυτή η τελευταία ευθύνεται για την καταστροφή, τον κίνδυνο της οποίας, υποτίθεται, επισείουν. Άλλωστε οι συνεχείς καταστροφές μπορούν να αποβούν επωφελείς, είναι μάλιστα αναγκαίες για την «πρόοδο», καθώς διακηρύττει το δόγμα του ακραιφνούς οικονομικού φιλελευθερισμού. Επομένως, δεν αποτελεί έκπληξη το ότι η λειτουργία της οικονομίας δεν γίνεται κατανοητή από τους πολίτες, όταν η οικονομία έχει ουσιαστικά αυτονομηθεί, έχει τεθεί στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, καταλήγοντας να ορίζει κάθε άλλη πτυχή της. Στο σημείο αυτό έγκειται η ιστορική καινοτομία της καπιταλιστικής θέσμισης, καθότι για πρώτη φορά έχουμε μια κοινωνία, στην οποία η οικονομική σφαίρα δεν επιδέχεται ελέγχου, δεν καθορίζεται από οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα, αλλά αντιθέτως έχει πλήρως αποχαλινωθεί. Εντός αυτού του πλαισίου είναι που οφείλει να θεωρηθεί η «οικονομική κρίση», η οποία, όπως θα επιχειρήσουμε να καταδείξουμε στη συνέχεια, δεν είναι «οικονομική», ενώ διατηρούμε τις αμφιβολίες μας, για λόγους που επίσης εν συνεχεία θα αποσαφηνιστούν, για το κατά πόσο συνιστά «κρίση».

Θεωρούμε, λοιπόν, πως τα φαινόμενα των τελευταίων μηνών αποτελούν απόρροια της προαναφερθείσας αυτονόμησης της οικονομίας, της παντοκρατορίας των οικονομικών κριτηρίων. Είναι η μοίρα μιας κοινωνίας προσανατολισμένης στη «διαρκή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων» –ανάπτυξη που δεν υπόκειται σε κανενός είδους περιορισμό, ούτε υπακούει στην εξυπηρέτηση κάποιου σκοπού καθιστάμενη η ίδια αυτοσκοπός– και η οποία κοινωνία για να λειτουργήσει οφείλει, όπως κάθε άλλη, να δημιουργήσει τον τύπο ατόμου που εξυπηρετεί την προσδοκώμενη διαιώνιση της. Η «ανάπτυξη» δεν μπορεί να επιτευχθεί δίχως την προώθηση του ανταγωνισμού και του ατομικισμού. Ο ανθρωπολογικός τύπος που ο καπιταλισμός προάγει είναι, κοντολογίς, αυτός του ανθρώπου-ιδιώτη, ο οποίος κόπτεται αποκλειστικά για το δικό του συμφέρον. Δεν χρειάζεται πολύ μυαλό για να καταλάβει κανείς ότι καμιά κοινωνία δεν μπορεί να λειτουργήσει, όταν τα μέλη της έχουν ως αποκλειστικό μέλημα τους την αποκόμιση οικονομικού οφέλους. Όταν διακρίνονται από τον κυνισμό, τον ατομικισμό, το ναρκισσισμό, από την αδιαφορία για τις συνέπειες των ενεργειών τους, της οποίας ενδεικτική είναι η μακαριότητα, με την οποία αντιμετωπίζεται η διαρκώς εντεινόμενη περιβαλλοντική κρίση, συνέπεια με τη σειρά της, της ανευθυνότητας που οι άνθρωποι επιδεικνύουν.

Αν ο καπιταλισμός επιβίωσε ως τώρα δεν το οφείλει σε αυτόν το τύπο ατόμου που «παράγει». Το χρωστά σε τύπους ατόμων που «κληρονόμησε» από προγενέστερες κοινωνικο-ιστορικές θεσμίσεις, στων οποίων, όμως, τη διάβρωση συστηματικά επιδίδεται. Στον δικαστή που πιστεύει στην απόδοση δικαιοσύνης, στον εκπαιδευτικό που διαθέτει την αίσθηση του καθήκοντος απέναντι στην κοινωνία, στον ευσυνείδητο δημόσιο υπάλληλο που θέλει να κρατάει τους τύπους, στον εργάτη που, παρά την εκμετάλλευση την οποία υφίσταται, επιδιώκει από φιλότιμο να κάνει σωστά τη δουλειά του. Σήμερα είναι αυξημένες οι πιθανότητες ένας εκπαιδευτικός, φερ’ ειπείν, να μην κόπτεται να μεταδώσει οποιαδήποτε θετική αξία στους μαθητές του, ενδιαφερόμενος μονάχα για τα μισθολογικά του, τα ιδιαίτερα του κλπ. Και σε αυτήν του την αντιμετώπιση ενθαρρύνεται επιπροσθέτως από την επίγνωση του γεγονότος ότι οι μαθητές του θα είναι κατά πάσα πιθανότητα γαλουχημένοι με μια λογική του τύπου, «άντε να τελειώνουμε, να πάρουμε το πτυχίο μας, να κάνουμε καριέρα, να έχουμε αυτοκίνητο και σπίτι με πισίνα», αφού ο καταναλωτισμός αποθεώνεται, όντας ο περισπασμός για τα υπαρξιακά ερωτήματα, στα οποία είναι αδύνατο να δοθεί η όποια απάντηση από μια κοινωνία που νοσεί από την απουσία νοήματος, ως επακόλουθο της καταστρεπτικής επίδρασης του οικονομισμού. Γίνεται επομένως προφανές πως το ζήτημα εδώ δεν είναι να κρίνουμε τις αξίες που οι προαναφερθέντες τύποι ατόμων πρεσβεύουν. Να πούμε, δηλαδή, αν η δικαιοσύνη που ο ευσυνείδητος δικαστής απένεμε υπήρξε όντως τέτοια. Το ουσιώδες εν προκειμένω είναι να διαπιστώσουμε ότι όλες οι αξίες που άλλοτε συνείχαν τις κοινωνίες –συμπεριλαμβανομένων ακόμη και όσων ενέπνεαν τους πιστούς της καπιταλιστικής θρησκείας και πλέον επίσης καταρρέουν, παραγκωνιζόμενες από τον καιροσκοπισμό και την κερδοσκοπία [1]– έχουν πλέον εκλείψει ή τείνουν να εκλείψουν, υποκαθιστάμενες από τη μία και μόνη «αξία» της εποχής μας. Την αξία του χρήματος.

Καθίσταται πρόδηλο ότι η διαβρωτική δράση του καπιταλισμού, καταστρέφοντας κάθε έννοια που τα άτομα θα μπορούσαν να επενδύσουν με νόημα, εκδηλώνεται σε βάρος του κοινωνικού ιστού καθεαυτού, πλήττοντας τον ανεπανόρθωτα, έχοντας ως αποτέλεσμα την αποσάθρωση του. Η ανάπτυξη και ο ανταγωνισμός δεν είναι δυνατό να συνυπάρξουν με την αλληλεγγύη και την κοινότητα. Ήταν εν μέσω ενός περιβάλλοντος, το οποίο διεπόταν από τα εν λόγω χαρακτηριστικά που κατέστη δυνατή και η ανάδυση του κλασσικού επαναστατικού εργατικού κινήματος. Αρεσκόμαστε να σημειώνουμε ότι το εργατικό κίνημα επανειλημμένα «έσωσε» τον καπιταλισμό άθελα του, αναγκάζοντας τον σε υποχωρήσεις, κατακτώντας ελευθερίες και δικαιώματα, ανακόπτοντας τον παραλογισμό του. Χαρακτηριστικά, εφόσον ο καπιταλισμός δεν είχε συναντήσει τη σθεναρή αντίσταση των εργαζομένων στην επιδίωξη του –με την οποία απέβλεπε στη μεγιστοποίηση του κέρδους– για διατήρηση του εξουθενωτικού ωραρίου, των εξίσου εξοντωτικών ρυθμών και το εξευτελιστικών αμοιβών, τότε θα πνιγόταν μέσα σε έναν ωκεανό από το πλεόνασμα των αδιάθετων προϊόντων της εργασίας αυτής, αφού η απόλυτη ένδεια των εργαζομένων δεν θα τους επέτρεπε να τα καταναλώσουν. Δεν υπάρχει τίποτα που να μας κάνει να πιστεύουμε ότι ο καπιταλισμός θα «παραχωρούσε ούτως ή άλλως» τα εν λόγω «προνόμια». Τουναντίον, κάθε αντίστοιχος ισχυρισμός είναι αστείος, αβάσιμος, μιας και δεν λαμβάνει υπόψη την «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού, τις ασυναρτησίες όπως αυτές περί αυτορρύθμισης των αγορών κλπ. Εδώ και μια 35ετία περίπου –με αφετηρία, δηλαδή, οποία ειρωνεία, αλήθεια, την εποχή της μεσουράνησης των ταινιών καταστροφής που λέγαμε στην αρχή–, δεδομένης της ραγδαίας υπαναχώρησης των κοινωνικών κινημάτων, ο καπιταλισμός παίζει χωρίς αντίπαλο. Και έτσι η βλακεία επιδίδεται σε όργια…

Πως όμως οδηγηθήκαμε στην απάθεια, τη χαύνωση που μοιάζει να κυριαρχεί; Χάρη, βέβαια, σε αυτή τη βλακεία της καπιταλιστικής θέσμισης που κατά τα λοιπά αυτοπροβάλλεται ως «ορθολογική». Όπως φάνηκε και από την προηγούμενη αναφορά στο εργατικό κίνημα, ο καπιταλισμός έχει ανάγκη τη δημιουργικότητα των ανθρώπων. Δεν το γνωρίζει, όμως, και γι’ αυτό την καταστέλλει, έχοντας, ούτως ή άλλως, ως στόχο την «ορθολογική» κυριάρχηση επάνω στους ανθρώπους, όπως και σε βάρος της φύσης. Επιδιώκει να περιορίσει τη συμμετοχή τους σε ασφυκτικά πλαίσια. Αποζητά, επομένως, τη συμμετοχή τους στην παραγωγή, αλλά τους προορίζει για τη θέση του διεκπεραιωτή, του εκτελεστή εντολών, προερχόμενων από τη διοίκηση. Οι εργαζόμενοι δεν μπορούν να έχουν λόγο πάνω στη διαδικασία της παραγωγής, να αποφασίζουν οι ίδιοι για το τι παράγουν, με ποιόν τρόπο, ποιο σκοπό εξυπηρετεί το προϊόν της εργασίας τους. Αντίστοιχα, στο πεδίο της πολιτικής οι άνθρωποι οφείλουν να περιοριστούν στο ρόλο του ψηφοφόρου, να αναθέτουν σε επαγγελματίες αντιπροσώπους τη διαχείριση των υποθέσεων τους.

Σε αυτήν την τάση του καπιταλισμού να επιβάλλει τον έλεγχό επάνω τους, σε αυτήν την από μέρους του επιζητούμενη «πραγμοποίηση» που από τη στιγμή που θα επιτυγχανόταν, θα σήμαινε αυτομάτως την κατάρρευση της κοινωνίας, οι άνθρωποι αντιστάθηκαν διαχρονικά, διεκδικώντας να έχουν λόγο για κάθε πτυχή της κοινωνικής ζωής. Η επιδίωξη τους αυτή εκφράστηκε ρητά διαμέσου των κοινωνικών κινημάτων που σημάδεψαν τη Δύση από το Διαφωτισμό και ύστερα. Πρόκειται για την έκφραση της μίας εκ των δύο αντινομικών πτυχών της διφυούς δυτικής παράδοσης, για το χειραφετισιακό πρόταγμα που συνυπάρχει με το κυριαρχικό σκέλος της σε μια σχέση διαρκούς αντιπαράθεσης, αλλά και αλληλοδιαπλοκής, εκατέρωθεν «μπολιάσματος». Καθώς η τάση του καπιταλισμού να «αξιοποιήσει» τη συμμετοχή των ανθρώπων κατ’ αποκλειστικότητα στους τομείς που κρίνεται σκόπιμο οδηγεί στην κατακρεούργηση της φαντασίας τους, η εξύψωση της παραγωγικότητας φέρει ως επακόλουθο την καταβαράθρωση της δημιουργικής τους δύναμης, η κυριαρχική πτυχή του δυτικού φαντασιακού λαμβάνει την πρωτοκαθεδρία, απειλόντας να επικρατήσει ολοκληρωτικά.

Αψηφώντας το βάθος αυτής της ανθρωπολογικής κρίσης, δεν είναι λίγοι όσοι εν μέσω αυτής επιμένουν να επικεντρώνονται στα επιφαινόμενα, στην οικονομία και σπεύδουν, βάσει αυτής τους της θεώρησης, ως προφήτες που διαβάζουν την κίνηση των νεφών να προδικάσουν την τροπή που τα πράγματα πρόκειται να λάβουν. Είτε προεξοφλούν την κατάρρευση του καπιταλισμού, επιχαίροντας γι’ αυτήν, είτε αναμένουν το ξέσπασμα εξεγέρσεων που «αναπόφευκτα» συνοδεύουν μια οικονομική κρίση, είτε ανακαλύπτουν συνομωσίες, είτε διαβεβαιώνουν πως ο καπιταλισμός «θα ανταπεξέλθει στις προκλήσεις, όπως πάντα έκανε», απορροφώντας τους «κραδασμούς» και επανακάμπτοντας δριμύτερος, όλοι έχουν ένα κοινό σημείο. Ανίκανοι να αποδράσουν από την παραδοσιακή λογική και οντολογία, αυτήν της καθοριστικότητας, αρνούνται τον χρόνο, την ιστορία ως πεδίο ανάδυσης της ριζικής ετερότητας, πεδίο δημιουργίας κοινωνικής, δημιουργίας μορφών ολοκληρωτικά νέων. Γι’ αυτούς οι ίδιες αιτίες έχουν πάντα τα αυτά αποτελέσματα. Ή τα πάντα «εξηγούνται», βάσει μιας απλής λογικής επαγωγής. Ή γίνονται προκειμένου να εξυπηρετηθεί ένας προκαθορισμένος σκοπός. Όμως η ιστορία δεν εκτυλίσσεται σύμφωνα με κάποιο σχέδιο, υπακούοντας στην «πανουργία του λόγου» και το κάθε ιστορικό γεγονός που λογίζεται σήμερα απλά ως «λογική συνέπεια» μιας α ενέργειας φαντάζει ως τέτοια, απλά και μόνον επειδή έχει ήδη συμβεί. Επειδή θεωρείται εκ των υστέρων υπό το πρίσμα των κρατουσών αντιλήψεων, ως εξέλιξη που υπήρξε αναπόδραστη. Αλλά οι πράξεις των ιστορικών υποκειμένων, ακόμα και όταν αυτά επιδιώκουν να επιτύχουν ένα συγκεκριμένο αποτέλεσμα, δεν έχουν απαραιτήτως την επιθυμητή κατάληξη, όπως καταδεικνύεται και από το παράδειγμα της αθέλητης «διάσωσης» του καπιταλισμού από το εργατικό κίνημα –το εργατικό κίνημα που αποσκοπούσε, ας μην το ξεχνάμε, στην ανατροπή του καπιταλισμού–, το οποίο προηγούμενα παραθέσαμε. Ή όπως υποδηλώνει το παράδειγμα ενός αυτοκράτορα μιας παραπαίουσας αυτοκρατορίας, ο οποίος, πασχίζοντας να επιτύχει τη διάσωση της, επιτείνει την έλευση της κατάρρευση της.

Σήμερα δίνεται η εντύπωση ότι οι άνθρωποι μετά από γενεές διαπνεόμενες από υπεραπλουστευτικές, μονοδιάστατες, «ορθολογικές» προσεγγίσεις του κοινωνικού και του ιστορικού έχουν τόσο εθιστεί σε αυτές, ώστε γίνονται οι ίδιοι, όντως, μονοδιάστατοι, κάτι που, εφόσον ισχύει, είναι ικανό να προξενήσει μόνο τη βαθιά ανησυχία για το τι πρόκειται να επακολουθήσει. Εμείς δεν φιλοδοξούμε να επιδοθούμε σε προφητείες – εικάζουμε δε ότι η «δημοφιλία» που αυτές σημειώνουν στις μέρες μας θα μπορούσε να ιδωθεί ως υπεραναπλήρωση, απόπειρα αντιστάθμισης της παροιμιώδους αδιαφορίας που οι κοινωνίες επιδεικνύουν για το μέλλον, του γεγονότος ότι φαίνεται οι άνθρωποι να βιώνουν ένα διαρκές παρόν, συνθήκη η οποία ερμηνεύει την απαράμιλλη ανευθυνότητα τους που προηγούμενα θίξαμε. Αυτό δεν σημαίνει, βέβαια, ότι παραιτούμεθα της εργασίας που ως στόχο έχει να διερευνήσει την πιθανή έκβαση των γεγονότων, αλλά ότι έχουμε συνείδηση των ορίων μιας τέτοιας απόπειρας. Του γεγονότος ότι αυτό που μέλει να επακολουθήσει εξαρτάται από εμάς – όχι εμάς την Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας, εμάς την κοινωνία. Με άλλα λόγια, η όποια απόπειρα διαύγασης των τεκταινομένων δεν αποσκοπεί στο να μαντέψουμε τι θα γίνει, άλλα στο να δούμε τι μπορούμε να κάνουμε μέσα σε αυτήν τη συγκυρία.

Έτσι, λοιπόν, ξεκινάμε διαπιστώνοντας πως δεν μπορούμε να μιλάμε για κρίση. Δεν το επιτρέπει αυτό η διττή σημασία του όρου που υποδηλώνει την εκτύλιξη μιας διαδικασίας φθοράς, παρακμής, στην οποία όμως κυοφορείται κάτι. Η κρισιμότητα έγκειται στο διακύβευμα που αφορά στην ανάδυση μιας άλλης κατάστασης. Έχει, επομένως, η κρίση επίσης την έννοια της απόφασης που ακολουθεί μια σύγκρουση. Χωρίς αυτήν η όποια «κρίση» δεν είναι τέτοια, όντας, αντίθετα, ένα ακόμη επεισόδιο, παροξυσμικό έστω, σε μια, ούτως ή άλλως λαμβάνουσα χώρα, διαδικασία παρακμής. Και μπορεί η σήψη κάλλιστα να συνεχιστεί ανεξάρτητα από τις παρεμβάσεις των ηγετών, του Γκόρντον Μπράουν ή του Νικολά Σαρκοζύ – ο οποίος μέχρι χθες ασχολούταν με την Κάρλα Μπρούνι και το image making. Αψηφώντας την εκλογή του Μπάρακ Ομπάμα και την επιχειρούμενη αναζωογόνηση του «αμερικάνικου ονείρου», την προσπάθεια διάδοσης μιας «αισιοδοξίας που θα τονώσει τις αγορές». Η επανάκαμψη της πίστης σε μεσσίες –με τα όσα προδίδει για τις κοινωνίες που την ενστερνίζονται– είναι κάθε άλλο παρά ενθαρρυντική, ενώ σίγουρα μια κινητοποίηση η οποία θα φτάνει μέχρι την κάλπη δεν είναι ικανή να επιφέρει καμία ουσιαστική αλλαγή. Πόσω μάλλον όταν αφορά η παρακμή, όπως προσπαθήσαμε να δίξουμε, όχι την οικονομία, αλλά τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του.

Φαίνεται, λοιπόν, πως υφίσταται εδώ μια ομαδική παράκρουση – και βιώνεται, ίσως, με μια κάποια ανακούφιση, καθότι πρόκειται για μια από τις εξαιρετικά σπάνιες στους καιρούς μας περιπτώσεις, όπου οτιδήποτε βιώνεται συλλογικά. Η αφειδής κινδυνολογία μοιάζει να μην απέχει ιδιαίτερα από την ευχή, την προσμονή μιας καταστροφής που θα θέσει στον παραλογισμό, στην ανομία ένα τέλος. Θα επέλθει ως λύτρωση, ως κάθαρση, ως τιμωρία της ύβρεως, του ξεπεράσματος κάθε ορίου[2]. Όμως, είπαμε, εδώ δεν μιλάμε για τραγωδία. Ορισμένοι μπορεί να αναζητούν τις ρίζες του αγγλοσαξονικού μοντέλου αφήγησης στον Αριστοτέλη, αλλά αγνοούν το σημαίνοντα ρόλο που η πρόσληψη διαδραματίζει και δη, το μεγάλο ταλέντο του καπιταλισμού να εκφυλίζει, να ευτελίζει ότι πιάνει στ χέρια του – ήδη του πλέξαμε το σχετικό εγκώμιο. Επομένως, όσο και αν οι φιγούρες στην ταινία καταστροφής είναι μοιραίες, καθώς ανήμπορες συμπαρασύρονται από τον κόσμο τους, τον οποίο βλέπουν να καταρρέει γύρω τους εν μέσω μιας προσχηματικής πλοκής που φαντάζει ως φάρσα, δεν παύουν να είναι απλοί κομπάρσοι. Extras. Εφόσον αρκούμεθα στο ρόλο του κομπάρσου, η μοίρα του αναλώσιμου μας καλύπτει, τότε δεν έχουμε –όπως αλλού έχουμε γράψει– παρά να περιμένουμε τον υπερήρωα να μας σώσει. Ή έναν μεσσία.

Η παρακμή όμως δεν πρόκειται να αναχαιτιστεί από «φωτισμένους ηγέτες», όπως αυτούς που φέρονται στο παρελθόν να αντιμετώπισαν με επιτυχία κρίσεις που, επειδή υπήρξαν όντως τέτοιες, τους παρείχαν τη δυνατότητα να υποχωρήσουν, υιοθετώντας ιδέες από το στρατόπεδο του αντιπάλου, επειδή τότε υπήρχαν αντίπαλοι –διαδικασία που ασφαλώς δεν υπονοούμε πως εκτυλίχθηκε «συνειδητά», κατόπιν υπολογισμού, το υπογραμμίζουμε προς αποφυγήν τυχών παρεξηγήσεων, άλλωστε, ήδη αποπειραθήκαμε να σκιαγραφήσουμε την πολυπλοκότητα του κοινωνικό-ιστορικού πεδίου. Αν ο καπιταλισμός προχώρησε έως τώρα μέσα από την καταστροφή και αν αυτοκαταστρέφεται ο ίδιος, συμπαρασύροντας στην καταστροφή την κοινωνία, το ζητούμενο είναι μια άλλου τύπου καταστροφή. Η καταστροφή των υπαρχόντων θεσμών της κοινωνίας από την ίδια την κοινωνία που οφείλει να επανακάμψει στο προσκήνιο. Τη θεσμίζουσα κοινωνία, την κοινωνία που αυτοαλλοιώνεται. Μια καταστροφή η οποία εξ ορισμού συνεπάγεται, συμβαδίζει με τη δημιουργία. Τη δημιουργία νέων θεσμών, την ανάδυση νέων μορφών κοινωνικής ζωής. Και σε αυτό το σκέλος έγκειται η δυσκολία, αφού οι υπάρχοντες θεσμοί είναι ούτως ή άλλως ετοιμόρροποι. Προσδοκούμε και εργαζόμαστε για ένα ξέσπασμα που δεν μπορεί να προβλεφθεί, όπως η παρισινή κομμούνα, ο Μάης του ΄68 δεν προβλέφθηκαν. Από πού θα προκύψει; Εκ του μηδενός. Απροσδόκητα, όπως απροσδόκητες υπήρξαν πάντα οι εναλλαγές της κοινωνίας από την αποχαύνωση στη δράση. Κάποια στιγμή μια νέα γενιά ανθρώπων θα απηυδήσει. Αν αυτό δεν γίνει, τότε δεν θα γίνει τίποτα. Η παρακολούθηση ταινιών καταστροφής, πάντως, δεν αρέσει σε όλους… ελπίζουμε σε μια κρίση.

[1] Για μια αναλυτικότερη προσέγγιση της εν λόγω διαδικασίας και της αποτύπωσης της στην τρέχουσα «κρίση», ανατρέξατε εδώ σε πρόσφατη ανάλυση της πολιτικής ομάδας «Αυτονομία ή Βαρβαρότητα».

[2] Για μια περεταίρω ανάπτυξη του εν λόγω σκεπτικού παραπέμπουμε στο προσωπικό κείμενο ενός εκ των μελών τη ομάδας, με τίτλο «Οι άνθρωποι της βροχής».

Sunday, October 19, 2008

Η καύση των νεκρών

Στις μέρες μας ενώπιον μιας πολιτικής ομάδας τίθεται αναπόφευκτα το εξής ερώτημα: σε ποιους απευθυνόμαστε εν μέσω της παρούσης συγκυρίας, όπου καθίσταται πρόδηλη η αδιαφορία των περισσοτέρων για τα κοινά και η αποκλειστική τους μέριμνα για τις ιδιωτικές τους υποθέσεις; Με τι είδους ζητήματα καταπιανόμαστε, όταν η δημόσια σφαίρα διαρκώς συρρικνώνεται προς όφελος της, διαμορφούμενης από τα Μέσα, «επικαιρότητας», βάσει της οποίας ορίζονται τα ζητήματα που «απασχολούν τον κόσμο»; Εμείς συνηθίζουμε είτε να λαμβάνουμε ως αφορμή γεγονότα από την επικαιρότητα, επιχειρώντας να εξετάσουμε πτυχές τους που παραμένουν ανέγγιχτες από αυτήν την τελευταία, ως αφετηρία για να χαρτογραφήσουμε ένα ευρύτερο, πολυσύνθετο τοπίο, είτε επιλέγουμε να αγνοούμε την «ειδησεογραφία των ημερών» εντελώς. Και αυτό επειδή βρίσκουμε πως η κοινωνία παραμένει αμέτοχη στη δημιουργία των εν λόγω «ειδήσεων», αδράνεια που αφορά τόσο καθ’ εαυτή την κοινωνική κίνηση, το σε πιο βαθμό αυτή υφίσταται και σε ποιάν ένταση καταγράφεται από τα «ειδησεογραφικά δελτία», τα φύλλα των εφημερίδων, όσο και τη «διήγηση» των γεγονότων. Γεγονότα που σε εποχές αλλοτινές, διακρινόμενες από την «ελλιπή πληροφόρηση» θα διαδίδονταν από στόμα σε στόμα –όταν κάτι τέτοιο ήταν ακόμη εφικτό, τότε όπου ήταν δεδομένη η ύπαρξη της κοινότητας, αναγκαίας προϋπόθεσης για την εκτύλιξη μιας τέτοιας διαδικασίας και όπου τα μάτια δεν είχαν ακόμη ρόλο ηγεμονικό–, προκειμένου να «αλλοιωθούν» στην πορεία οι ακριβείς τους διαστάσεις, να προσλάβουν εκείνες του θρύλου, οι πρωταγωνιστές τους να μυθοποιηθούν. Μια τέτοια διαδικασία προϋποθέτει τη δημιουργικότητα. Ακόμη και η δημιουργία φημών απαιτεί μια κάποια εμπλοκή με τα πρόσωπα και γεγονότα, στα οποία αυτές αναφέρονται. Μια τέτοια εμπλοκή, συναισθηματική και «φαντασιακή», σήμερα δεν είναι δυνατό να υπάρξει. Σήμερα που οι φήμες διαχέονται από τους ρολίστες των τηλεοπτικών παραθύρων και τα δημοσιεύματα των παραπολιτικών στηλών.

Σήμερα η «αλλοίωση» των γεγονότων είναι άλλης τάξεως, άλλης ποιότητας. Δεν σκοπεύουμε να ισχυριστούμε ότι οφείλεται στις μεθοδεύσεις όσων κινούν τα νήματα των μηντιακών κολοσσών. Κάτι τέτοιο θα ήταν υποτίμηση της πολυπλοκότητας του ζητήματος. Αλλά θα συνιστούσε και υπερτίμηση του ρόλου εκείνων που, επιβεβαιώνοντας την προαναφερθείσα περιπλοκότητα του ζητήματος που θίγουμε, βρίσκονται παγιδευμένοι ανάμεσα στα ίδια αυτά νήματα που φιλοδοξούν να κινήσουν. Όμως ο μόνος τρόπος, τελικά, με τον οποίο τα θέτουν σε κίνηση, ακόμα και αν τρέφουν την αυταπάτη ότι δύνανται να διατηρήσουν τον απόλυτο έλεγχο των πραγμάτων, να υπαγορεύσουν το ρυθμό της κοινωνικής κίνησης, δεν είναι παρά διαμέσου των σπασμωδικών και συνάμα μάταιων δικών τους κινήσεων, καθώς ταλαντεύονται στον ιστό της αράχνης, η οποία άλλωστε δεν μπορεί να αντισταθεί σε ένα γεύμα μετά τη συνουσία. Γεύμα που ως κύριο πιάτο, ως γνωστόν, έχει το «σύζυγο», τον έχοντα μόλις ολοκληρώσει τα γονιμοποιητικά του καθήκοντα. Έτσι υπενθυμίζουμε για τους ξεχασιάρηδες πως η διαπαιδαγώγηση από πλευράς του θεάματος δεν εξαιρεί κανέναν –στην προκειμένη περίπτωση η παιδεία είναι δωρεάν για όλους– πόσω μάλλον εκείνους που το υπηρετούν από θέσεις καίριες, «νευραλγικές», θέσεις - κλειδιά, όντως, που ανοίγουν τις κερκόπορτες του ολέθρου – συγχωρέστε μας, φίλτατοι αναγνώστες για το πομπώδες ύφος, αλλά κι εμείς είμαστε τέκνα της κοινωνίας του θεάματος…

Το ξεκλείδωμα της «έβδομης σφραγίδας», λοιπόν, συνίσταται, όχι στα ψεματάκια που εσκεμμένα διαδίδονται από τα δελτία ειδήσεων προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων της κυρίαρχης τάξης, αλλά στην κατάλυση της χρονικότητας, την εισαγωγή της αίσθησης ότι τα προβαλλόμενα επί της οθόνης διεξάγονται σε ένα παράλληλο αχρονικό σύμπαν. Χαρακτηριστικά, εάν σας συμβεί η τρομερή ατυχία για όποιο λόγο να μην κατορθώσετε να παρακολουθήσετε δελτία ειδήσεων για 2 ή 3 μέρες, όταν επανέλθετε η συνδρομή σας θα έχει λήξει, θα έχετε πλέον απολέσει την επαφή σας με τον κόσμο. Αν για παράδειγμα μεταξύ 2 και 5 Οκτωβρίου δεν είχατε ανοίξει την τηλεόραση σας θα ψαχνόσασταν ύστερα να μάθετε ποιος είναι ο κος Δαϊλάκης. Ποιός είναι αυτός, ρωτάτε; Ε… ωχ! Δεν πολυθυμόμαστε τώρα… Τέλος πάντων. Αυτό ήταν ένα απλό, ίσως όχι εξαιρετικά επιτυχές παράδειγμα, μέσω του οποίου επιχειρούμε να καταδείξουμε τις επιπτώσεις της τάχιστης εναλλαγής των ειδήσεων με χρονικό ορίζοντα ολίγων ημερών. Όταν το σώμα της κοινωνίας παρακολουθεί, βρισκόμενο εν υπνώσει σχεδόν, ειδήσεις που αφειδώς, με ασύλληπτη αμετροέπεια διαφημίζονται ως συνταρακτικές, πρωτοφανείς, πρόσωπα και πράγματα ξάφνου αναφαίνονται στο προσκήνιο μόνο για να εξαφανιστούν εξίσου έξαφνα και κανείς να μη μιλά πλέον γι΄ αυτά, τότε έχει μεταμορφωθεί στο «σώμα των τηλεθεατών». Η στοιχειώδης διάκριση ανάμεσα σε αυτό που είναι σημαντικό και σε αυτό που είναι ασήμαντο έχει καταπέσει, όταν διαφορετικά πρόσωπα, διαφορετικά γεγονότα έρχονται στη θέση των προηγούμενων, για να ισοπεδωθούν όλα μαζί εν μέσω της ασημαντότητας. Ο συνακόλουθος κατακερματισμός της μνήμης θα φορεθεί πολύ αυτή τη σαιζόν του θρυμματισμού της κοινωνίας. Οι ενότητες με τα ρεπορτάζ μόδας στα δελτία ειδήσεων το υποδηλώνουν.

Ενδεικτικό της ιλαροτραγικής αυτής κατάστασης, της διακρινόμενης από τη συλλογική απώλεια μνήμης, που δεν ενθυμούμεθα καλώς, αλλά νομίζουμε πως παραπάνω περιγράψαμε, είναι το διασκεδαστικό παράδειγμα των «χρονικών» που προβάλλονται κατά τη ροή –στο νου έρχεται η διάρροια– των δελτίων ειδήσεων, των αφορούντων «πολύκροτες» υποθέσεις. Υποθέσεις οι οποίες, παρότι είναι τέτοιες –δηλαδή πολύκροτες–, χρήζουν υπενθύμισης προς το κοινό. Τα συγκεκριμένα «χρονικά» έχουν τη χροιά των τρέιλερς που προβάλλονται προ της ενάρξεως κάθε επεισοδίου των καθημερινών σαπουνόπερων, υπενθυμίζοντας μας τι συνέβη στο προηγούμενο. Κάλλιστα δε θα μπορούσαν να υιοθετηθούν από τα δελτία ειδήσεων και εκείνα τα άλλα που στο τέλος κάθε επεισοδίου διαλαλούν τα όσα συνταρακτικά μέλει να επακολουθήσουν, ευελπιστώντας να διατηρήσουν αμείωτη την αγωνία των τηλεθεατών. Και στην προκειμένη περίπτωση, άλλωστε, η συνέχεια εγγυημένα θα είναι εξίσου προβλέψιμη, αφού ο ευτελισμός των θεμάτων και ο καταιγιστικός ρυθμός εναλλαγής τους διασφαλίζουν παραδόξως (;) ένα πράγμα: ότι η εντύπωση εκείνη που θα αναδυθεί εν τέλει θα είναι πως η στασιμότητα επικρατεί.

Το μήνυμα είναι, πάντως, εύληπτο: «δεν χρειάζεται να κουράζεσθε. Ό, τι χρειάζεται να θυμάστε, εμείς θα σας το θυμίζουμε». Λοιπόν, όπως θα είναι γνωστό, ιδίως σε όσους τυχαίνει να έχουν στο περιβάλλον τους δύστυχους γέροντες που υποφέρουν από Αλτσχάιμερ –και όπως άλλωστε πρέπει να είναι ευνόητο– η απώλεια τη μνήμης συνεπάγεται την απώλεια της εαυτότητας, της αυτοσυνειδησίας. Το ίδιο συμβαίνει και στο επίπεδο της κοινωνίας. Εμείς ποτέ δεν είπαμε, τουναντίον, ότι δεν ζούμε σε έναν κόσμο γερασμένο. Ερμηνεύεται έτσι η ανοχή που επιφυλάσσεται απέναντι στον εμπαιγμό, το χλευασμό, τον εξευτελισμό που συχνά οι ειδήσεις επιφυλάσσουν στην κοινωνία. Αυτά φαντάζουν να απευθύνονται σε κάποιον άλλο. Η κοινωνία δεν αναγνωρίζει πλέον το είδωλο της. Tο διαστρεβλωμένο της είδωλο που προβάλλεται στον παραμορφωτικό καθρέπτη του θεάματος, για το οποίο άλλοτε θα λέγαμε πως ασκούσε μια απαράμιλλη γοητεία στην κοινωνία, η οποία το κοίταζε, άλλοτε βαυκαλιζόμενη, άλλες φορές τρομάζοντας. Τα παιδιά αρχίζουν να αναγνωρίζουν το είδωλο τους περί την ηλικία των 3 ετών. Ποιος είπε ότι ο –διάχυτος στην κοινωνία μας– παλιμπαιδισμός δεν συνάδει με τη γήρανση;

Όμως πως κανείς να συνδεθεί, να εμπλακεί συναισθηματικά, όπως είπαμε, να αναγνωρίσει τον εαυτό του σε όλο αυτό; Να ταυτιστεί με τις καρικατούρες των σήριαλ; Τους ανεπαρκώς δομημένους χαρακτήρες τους οποίους οι ανάγκες των χορηγών μορφοποιούν, όπως το πενάκι του γελοιογράφου τα έργα του, όπου μεμονωμένα χαρακτηριστικά ενός προσώπου υπερτονίζονται; Προξενεί τρόμο η ιδέα ότι ορισμένοι άνθρωποι πιθανόν να ταυτίζονται με τους εν λόγω χαρακτήρες, σύνδεση που όμως υφίσταται ως ένα βαθμό, αρκεί κανείς για να το διαπιστώσει να αναλογιστεί τα σλόγκανς, τα «catchphrases» που από τον κόσμο των σήριαλ περνούν στον πραγματικό, καθιστώντας τα μεταξύ τους όρια πλέον δυσδιάκριτα, επαναλαμβανόμενα μονότονα σε διαλόγους πραγματικών ανθρώπων που πασχίζουν να γίνουν καρικατούρες. Όπως αυτές που η επικαιρότητα προσπαθεί να τους κάνει με ή παρά τη θέληση τους, σε γνώση τους ή όχι. Τα παραδείγματα από τη σχετική «τυπολογία» των δελτίων ειδήσεων πάμπολλα. Ο συνταξιούχος που του ήρθε υπέρογκος λογαριασμός της ΔΕΗ, η «τραγική μάνα», η «γενιά των 700 ευρώ». Όλοι αυτοί είναι για την επικαιρότητα αυτό και μόνον αυτό που ο ρόλος τους ορίζει. Και τίποτε άλλο. Αυτά τα σημερινά παιδιά οφείλουν να αρκεστούν σε ετούτα τα παραμύθια. Κατά τι υποδεέστερα από του αλλοτινούς μύθους χάρη στους οποίους οι κοινωνίες συγκροτούσαν ένα «εμείς», μια ταυτότητα, την οποία οι σημερινές στερούνται. Τη συνοχή διαδέχεται η αποσάθρωση και οι σημερινοί «μύθοι» –που δεν είναι τέτοιοι, αλλά απλά ψεύδη– συμβάλλουν σε αυτό τα μέγιστα.

Σε μια κοινωνία όπου κάνει σημαία της την «αντικειμενική πληροφόρηση», αποδίδει στον εαυτό της ως ιδιότητες κενούς νεολογισμούς όπως «κοινωνία της πληροφορίας», έχουν τα ψεύδη διευρυμένες δυνατότητες για τη διάδοση τους και, όχι, αυτό δεν συνιστά οξύμωρο, δεν αποτελεί αντίφαση. Αυτή η κοινωνία μπορεί να κοιτάει αφ’ υψηλού, με αλαζονεία τις προγενέστερες που μετέδιδαν με «πρωτόγονα» μέσα τις πληροφορίες, αντιλαμβανόμενη μια διαδικασία συχνά δημιουργική, αυτή του «εμπλουτισμού» των απλών πληροφοριών ως φθορά και «υπανάπτυξη». Πολλές από τις κοινωνίες αυτές μπορεί να μην είχαν επίγνωση της ιστορικότητας τους – συναίσθηση του γεγονότος ότι αυτοαλλοιώνονταν, αυτομετασχηματίζονταν, ακόμη και στις περιπτώσεις εκείνες όπου επεδίωκαν το αντίθετο. Πάντοτε όμως είχαν μύθους. Σήμερα τείνουμε να μην έχουμε τίποτα από τα δύο. Οι «πρωτόγονοι» μετέδιδαν τα μηνύματα με σήματα καπνού. Οι σημερινές κοινωνίες, από την άλλη, μην έχοντας τίποτα άξιο λόγου να μεταδώσουν, εγείρουν ερωτηματικά αναφορικά με τη φύση και τη «φορά» του δικού τους αυτομετασχηματισμού, φαντάζοντας απλά να εκπέμπουν ένα απεγνωσμένο σήμα κινδύνου, να πέφτουν οι ίδιες στην πυρά, εξαϋλωνόμενες στο παραπέτασμα καπνού της «κοινής γνώμης».

Sunday, September 14, 2008

Το μνήμα της μνήμης

Ανακοίνωση για την υπόθεση του μνημείου της Ιταλικής μεραρχίας Aqui

Την περασμένη Δευτέρα 8 Σεπτεμβρίου πραγματοποιήθηκε στον «κήπο του λαού», η τελετή των αποκαλυπτηρίων του μνημείου ελληνοϊταλικής φιλίας εις μνήμην των πεσόντων της ιταλικής στρατιωτικής μεραρχίας Aqui, η οποία έδρευε στην Κέρκυρα κατά το ΄Β παγκόσμιο πόλεμο. Η τοποθέτηση του μνημείου προξένησε αντιδράσεις, προερχόμενες από τον «πολιτικό κόσμο» του νησιού, ο… οποίος κόσμος επέλεξε στην πλειοψηφία του να μην παραστεί στην εκδήλωση, ενώ στο προηγηθέν διάστημα, προεξαρχόντων όλων ανεξαιρέτως των τοπικών βουλευτών, είχε επιδοθεί σε έναν άτυπο συναγωνισμό μεγαλόστομων δηλώσεων, οι οποίες λάμβαναν συχνά χαρακτήρα παραληρηματικό.

Ιδού ένα μικρό, αλλά χαρακτηριστικό απάνθισμα των προαναφερθεισών δηλώσεων: δεν θα μπορούσαμε ασφαλώς παρά να ξεκινήσουμε με το βουλευτή του ΚΚΕ κ. Μπάμπη Χαραλάμπους, ο οποίος ως γνωστών λόγω ιδεολογίας επιδεικνύει ιδιαίτερο ζήλο στα ζητήματα «πατριωτισμού». Διακρίθηκε επομένως και στην προκειμένη περίπτωση χάρη στην πανθομολογούμενη εφευρετικότητα που τον διέπει και την παραστατικότητα του λόγου του. Σε ένα ουρολαγνικό ντελίριο απεφάνθη πως αυτοί που στήνουν το μνημείο «προσκυνάνε τον κατακτητή» για να τους καταλογίσει εν συνεχεία ότι «φιλάνε κατουρημένες ποδιές». Έπεται ο κυβερνητικός βουλευτής κ. Νίκος Δένδιας, δια στόματος του οποίου μάθαμε πως όσοι συνηγορούν στην τοποθέτηση του μνημείου είναι απερίσκεπτοι που «ξύνουν πληγές του παρελθόντος». Τις ξύνουν ασφαλώς τις πληγές εκείνοι και όχι αυτός, μιας και είναι κατά πως φαίνεται επιβεβλημένη η εν λόγω αντιμετώπιση από μέρους του. Όχι, δεν έχει αυτός περιθώρια επιλογής. Δεν μπορεί παρά να κατακεραυνώσει με τη σειρά του τους κατακτητές. Μας καθησύχασε, λοιπόν, διαβεβαιώνοντας μας πως παρενέβη στον υπουργό εθνικής άμυνας Μειμαράκη, προκειμένου να μην παραστεί στην εκδήλωση αντιπροσωπεία των ελληνικών ενόπλων δυνάμεων. Πήραν τα στρατιωτάκια τους και πήγαν να παίξουν αλλού. Τέλος το χάλκινο μετάλλιο επάξια κερδίζει ο κ. Χρυσόστομός Μπούκας, γραμματέας της νομαρχιακής επιτροπής του ΠΑΣΟΚ, ο οποίος συνέτεινε επί της ουσίας με τον ισχυρισμό του προαναφερθέντος πολιτικού ανδρός περί «ξυπνήματος παλαιών παθών», επισείοντας τον κίνδυνο της βεβήλωσης του μνημείου από κάποιο «θερμοκέφαλο». Πολύ σωστός, λογικότατος συλλογισμός! Επειδή μπορεί να βρεθούν ένας ή πέντε φασίστες δεν θα πρέπει να στηθεί το μνημείο. Μας εκπλήσσει η προθυμία των πολιτευτών μας να υποταχθούν στην τρομοκρατία μιας τόσο μικρής μειοψηφίας, ειδικά όταν σε πλείστες όσες περιπτώσεις διατρανώνουν τη βούληση τους να αντιταχθούν στις «οργανωμένες μειοψηφίες».

Η «πολιτική ζωή» του τόπου είναι γεμάτη αξιοπερίεργα και όλο μας αφήνει με την απορία. Διερωτώμεθα αφελώς για παράδειγμα: γιατί δεν έχουν όλοι αυτοί διαμαρτυρηθεί και για κανένα άλλο μνημείο ανάμεσα στα τόσα που κακώς «κοσμούν» τις πλατείες της πόλης; Για παράδειγμα να ζητήσουν να αφαιρεθεί η προτομή του Ιάκωβου Πολυλά από την πλατεία δημαρχείου, όπου δεσπόζει. Αυτή κι αν ξύνει πληγές. Πρόκειται για τον άνθρωπό που πρωτοστάτησε στο διωγμό του Εβραϊκού στοιχείου της πόλης μας το 1891, παροτρύνοντας με την πύρινη αρθρογραφία του στον τύπο της εποχής το όχλο να προβεί σε βιαιοπραγίες και λεηλασίες εναντίον της εβραϊκής κοινότητας. Οι προτροπές του ρατσιστή αντισημίτη έπιασαν τόπο. Τα χρόνια που ακολούθησαν το πογκρόμ, 3.000 από τους συνολικά πέντε χιλιάδες Εβραίους της πόλεως – το 1/5 του συνολικού πληθυσμού της – αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τον τόπο τους. Αλλά αυτοί δεν ήταν ελληνορθόδοξοι…

Το καθεστώς του Μεταξά δεν ήταν και πολύ καλύτερο από το ιταλικό καθεστώς. Δεν σημαίνει όμως ότι όλοι οι κάτοικοι αυτής της χώρας ήταν υποστηρικτές του. Με την ανοχή ή και παρότρυνση των τοπικών αρχών πολλοί κερκυραίοι λεηλάτησαν τα σπίτια των εβραίων, όταν οι τελευταίοι οδηγήθηκαν από τα στρατεύματα του Χίτλερ στα στρατόπεδα συγκέντρωσης – αυτές τις πτυχές του «κερκυραϊκού πολιτισμού» όλοι τις «ξεχνουν», παρεμπιπτόντως. Δεν σημαίνει πως όλοι οι Κερκυραίοι ήταν καθάρματα. Λοιπόν δεν ήταν όλοι οι Ιταλοί την εποχή του Μουσολίνι φασίστες. Βρέθηκαν εδώ στην πλειονότητα τους παρά τη θέληση τους, απλοί φαντάροι και ορισμένοι εξ αυτών δεν γύρισαν ποτέ. Η απόδοση συλλογικής ευθύνης υπήρξε ίδιον των ολοκληρωτικών καθεστώτων, το υπενθυμίζουμε για τους όψιμους μα ένθερμους «αντιφασίστες». Όσο για μας έχουμε αυτό το βίτσιο: βρίσκουμε πως οι ζωή ενός Ιταλού δεν αξίζει λιγότερο από αυτήν ενός Έλληνα. Είναι τόσο θλιβερό να πολεμά κανείς για τα «πάτρια εδάφη» – και να γίνεται τροφή για τα εδάφη αυτά που λιπαίνονται με αίμα.

Ο Άγις Στίνας (Σπύρος Πρίφτης) περιγράφει στις «Αναμνήσεις» του περιστατικά κατά τα οποία Ιταλοί και Γερμανοί στρατιώτες παραδόθηκαν οικειοθελώς στις δυνάμεις του ΕΛΑΣ, ανεμίζοντας λευκές σημαίες, ενίοτε τραγουδώντας τη Διεθνή, κάποιες φορές εκφράζοντας την πρόθεση να πολεμήσουν στις τάξεις του. Η συνήθης τύχη τους; Αφέθηκαν να πεθάνουν από την πείνα και τις αρρώστιες, εκτελέστηκαν, πυροβολήθηκαν πισώπλατα για να τους πάρουν στη συνέχεια τα άρβυλα. Ιδού το «μεγαλείο» της τιμημένης εθνικής αντίστασης, του σωβινισμού. Ποιος Κερκυραίος σήμερα θυμάται τον συντοπίτη μας Στίνα; Τον επαναστατικό ντεφαιτισμό, το Διεθνισμό, την παγκόσμια προλεταριακή επανάσταση; Κανείς ή ελάχιστοι, αφού, βλέπετε, ο Στίνας με τους συναγωνιστές του έγραφαν προκηρύξεις στα γερμανικά, όπου καλούσαν του φαντάρους να συναδελφωθούν με το πλήθος, δεν έβαψαν τα χέρια τους με αίμα. Και η εθνική ιστορία το απαιτεί το αίμα, γιατί με αυτό γράφεται.

Το γελοίο, το οξύμωρο στην όλη υπόθεση, λοιπόν, έγκειται, –για λόγους που εκτενέστερα, για όποιον ενδιαφέρεται, αναλύονται στο παλαιότερο κείμενο μας «η λήθη ενίοτε γίνεται μνημειώδης»– στο ότι μιλάμε για μνημεία. Υπό αυτό το πρίσμα η παράταιρη δήλωση του δημάρχου – αν και ενδέχεται να πρόκειται για ένα από τα συνήθη σαρδάμ του κου Μικάλεφ, ο οποίος δεν φημίζεται για τη ρητορική του δεινότητα – επαληθεύεται. Να η βαρυσήμαντη δήλωση που απομόνωσαν τα Μέσα: «το μνημείο συμβάλλει στη λήθη μιας περιόδου καταστροφικής για την πόλη και το λαό μας». Επαληθεύεται είπαμε και στο νου έρχεται η πλατωνική σημασιοδότηση της αλήθειας. Α-λήθεια, μη-λήθη. Όντως λοιπόν. Επικρατεί η λήθη. Κάτι είχαμε καταλάβει… Όσα περισσότερα τα μνημεία που στήνει μια κοινωνία με συλλογική αμνησία, τόσο πυκνότερο υφαίνεται το πέπλο της λήθης. Μνημεία ταφικά. Επιτύμβιες πλάκες εις ανάμνησιν της μνήμης… Έτσι αποτελεί τραγέλαφο το να επικαλούνται οι πολιτευτές την «ιστορική μνήμη», εξυπηρετώντας μικροπολιτικές σκοπιμότητες, είτε πρόκειται για την άσκηση των πάσης φύσεως «αντιπολιτευτικών τους καθηκόντων», είτε για την απόπειρα να συσπειρώσουν τον σκληρό πυρήνα του κομματικού τους ακροατηρίου που είναι σε κάθε περίπτωση ιδιαίτερα ευσυγκίνητος, όταν πρόκειται για «εθνικά ζητήματα» – βλέπετε όλα τα κοινοβουλευτικά κόμματα είναι «πατριωτικά», δηλαδή εθνικιστικά. Αλλά δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ιστορική μνήμη, όταν στο όλο πακέτο συμπεριλαμβάνονται δράκοι και λοιποί μπαμπούλες. Μιλάμε στην περίπτωση αυτή για παραμύθια. Ευχόμαστε λοιπόν στα μαγεμένα βασιλόπουλα και τις βασιλοπούλες – τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες του τόπου μας – να λυθούν τα μάγια γρήγορα και από βάτραχοι να γίνουν όλοι πρίγκιπες και πριγκίπισσες. Και έτσι θα απαλλαχθούν και από το άγχος της κάλπης…

Monday, September 8, 2008

Το απογυμνωμένο γεύμα

*Τροφή για σκέψη*

Το φαγητό υπήρξε για όλες τις κοινωνίες μια ιεροτελεστία. Η ποικιλία των όσων έχουν κριθεί κατάλληλα προς βρώσιν στο πέρασμα των αιώνων, ή των όσων σήμερα τρώγονται στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, υποδηλώνει πως η τροφή, μακράν του να είναι απλά και μόνο μια ανάγκη βιολογική, συνιστά μιαν ανάγκη κοινωνικά θεσμισμένη, που, όπως με όλες τις κοινωνικές ανάγκες συμβαίνει, προϋποτίθεται να υποστεί μια πολιτισμική επεξεργασία, μια φαντασιακή επένδυση, προκειμένου να καταστεί τέτοια. Σε αυτό συνηγορεί πληθώρα παραδειγμάτων από τον τοτεμισμό, τις «πρωτόγονες» φυλές που πιστεύουν πως έλκουν την καταγωγή τους από ένα ιερό ζώο, το οποίο απαγορεύεται να σκοτώσουν με μόνη εξαίρεση μια φορά το χρόνο, οπότε και το τρώνε, όπως επιτάσσει το αυστηρό τελετουργικό, ως το οικογενειακό τραπέζι, την επίκληση του θεού από τον οποίο ζητείται να ευλογήσει τη βρώση και την πόση. Το νέκταρ και η αμβροσία. Οι σπονδές, οι τελετουργικές θυσίες. Οι διονυσιακές γιορτές με την έκσταση που τις συνόδευε. Η επιταγή η απαράβατη για έναν ορθόδοξο Εβραίο να μην μοιράζεται το γεύμα του με έναν αλλόθρησκο. Το χοιρινό κρέας για τους Εβραίους πάλι ή τους Μουσουλμάνους. Οι ιερές αγελάδες των Ινδών. Η απέχθεια που προξενεί στον δυτικό το διαιτολόγιο των Κινέζων. Όλα καταμαρτυρούν πως ποτέ οι άνθρωποι δεν έτρωγαν, αποσκοπώντας μονάχα στο να γεμίσουν το στομάχι τους.

Όσα προαναφέρθηκαν αντιμετωπίζονται από την υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση ως κατασκευάσματα της «παιδικής ηλικίας της ανθρωπότητας», ως δεισιδαιμονίες. Και ο χλευασμός που τους επιφυλάσσεται προδίδει την αλαζονεία, η οποία διέπει μιαν εποχή που –εφόσον θα έπρεπε να υιοθετήσουμε την προσέγγιση περί «περιόδων ανάπτυξης» της ανθρωπότητας, αντίστοιχων με τα ηλικιακά στάδια από τα οποία διέρχεται ένας άνθρωπος– μοιάζει να πρεσβεύει τη γεροντική ηλικία της ανθρωπότητας, να έπεται της απευθείας μετάβασης σε αυτήν με ένα άλμα και μόνο. Αρτηριοσκληρωτική όντας, αδυνατεί να συλλάβει πως η δική της δεισιδαιμονία έχει πολύ πιο δυσμενείς –ολέθριες θα έλεγε κανείς– συνέπειες. Πρόκειται βέβαια για την «ορθολογικότητα» του καπιταλισμού. Μια ψευδο-ορθολογικότητα, μια ορθολογικότητα εργαλειακή που αφορά στην επιλογή των μέσων, των οποίων οφείλει κανείς να μετέλθει για την επίτευξη ενός σκοπού. Όμως αυτός ο (αυτό)σκοπός, η οικονομική αύξηση, διαφεύγει οποιουδήποτε ορθολογικού ή άλλου ελέγχου. Και ως συνέπεια όλων αυτών ο άνθρωπος ταυτίζεται με μια μηχανή, επιφορτισμένη με το καθήκον να φέρει εις πέρας την δίχως τέλος –δίχως πέρας, δίχως σκοπό– ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων. Για ποιόν όμως αυτή η ανάπτυξη; Και γιατί; Έχουμε ενώπιον μας μια κατάσταση, η οποία προσομοιάζει στη βουλιμία. Τη διατροφική διαταραχή που συνίσταται στο να τρώει κανείς με λαιμαργία, να καταβροχθίζει χωρίς σταματημό μόνο και μόνο για να ξεράσει εν συνεχεία.

Επομένως, υπό αυτό το πρίσμα, βάσει των προαναφερθέντων φαντάζει λιγότερο παράδοξο, παρέχεται μια κάποια εξήγηση στο γιατί κυκλοφόρησε προσφάτως στην αγορά λάδι φυτικό σε πρόσμιξη με ορυκτέλαιο, μιας και, προφανώς, με την κατανάλωση του θα επιτυγχάνεται η πλέον εύρυθμη λειτουργία της μηχανής, της οποίας τα γρανάζια έχουν, όπως είναι ευνόητο, ανάγκη από τακτικό λάδωμα. Αυτό επιτάσσει η αποδοτικότητα. Όπως επιτάσσει ταχύτητα. Φρενήρεις ρυθμούς εν μέσω των οποίων πασχίζεται να χωρέσει και η πρόσληψη τροφής, της απαραίτητης καύσιμης ύλης. Τροφές εμπλουτισμένες με όλα τα απαραίτητα θρεπτικά συστατικά. Βιταμίνες και ιχνοστοιχεία. Γιαούρτια - πολέμιοι της δυσκοιλιότητας για ικανοποιημένους, παραγωγικούς εργαζόμενους. Παιδικά γιαούρτια και φρουτόκρεμες με «ειδικά μελετημένη σύνθεση», ούτως ώστε να εξοικειωνόμαστε παιδιόθεν με τα νέα διατροφικά ήθη. Με τη δίαιτα του αστροναύτη η οποία εκτός του ότι απαρτίζεται από τροφή που προσλαμβάνεται σε σκόνη, προοριζόμενη για μια κοινωνία κονιορτοποιημένη –μια κοινωνία σε σκόνη– είναι συμβεβλημένη με τις κανιβαλικές διατροφικές συνήθειες του καπιταλισμού – εντάξει, δεν κυριολεκτούμε, αναφερόμαστε στις γνωστές θυμοσοφίες του τύπου «το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό» κλπ, κλπ. Οφείλει κανείς όμως να αναγνωρίσει την αδηφαγία του καπιταλισμού. Την ακόρεστη πείνα του για κυριάρχηση επάνω στη φύση και τον άνθρωπο.

Αυτή η λειτουργιστική προσέγγιση που προηγούμενα περιγράφηκε έχει ως παρεπόμενο τη φτώχεια. Δεν πρόκειται για φτώχεια υλική. Όπως έχουμε πει αλλού –και όπως καταμαρτυρείται από το φαινόμενο της αυξανόμενης παχυσαρκίας που μαστίζει τις τάξεις της εργατικής τάξης– το πρόβλημα των σημερινών δυτικών κοινωνιών δεν είναι η απαθλίωση του προλεταριάτου. Ο καπιταλισμός καλύπτει τις ανάγκες στη «εφεύρεση» των οποίων βασίζεται, εξαρτάται δηλαδή από το φαντασιακό –οι ανάγκες της εκάστοτε κοινωνίας, όπως ήδη είπαμε, τίθενται από την ίδια–, το επισημαίνουμε για όσους ακόμη αρνούνται να αντικρύσουν τα συντρίμμια της «ορθολογικότητας» του. Είναι όμως αυτό ένα φαντασιακό αποστεωμένο, δίχως δική του υπόσταση. Μιλάμε, λοιπόν, για μια ένδεια φαντασιακή, η οποία διέπει μια κοινωνία πάσχουσα από μια ψύχωση που την ωθεί να ανακαλύψει την «πραγματική» φύση των πραγμάτων. Την «πραγματική» τους λειτουργία, πέρα από τα «επιφαινόμενα», από το «εποικοδόμημα». Και έχει πλέον φτάσει στο σημείο να αποκαλύψει τα οστά της «πραγματικότητας». Ξεχνώντας δε ότι η κάθε κοινωνία δημιουργεί εν πολλοίς τη δική της πραγματικότητα, η δική μας είναι ιδιαιτέρως απορροφημένη σε ετούτη τη δραστηριότητα, η οποία στο νου φέρνει τα μεγάλα πνεύματα της Αναγέννησης, το Λεονάρντο Ντα Βίντσι που προμηθευόταν λαθραία πτώματα καταδίκων, προκειμένου να προβεί σε νεκροτομή, ούτως ώστε να μελετήσει την ανθρώπινη ανατομία. Ενάντια στο σκοταδισμό της εκκλησίας ο Ορθός Λόγος όφειλε να θριαμβεύσει. Μόνον που σήμερα η ψευδοορθολογικότητα, έχοντας η ίδια εδραιωθεί ως θρησκεία των καιρών μας, διεξάγει τη δική της ιατροδικαστική εξέταση επάνω στο πτώμα, στο άμοιρο κουφάρι της κοινωνίας… Τα σαπροβόρα έχουν τρομερή όρεξη…

Ήταν κάποτε καλοκαιρινά μεσημέρια ή απογεύματα ή βράδια εν μέσω της ραστώνης, υπό τη συνοδεία των γεύσεων φρούτων εποχής. Καρπούζια, πεπόνια, ροδάκινα –ξέρουμε, άραγε, σήμερα ποια είναι τα φρούτα εποχής;– και ύστερα, καθώς το θέρος πλησίαζε στο τέλος του, τα σταφύλια, τα πρώτα σύκα που προανήγγελλαν την έλευση του Φθινοπώρου. Όπως αυτές τις μέρες. Μόνο που τις μέρες αυτές αν επιχειρήσει κανείς αδαής να αναβιώσει τέτοιες στιγμές, περασμένες ανεπιστρεπτί, θα μείνει με μια πικρή γεύση στο στόμα. Δεν θα ‘ναι από τα φρούτα. Αυτά πλέον δεν έχουν γεύση. Θα είναι η απογοήτευση εκείνη που θα έχει δοκιμάσει. Περσυνά ξινά σταφύλια… Οι γεύσεις των παιδικών μας χρόνων. Εξορισμένα αυτά τα τελευταία, πλάι στην «παιδική ηλικία της ανθρωπότητας». Όσοι είναι σήμερα παιδιά, στο μέλλον θα ανακαλούν ως τέτοιες γεύσεις τα χάμπουργκερς και τα τυρογαριδάκια – καημένα παιδιά! Φαίνεται πως πια στις φλέβες του σύγχρονου ανθρώπου κυλάει νερό – δύσμοιρα κουνούπια! Όπως αυτό που έχουν μέσα τους πια τα ροδάκινα. Δαγκώνεις και χύνεται στο πάτωμα. Κι όμως είναι οι άνθρωποι του καιρού μας, θα έλεγε κανείς, συναισθηματικά, ψυχικά αποξηραμένοι.

Ο Φρόυντ, μιας και μιλάμε για ψυχή, περιέγραψε τη libido, παραλληλίζοντας τη με το αίσθημα της πείνας. Η libido formandi είναι η επιθυμία για διαμόρφωση, το δημιουργικό πάθος που χαρακτηρίζει το ανθρώπινο ον – ή που το χαρακτήριζε άλλοτε. Σήμερα οι άνθρωποι πάσχουν, θα τολμούσαμε να πούμε, από δημιουργική ανορεξία. Απρόθυμοι, ανόρεκτοι και ίσως πλέον ανήμποροι να δημιουργήσουν, ακόμη και αν πρόκειται για μια δραστηριότητα, όπως το… μαγείρεμα, αρκούνται στο χυλό που μαγειρεύεται με τα υπολείμματα που έχουν περισσέψει από το φαγητό της προηγούμενης μέρας. Με ότι άλλοτε αποτελούσε βίωμα της κοινωνίας, ενώ σήμερα υποβιβάζεται σε «εξευγενισμένη» εικόνα. Συνηθισμένοι, εξοικειωμένοι με την απουσία νοήματος, αρκούνται επί παραδείγματι στις υποσχέσεις της διαφήμισης, της βιομηχανίας υγιεινής διατροφής, για «παραδοσιακές, αυθεντικές γεύσεις», υποσχέσεις καταδικασμένες να παραμένουν ανεκπλήρωτες, που έρχονται να υπενθυμίσουν ότι ζούμε σε έναν κόσμο, ο οποίος εκτός από α-νόητος είναι, κατά πως φαίνεται, και άγευστος. Καμία έκπληξη.

m


Wednesday, July 2, 2008

Το λιμάνι της ανίας

Το λιμάνι της ανίας

Το ταξίδι ανέκαθεν συνέβαλε στο μπόλιασμα πολιτισμών. Όποιος και να ήταν αυτός, πάντοτε υπήρχε ένας λόγος για τη μετακίνηση και ακόμη και όταν αυτός ήταν το εμπόριο, η τελικώς διενεργούμενη δοσοληψία ποτέ δεν ήταν αμιγώς οικονομική, καθώς πάντοτε το φορτίο του πλοίου περιελάμβανε επίσης άγνωστα στον τόπο προορισμού ήθη, κουλτούρα, ιδέες. Η πρόσμιξη τους με τα αντίστοιχα ντόπια όταν το πλοίο έδενε σε νέα λιμάνια, απέρρεε στην ανάδυση δημιουργιών ολοκληρωτικά νέων, μη αναγώγιμων στα στοιχεία εκ των οποίων συνετέθησαν, μη αποτελούντων απλό άθροισμα αυτών των τελευταίων. Αυτός ο καρπός της ευτυχούς συγκυρίας, το απροσδόκητο ευτύχημα υπήρξε σύμφυτο με την αλλοτινή φύση του ταξιδιού, τότε όπου το γεγονός ότι η πορεία ήταν συνήθως αποφασισμένη εκ των προτέρων, χαραγμένη επάνω σε ναυτικούς χάρτες, δεν απέκλειε μια ενδεχόμενη παρέκκλιση από αυτήν. Ο αστρολάβος θα μπορούσε να λαθέψει. Έτσι, ο προσανατολισμός ο βασιζόμενος στην τροχιά των ουράνιων σωμάτων, θα μπορούσε κάλλιστα να καταστήσει τους ίδιους τους ταξιδιώτες πλάνητες. Ούτε βέβαια ήταν ο σχεδιασμός του ταξιδιού ικανός να ξορκίσει το ενδεχόμενο να μην υπάρξει επιστροφή.

Ξέρουμε πλέον ότι στην άκρη του κόσμου δεν απλώνεται η άβυσσος. Η Γή δεν είναι επίπεδη. Μόνο η εποχή μας είναι μονοδιάστατη. Σήμερα όπου το ταξίδι έχει σχεδόν εκλείψει, υποκαθιστάμενο από τον τουρισμό, κάθε πτυχή της μετακίνησης είναι προγραμματισμένη σε κάθε της λεπτομέρεια και η όποια απόκλιση από το σχέδιο, όπως επί παραδείγματι μία καθυστέρηση στην αναχώρηση, εγείρει ζήτημα αποζημίωσης του καταναλωτή για την απώλεια του χρόνου του. Όσο για τις αποσκευές που είναι το μόνο –πέραν, βέβαια, του πολυπόθητου συναλλάγματος– που ο ταξιδιώτης κομίζει, πρέπει να τακτοποιηθούν επίσης με ιδιαίτερη μέριμνα, μεταξύ άλλων λόγων και για να χωρέσουν τα made in China σουβενίρ που θα είναι το μόνο που θα πάρει μαζί του επιστρέφοντας. Και βέβαια το ταξίδι δεν είναι πια πολύμηνο. Η τεχνική πρόοδος μεριμνεί, ούτως ώστε οι αποστάσεις να εκμηδενίζονται, ακόμη και οι πλέον απομακρυσμένες περιοχές να είναι προσβάσιμες. Τίποτα πλέον δεν απομένει ανεξερεύνητο. Καμιά γωνιά του κόσμου δεν μέλει να ανακαλυφθεί και μόνο οι διαφημιστικές καμπάνιες των τουριστικών πρακτορείων βρίθουν ισχυρισμών περί του αντιθέτου, με μόνους τους πελάτες τους να το πιστεύουν.

Το ανέξοδο των μετακινήσεων, η ευκολία αυτή που πλέον τις διέπει μοιάζει να υπεραναπληρώνει, να προωθείται μάταια ως αντιστάθμισμα για το γεγονός ότι κανείς πλέον, ακόμη και αν φτάσει ως την άκρη του κόσμου, δεν μπορεί να πάει πουθενά αλλού. Για τη διαπίστωση ότι σήμερα η μετακίνηση δεν έχει καμία απολύτως συνέπεια για τον ταξιδιώτη, θετική ή αρνητική, καθώς ακόμα και στη σπάνια περίπτωση όπου αυτός αναζητεί κάτι άλλο, το μόνο που θα συναντήσει θα είναι μια φολκλόρ εκδοχή των προϊόντων της βιομηχανίας της κουλτούρας. Και αυτό για έναν επιπλέον λόγο. Ο σύγχρονος άνθρωπος δεν ταξιδεύει με κάποιο σκοπό, υποκινούμενος έστω από μια «εσωτερική» ανάγκη. Το κάνει απλά επειδή μπορεί, επειδή η συνθήκες το επιτρέπουν, επιδιδόμενος ενίοτε σε μια σαφώς μάταιη αναζήτηση στο χώρο, εκείνου που έχει εξοριστεί από το χρόνο μιας καθημερινότητας, διακρινόμενης από την κοινοτυπία και την κενότητα.

Έχουμε, λοιπόν, το οξύμωρο μιας κοινωνίας, όπου, ενώ διαμέσου της μαζικής κουλτούρας στην οποία προαναφερθήκαμε, φαντασιώνεται το ταξίδι στο χρόνο ή την κατάκτηση του διαστήματος, παραμένει τελικά καθηλωμένη, εβρισκόμενη στην πλήρη ακινησία. Εν τέλει είναι το μέσο –η τεχνική πρόοδος– που εξυμνείται, όντας διαχωρισμένο από το σκοπό. Το σημείο καμπής σε αυτήν τη διαδικασία αποτυπώνεται στο έργο του Ιουλίου Βερν «ο γύρος του κόσμου σε 80 ημέρες». Η ταχύτητα είναι που μετράει. Τελικά εν μέσω αυτής της δίνης, της ζάλης ποιός είναι, αλήθεια, ο σκοπός – πέραν, ίσως, του να επιβεβαιώσει ο άνθρωπος την εικόνα του ως κυρίου του κόσμου; Τι αξία μπορεί να έχει ο στίχος του ποιητή «σαν βγεις στον πηγαιμό για την Ιθάκη να εύχεσαι να ΄ναι μακρύς ο δρόμος»; Αλλά, όπως είπε ένας άλλος ποιητής, η εποχή μας δεν είναι εποχή για ποίηση. Είναι εποχή για σουβλάκια. Και τέτοια οι τουρίστες που θα επιλέξουν να «ζήσουν το μύθο τους στην Ελλάδα» θα έχουν την ευκαιρία να γευθούν πολλά. Τους λωτούς τους έχουν, προφανώς, ήδη καταβροχθίσει.

Καθώς η ιλιγγιώδης ταχύτητα σκορπίζει στη λήθη κάθε αίσθηση του χώρου και του χρόνου, αναπόφευκτα ο εαυτός ξεμένει πίσω, αδυνατώντας να ακολουθήσει στην ξέφρενη κούρσα. Άλλωστε αυτός είναι και ο στόχος. Να αφεθούν οι έννοιες να σκορπίσουν, ο τουρίστας να «γεμίσει τις μπαταρίες του» απερίσπαστος. Γι’ αυτό οι σύγχρονες ενσαρκώσεις του Φιλέα Φογκ μεριμνούν να τεκμηριώσουν την παρουσία τους στο «μοναδικό» μέρος που επισκέπτονται. Να εξασφαλίσουν πειστήρια, όπου θα αποδεικνύουν ότι «ήταν και αυτοί εκεί». Τεκμήρια προοριζόμενα να πείσουν πρωτίστως τους ίδιους. Έχουμε, ας μην το ξεχνάμε, προ πολλού εγκαταλείψει την εποχή, όπου οι εμπειρίες βιώνονταν, έχοντας εισέλθει σε αυτή, όπου τα βιώματα απλά καταγράφονται. Οι άνθρωποι «βιώνουν» πλέον τη ζωή στο σύνολο της ως τουρίστες, ζώντας σε ένα διαρκές παρόν. Η σχέση τους με το μέλλον είναι αυτή της κατάστρωσης σχεδίων για απόκτηση εμπορευμάτων, επιθυμίας για «μικρές αποδράσεις», διακοπές κλπ. Μια σχέση κατ’ εξοχήν καταναλωτική. Όπως, άλλωστε, και η σχέση με το παρελθόν, το οποίο υποβαθμίζεται, περιορίζεται σε άλμπουμ φωτογραφιών και ψηφιακά home videos. Ο Γκυ Ντεμπόρ έλεγε –και εμείς δεν κουραζόμαστε να επαναλαμβάνουμε– πως το θέαμα είναι ο κατακερματισμός κάθε κοινωνικά βιωμένης εμπειρίας και η αυθαίρετη ανασύσταση της ως αναπαράσταση. Και η ψηφιοποίηση συνιστά την ιδανική αλληγορία για τη διαδικασία αυτή, καθώς ευαγγελίζεται την υψηλή πιστότητα, τη ρεαλιστική απεικόνιση της πραγματικότητας, τη στιγμή που επαγγέλλεται το θρυμματισμό της σε αναρίθμητα ψηφία. Η εικόνα φαντάζει αψεγάδιαστη. Αλλά μια απλή μεγέθυνση είναι αρκετή για να συντρίψει κάθε ψευδαίσθηση.

Εξίσου επίπλαστη είναι η εικόνα της Κέρκυρας που ξεδιπλώνεται μπροστά στα έκπληκτα μάτια του επισκέπτη. Πλήθος διευκολύνσεων πασχίζεται να του παρασχεθούν, προκειμένου να την επιλέξει έναντι των ανταγωνιστικών τουριστικών προορισμών, όπως το υπό κατασκευή καταφύγιο τουριστικών σκαφών που αλλοιώνει την όψη της περιοχής της Σπηλιάς, ενώ ενδέχεται να αποτρέπει σε εμάς τους κατοίκους την ελεύθερη πρόσβαση. Σε αυτό το «μνημείο» το εβρισκόμενο υπό την προστασία της unesco –και το οποίο ολοένα και περισσότερο φέρνει στο νου τη Disneyland, κάνοντας μας να ανησυχούμε για το ενδεχόμενο να υποχρεωθούμε να φέρουμε παραδοσιακές φορεσιές, προκειμένου να μας επιτραπεί να εξακολουθούμε να ζούμε εδώ– μάταια κάνεις θα αναζητήσει οτιδήποτε το αυθεντικό. Και σε αυτόν τον τόπο που απετέλεσε άλλοτε χάρη στο ταξίδι το θέατρο πολιτιστικής ζύμωσης, με μόνα τα διάσπαρτα σκηνικά να έχουν απομείνει πια, τα ψηφιακά μέσα, οι κάμερες δεν πρόκειται να συλλάβουν τη νεκραναστημένη «πολιτιστική μας κληρονομιά», γιατί απλούστατα τα φαντάσματα, οι βρικόλακες δεν έχουν είδωλο ως γνωστόν. Είναι μόνο η κερκυραϊκή κοινωνία που βαυκαλίζεται κοιτώντας ναρκισσιστικά το στρεβλό είδωλο της που ανακλάται στην επιφάνεια ενός παραμορφωτικού καθρέφτη.

Οι μόνοι μάρτυρες της πραγματικής εικόνας της Κέρκυρας που θα μπορούσαν να αφηγηθούν την πολυκύμαντη διαδρομή, διαμέσου της οποίας συντελέστηκε ετούτη η παραμόρφωση, η μετάλλαξη των κατοίκων του νησιού, αλλά και του τοπίου, δεν είναι άλλοι από τις ελιές που στέκουν στη θέση τους για αιώνες. Και ίσως είναι η ασυνείδητη επίγνωση αυτού του ρόλου του τόσο χαρακτηριστικού για το νησί δέντρου εκείνη που ωθεί τους κατοίκους του στην αποψίλωση του, για να ανοικοδομηθούν εξοχικές κατοικίες και ενοικιαζόμενα δωμάτια. Οι ελιές στη συνέχεια θα πωληθούν ως καυσόξυλα στην Ιταλία, ούτως ώστε να εξαφανιστεί κάθε ίχνος. Βλέπετε, στο γνωστό παραμύθι, οπού ο νεαρός πιλοποιός ομολόγησε το φοβερό μυστικό, ότι δηλαδή ο βασιλιάς έχει γαϊδουρινά αφτιά, στην κουφάλα ενός δέντρου, το λαούτο που κατασκευάστηκε από το ξύλο του τραγούδησε και είπε τα πάντα. Τι θα έλεγε άραγε στην περίπτωση μας η κουφάλα μιας ελιάς; Ότι ο λαμπρός ήλιος που τόσα χρόνια εμπορευόμεθα έχει πλέον εξαντλήσει την ενέργεια του και πως όλοι όσοι έχουν τυφλωθεί από τη λάμψη του κοιτάζοντας τον απερίσκεπτα όλα αυτά τα χρόνια, αδυνατούν να δουν ότι δύει, νεκρός πια; Διαγράφοντας για τελευταία φορά την τροχιά του στον ουρανό; Ίσως απλά να έλεγε ότι ο βασιλιάς είναι γυμνός…


Sunday, June 22, 2008

Στο πεδίο βολής της διαλεκτικής


Σε προηγούμενη μας ανάρτηση απαντήσαμε σε ορισμένες παρατηρήσεις που μας έγιναν από το βααλ αναφορικά με το κείμενο μας «Η πολιτική υπό την απειλή της βαρβαρότητας». Κατόπιν της εκ νέου τοποθέτησης μας υπήρξε ανταπάντηση από τον βααλ και εδώ ευελπιστούμε για μια ακόμα φορά να παράσχουμε ορισμένες σχετικές διευκρινήσεις. Ελπίζουμε να μην αρχίσουμε να επαναλαμβανόμαστε επικίνδυνα και το λέμε αυτό, μιας και κρίνουμε πως ορισμένα από τα ερωτήματα που τίθενται, καλύπτονται ως ένα βαθμό από τις τοποθετήσεις μας στο αρχικό κείμενο.

Ας ξεκινήσουμε λαμβάνοντας ως αφετηρία την εκπεφρασμένη πεποίθηση του βααλ, βάσει της οποίας τα αντικρουόμενα «συμφέροντα» των κοινωνικών τάξεων οφείλουν να λογίζονται περίπου ως ο κινητήριος μοχλός της ιστορίας –εάν άθελα μας διαστρεβλώνουμε την ουσία των λόγων του, ο βααλ μπορεί ασφαλώς να μας διορθώσει. Με τον όρο «συμφέροντα» και για κάποιον ακατανόητο σε εμάς λόγο ο βααλ εννοεί, κατά τα λεγόμενα του, «επιθυμίες, ιδέες, στάσεις, συμπεριφορές δραστηριότητες αλλά φυσικά και πολιτικές ιδέες και απόψεις», πέρα από τα συμφέροντα εκείνα που συνειρμικά έρχονται στο μυαλό το δικό μας –και υποθέτουμε του καθενός. Όταν προσδίδουμε στις λέξεις άλλη σημασία από τη δεδομένη η συνεννόηση δυσκολεύει κάπως, οφείλουμε να ομολογήσουμε. Τέλος πάντων εμείς, για να μην το κουράζουμε, όπως αντιλαμβανόμαστε τον όρο συμφέροντα, αδυνατούμε να εντοπίσουμε στον ανταγωνισμό συμφερόντων την αιτία ανάδυσης των διαφόρων κοινωνικοϊστορικών μορφωμάτων. Η απόπειρα για μια τέτοια αναγωγή υποτιμά κατάφορα, νομίζουμε, τη δημιουργική φύση των ανθρώπων, παραβλέπει τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζει η φαντασία. Σε εμάς φαντάζει αδιανόητη μια απόπειρα να «εξηγηθεί» η ανάδυση της αρχαίας ελληνικής πόλης ή η δημιουργία των σοβιέτ με μια ανάλυση θεμελιωμένη στη σύγκρουση συμφερόντων.

Από εκεί κι ύστερα εύλογα ανακύπτουν μια σειρά από άλλα ερωτήματα. Άραγε η δράση των κοινωνικών τάξεων και των ιστορικών υποκειμένων εν γένει υπακούει σε κάποια «ορθολογικότητα»; Μπορούμε βάσιμα να ισχυρισθούμε ότι μέσα στον πυρετό των γεγονότων, οι πρωταγωνιστές τους έχουν πλήρη συναίσθηση του ρόλου τους και είναι σε θέση να προβλέψουν τις συνέπειες των πράξεων τους; Πολλώ δε μάλλον δύναται κάτι τέτοιο να ισχύει εν μέσω της έξαψης των επαναστατικών γεγονότων; Ύστερα, δεν μπορεί παρά να αναρωτηθεί κανείς, τι είναι αυτό που οδηγεί στην υπεράσπιση του τάδε συμφέροντος έναντι κάποιου άλλου; Γιατί με άλλα λόγια η προλετάριοι συνήθως προτιμούν να σφαγιασθούν μεταξύ τους, υιοθετώντας το εθνικό συμφέρον, το οποίο είναι το συμφέρον των αφεντικών κλπ, παρά να υπερασπιστούν τα «κοινά ταξικά τους συμφέροντα»; Ο βααλ μάλλον σε αυτό απαντά ότι η αιτία βρίσκεται στην ήττα των διεθνιστικών θέσεων. Μα ή ήττα αυτή δεν επήλθε εκ των υστέρων ακριβώς εξαιτίας της απόρριψης τους από την πλειοψηφία της εργατικής τάξης;

Εμείς έναντι του όρου «συμφέροντα», βέβαια, θα προκρίναμε τον όρο κίνητρα. Κίνητρα τα οποία, μαζί με τις νόρμες, τα όρια, τις αξίες μιας κοινωνίας, απαρτίζουν τον κόσμο κοινωνικών φαντασιακών σημασιών που η κοινωνία αυτή συγκροτεί, προσδίδοντας, ως οφείλει στον εαυτό της, στην ύπαρξη της στη ζωή και το θάνατο των ατόμων νόημα. Και αυτός ο κόσμος νοήματος συστήνεται εν μέσω του χάους. Νόημα εγγενές στον κόσμο δεν υπάρχει. Δεν υφίσταται κανένας απολύτως λόγος για τον οποίο βρισκόμαστε στον κόσμο αυτό, ούτε υπάρχει κανείς και τίποτα που να ενδιαφέρεται για τη συνέχιση της ύπαρξης μας ή τον αφανισμό μας. Αυτή η συνθήκη είναι δυσβάστακτη για την ανθρώπινη ψυχή, το ασυνείδητο που αδυνατεί να αποδεχτεί ή έστω να συλλάβει το γεγονός της θνητότητας. Το χαρακτηριστικό των ανθρωπίνων όντων δημιουργικό πάθος, η αμφισβήτηση της θεσμισμένης κοινωνίας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με αυτή την αναπόδραστη συνθήκη. Δεν είναι άλλωστε τυχαίο ότι η ιστορική περίοδος την οποία διανύουμε διακρίνεται από την παντελή στειρότητα, την ανικανότητα της να εμπνεύσει νέες δημιουργίες και ταυτόχρονα την κυριαρχία του νηπενθούς, την αποφυγή κάθε νύξης για το θάνατο και την επιδίωξη με κάθε τρόπο της αιώνιας νεότητας. Επειδή, λοιπόν, έχουμε την αίσθηση πως έχει προκύψει μια σημαντική παρανοήση: αφενός δεν μιλάμε σε καμία περίπτωση για «αναπαραγωγή ενός συγκεκριμένου νοήματος», αλλά, όπως, νομίζουμε, κατέστη σαφές, για το ακριβώς αντίθετο. Μιλάμε επίσης για συλλογικό φαντασιακό. Η κοινωνικές φαντασιακές σημασίες δεν είναι αποκυήματα της ζωηρής φαντασίας, απότοκα της γραφίδας κάποιου διανοούμενου, αλλά καρπός αυτού του ριζικού φαντασιακού, της ίδιας της κοινωνίας.

Ευκαιρίας δοθείσης ας σημειώσουμε πως ασφαλώς και οι φιλόσοφοι, οι καλλιτέχνες κλπ οφείλουν αυτό που είναι στην εποχή και στην εκάστοτε κοινωνία που τους αναδεικνύει. Αυτή η αυτονόητη για εμάς παραδοχή σε καμία περίπτωση δεν πρέπει να συνεπάγεται την υποτίμηση του ρόλου τους –ο ρόλος των ατόμων, όπως δεν πρέπει να υπερτιμάται, δεν πρέπει και να υποτιμάται. Σήμερα αυτό που συνοδεύει την έλλειψη των μεγάλων θεωρητικών δεν είναι η «κολεκτιβοποίηση της επαναστατικής θεωρίας» που θα επιθυμούσε ο βααλ κατά παλαιότερη δήλωση του. Είναι μάλλον η κονιορτοποίηση της η συνακόλουθη της εξαφάνισης του επαναστατικού κινήματος, η συνοδευόμενη από τη γενικότερη παρακμή των δυτικών κοινωνιών, η οποία βρίσκει έκφραση σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δημιουργίας. Καταλήγοντας, είναι η επιβεβλημένη αυθεντία και όχι η αυθεντία εν γένει αυτή εναντίον της οποίας πρέπει να βάλλουμε.

Το κοινωνικό πράττειν προηγείται αναμφισβήτητα της θεωρίας, η οποία αποτελεί μέρος του. Η συγκρότηση της εργατικής τάξης δεν συντελέστηκε προφανώς μέσα στο κεφάλι του Μαρξ. Αντίθετα υπήρξε, όπως τονίζουμε και στο «η πολιτική…», μια διαδικασία αυτοδημιουργίας, η οποία επηρεάστηκε από, αλλά και διαμόρφωσε παράλληλα, τις ανθρωπολογικές και κοινωνιολογικές συνθήκες, εν μέσω των οποίων έλαβε χώρα. Είναι γνωστό το παράδειγμα των πρώτων εργατικών ενώσεων στη Βρετανία, το πώς μέσα από αυτές ξεπήδησαν θεσμοί αυτομόρφωσης, αλληλοβοήθειας κλπ. Η ισότητα, η αλληλεγγύη, η ελευθερία και όλες οι αξίες από τις οποίες διαπνεόταν το κλασσικό εργατικό κίνημα δεν υπήρξαν πάντοτε αυτονόητες επιδιώξεις. Τουναντίον, η διερώτηση για το κατά πόσο οι θεσμοί και οι νόμοι της κοινωνίας είναι δίκαιοι υπήρξε ίδιον πολύ συγκεκριμένων ιστορικών περιόδων και ανεπτύχθη σε καθορισμένα γεωγραφικά μήκη και πλάτη. Η εξαθλίωση, η στυγνή εκμετάλλευση, η κατάφωρη αδικία που χαρακτηρίζουν το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας των ανθρώπινων κοινωνιών, το γεγονός ότι αυτές οι τελευταίες υπήρξαν διαχρονικά θεμελιωμένες στη βάση των αρχών των προνομίων και της αποκλειστικότητας δεν απετέλεσε ποτέ ικανή συνθήκη για την άρθρωση ενός προτάγματος επαναθέσμισης, μετασχηματισμού της κοινωνίας. Τα κοινά συμφέροντα των σκλάβων που πέθαναν σαν τις μύγες στις πυραμίδες δεν στάθηκαν αρκετά να αποτελέσουν τη μήτρα επαναστάσεων. Ιδού λοιπόν, νομίζουμε πως διαφαίνεται σε τη συνίσταται η διαφορά ανάμεσα στην ύπαρξη κοινών συμφερόντων και στην πεποίθηση ότι τέτοια υφίστανται.

Τι είναι άραγε εκείνο που οδηγεί στην ανάδυση αξιών όπως οι προαναφερθείσες; Η εμφάνιση τους δεν μπορεί να «εξηγηθεί». Δεν μπορεί να αναχθεί σε συγκεκριμένες «αντικειμενικές συνθήκες». Ασφαλώς αυτές οφείλεται να ληφθούν υπόψη στη αναγκαία απόπειρα διαύγασης της ιστορίας, αλλά ο ρόλος τους είναι κάθε άλλο παρά καθοριστικός. Είναι απαραίτητο να επιχειρήσουμε να κατανοήσουμε την ανθρώπινη δημιουργία, αλλά είναι μάταιο να προσπαθήσουμε να την «εξηγήσουμε». Το εργατικό κίνημα χρειάζεται να θεωρηθεί εντασσόμενο εντός των πλαισίων μιας πραγματικότητας, η οποία διέπεται από μια σύγκρουση. Όχι όμως από μια απλή σύγκρουση συμφερόντων, αλλά μια σύγκρουση ανάμεσα στο καπιταλιστικό φαντασιακό που διακηρύττει πως οφείλουμε να γίνουμε κύριοι της φύσης από τη μία και από την άλλη του προτάγματος της αυτονομίας, του χειραφετησιακού προτάγματος. Αλλά και πάλι δεν πρόκειται απλά και μόνο για μια σύγκρουση. Τα δύο αντινομικά αυτά στοιχεία αλληλοεπικαλύπτονται. Καθώς αντιμάχονται το ένα το άλλο, αλληλεπιδρούν, εντός των ορίων μιας πραγματικότητας, της οποίας οι πτυχές διαμορφώνονται, η οποία μεταβάλλεται από αυτή τη σύγκρουση. Ένα αμφίδρομο μπόλιασμα συντελείται. Και στη διαδικασία αυτή, διαμέσου της οποίας τείνουμε να οδηγηθούμε στην τελική επικράτηση της πρώτης εκ των δύο πτυχών –εξέλιξη την οποία αγωνιζόμαστε να αποτρέψουμε–, πρέπει να αποδοθεί ο εκφυλισμός του επαναστατικού κινήματος.

Η αντινομία που περιγράφηκε προηγούμενα χαρακτηρίζει τη δυτική παράδοση. Κληροδότημα της ίδιας παράδοσης αποτελεί το πολιτικό φαντασιακό, βάσει του οποίου χαράσσεται μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην κοινωνία αφενός και τη θεσμισμένη εξουσία αφετέρου. Εάν όμως δεχτούμε πως υφίσταται αυτή η ρητή διάκριση αναμεταξύ των εκμεταλλευτών και των εκμεταλλευόμενων, των εξουσιαστών και των εξουσιαζόμενων, τότε είναι εντελώς ακατανόητο το πώς η μειοψηφία των πρώτων επιβάλει διαχρονικά την κυριαρχία της επί των δεύτερων δια της βίας, μέσω του καταναγκασμού. Και η συνθήκη αυτή θα εξακολουθεί να φαντάζει παράδοξη, εφόσον αδυνατούμε ή αρνούμαστε να συλλάβουμε ότι ακόμη και τα πλέον δεσποτικά καθεστώτα θα ήταν αδύνατο να μακροημερεύσουν δίχως την «εσωτερίκευση» των «αξιών» που πρεσβεύουν από την πλειοψηφία της κοινωνίας. Τότε δεν απομένει παρά να κατασκευάζει κανείς άλλοθι για την κοινωνία. Ο «απλός κόσμος» δεν είναι δυνατόν να γνωρίζει, είναι καταδικασμένος στην αμάθεια, παραπλανείται από το θέαμα, αναγκάζεται να καταναλώνει, είναι έρμαιο στις ορέξεις της εξουσίας, διαφθείρεται από αυτήν, από τις… κοινωνικές υπερδομές του καπιταλισμού (sic). Είναι άμοιρος ευθυνών. Και ασφαλώς αυτή η αντιμετώπιση των ανθρώπων ως άμαθα μειράκια που κάνουν το πιπί τους όπου βρουν αποδεικνύεται εξόχως βολική, καθότι παρέχει τη δυνατότητα σε όσους την προβάλλουν να νομιμοποιήσουν την αυταρχική τους νοοτροπία. Να αυτοαναχθούν σε πατερούληδες που θα μεριμνήσουν για το καλό των άτακτων παιδιών, λαμβάνοντας έκτακτα μέτρα, αν αυτό κρίνουν σκόπιμο.

Και βέβαια εντοπίζεται και μια ακόμη σοβαρή ανακολουθία που εκπηγάζει από αυτήν τη θέση, βάσει της οποίας δεν πρέπει να τρέφουμε υπέρμετρες προσδοκίες, να έχουμε παράλογες απαιτήσεις από την κοινωνία. Γιατί ήταν ο «απλός κόσμος» –που ποτέ δεν είναι τόσο απλός, όσο απλοϊκή είναι η σκέψη εκείνων, οι οποίοι διακηρύττουν κάτι αντίστοιχο– αυτός που δημιούργησε τα σοβιέτ, τα εργοστασιακά συμβούλια, εκείνος πού διαμόρφωσε δημοκρατικούς θεσμούς όπου κάνουν την εμφάνιση του οι αρχές της ανακλητότητας, της περιοδικότητας, της λογοδοσίας των εκπροσώπων. Όλα αυτά δεν έγιναν από μια κοινωνία διαφορετική από τη σημερινή. Σήμερα, όπως έχουμε επανειλημμένα αποπειραθεί να το δείξουμε, ζούμε σε μια άλλη κοινωνία. Οι άνθρωποι που την απαρτίζουν είναι άλλοι.

Είπαμε και προηγούμενα ότι το κοινωνικό πράττειν προηγείται της θεωρίας. Ως εκ τούτου μια επαναστατική πολιτική ομάδα οφείλει να συνδεθεί με την κοινωνική κίνηση της εποχής της. Τι συμβαίνει, όμως, όταν διαπιστώνουμε να επικρατεί η απόλυτη ακινησία; Ο κύκλος κατά τον οποίον οι κοινωνίες μετατοπίζονταν περιοδικά από την απάθεια στο προσκήνιο της ιστορίας, υπήρξε έως τώρα συνεχής. Αλλά σήμερα η περιρρέουσα αποχαύνωση διακρίνεται από χαρακτηριστικά καινοτόμα. Αυτό οφείλει να ληφθεί υπόψη για να διατηρηθούν οι ελπίδες να εξέλθουμε από την υφιστάμενη συγκυρία. Όπως επίσης είναι ζωτικής σημασίας το να κατανοήσουμε πως οδηγηθήκαμε ως εδώ. Αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί, ενόσω παραμένουμε, τρόπον τινά, θεματοφύλακες της επαναστατικής παράδοσης. Εμείς σε καμία περίπτωση δεν αναλωνόμαστε σε αφορισμούς, όπως μας καταλογίζει ο βααλ. Απλούστατα υπογραμμίζουμε αυτό που θα έπρεπε υπό κανονικές συνθήκες να αποτελεί αυτονόητο. Η επανάσταση, εάν ποτέ έρθει, δεν θα γίνει με το τίποτα, δεν θα συντελεστεί εν κενώ, αλλά θα προκύψει από το πουθενά, καθότι δεν θα ανάγεται σε οτιδήποτε έχει προϋπάρξει, κάτι που άλλωστε θα συνιστούσε οξύμωρο.

Οφείλουμε λοιπόν να εγκαινιάσουμε με την παράδοση μια σχέση δημιουργική. Διεπόμενη από το διαρκή αναστοχασμό. Εάν παραμένουμε εγκλωβισμένοι σε παραδοσιακές, παρωχημένες κατηγορίες, εάν δεν αντιλαμβανόμαστε τις αλλαγές που έχουν συντελεστεί στο πέρασμα του χρόνου, μην έχοντας συναίσθηση της πραγματικότητας, τότε κινδυνεύουμε να καταντήσουμε γραφικοί και να εντοπίζουμε κοινωνικές συγκρούσεις εκεί, οπού κάθε τι άλλο παρά αυτές λαμβάνει χώρα. Να περνάμε τους πόθους μας για πραγματικότητα, να αναζητούμε θαύματα που θα αναζωογονήσουν, θα ενδυναμώσουν την πίστη μας στην επανάσταση. Αυτό συνέβη στην περίπτωση της Λευκίμμης, οπού ορισμένοι, διασπείροντας τη σύγχυση που τους διακατέχει, βαφτίζουν μια σύγκρουση που έχει ως αντικείμενο τα σκουπίδια που κανείς δεν θέλει στην πόρτα του, αλλά θέλει να τα εναποθέσει στο κατώφλι του διπλανού του, κοινωνική εξέγερση. Εμείς, προφανώς, έχοντας αποκομίσει τη συγκεκριμένη εικόνα κατόπιν στενής παρακολούθησης των τεκταινόμενων από τον περασμένο Νοέμβριο, δεν βρίσκουμε κανένα… προνομιακό πεδίο δράσης εν μέσω αυτής της κατάστασης, μιας και δεν είμαστε διατεθειμένοι να κοροϊδέψουμε κανέναν με πρώτον απ΄ όλους τον εαυτό μας.

Στο ζήτημα αυτό ενδεχομένως να επανέλθουμε εκτενέστερα στο προσεχές μέλλον, αλλά τη φορά αυτή όχι απαντώντας στο βααλ, ο οποίος στη νέα του συνεισφορά στο διάλογο που έχουμε ανοίξει –και η οποία υπέπεσε στην αντίληψη μας, ενώ είχαμε ήδη γράψει πέραν του ημίσεως της παρούσας απάντησης– καταφέρθηκε εναντίον μας, επ΄ αφορμή της θέσης που λάβαμε στην πρόσφατη ανακοίνωση μας για τα γεγονότα με τον εύγλωττο τίτλο «τρία πουλάκια κάθονταν». Δεν κρίνουμε σκόπιμο να συνεχίσουμε έναν διάλογο, όπου ο συνομιλητής ως μόνο μέλημα του κατά τα φαινόμενα έχει να μας επαναφέρει στο «ορθό δρόμο» της επανάστασης, –είναι, άλλωστε, πλέον γνωστό τοις πάσοι ότι παρεκκλίνουμε– προσγειώνοντας μας στην πραγματικότητα με την οποία ο ίδιος προφανώς έχει εγκαινιάσει μια προνομιακή σχέση, διαμέσου της οποίας καθίσταται διάμεσος της, medium, ούτως ώστε διαμέσου των χειλών του –και εν προκειμένω του πληκτρολογίου του– να ομιλεί η ίδια αυτοπροσώπως! Εμείς νομίζαμε ότι σε ένα διάλογο αντιπαρατίθενται γνώμες και όχι θέσφατα. Αλλά, όπως θα σας είναι ήδη γνωστό, αγαπητοί σύντροφοι και συντρόφισσες, η επίκληση της πραγματικότητας ως άλλης κολυμπήθρας του Σιλωάμ δεν αντιφάσκει καθόλου, κάθε άλλο μάλιστα, με το να είναι κανείς βυθισμένος έως τα ρουθούνια στην ιδεολογία. Άλλωστε σε τι μπορεί να ωφεληθεί από έναν διάλογο μαζί μας ο βααλ κατόπιν όλων αυτών, όταν είναι πρόδηλο πως ημείς ευρισκόμεθα εκτός τόπου και χρόνου και είμεθα ηλίθιοι. Δηλώνουμε ευθαρσώς ένοχοι για αμφότερες τις κατηγορίες. Είμαστε εκτός τόπου και χρόνου, όταν οι δύο τελευταίοι συγκροτούν τον ιδιόκοσμο του «χώρου» που ασφαλώς είναι άλλος από αυτόν στον οποίον εμείς ζούμε. Είμαστε επίσης, αν όχι ηλίθιοι, τουλάχιστον αφελείς, αφού πιστέψαμε ειλικρινώς πως ήταν δυνατή η διεξαγωγή ενός διαλόγου με το βααλ, παραβλέποντας το συχνά πατερναλιστικό ύφος του. Και τουλάχιστον να ήταν σε κατάλληλη ηλικία να γίνει ο πατερούλης μας… Ας περίμενε τουλάχιστον να ασπρίσουν πρώτα τα μαλλιά του, ώστε να πείθει περισσότερο ως σοφός. Τέλος πάντων εμείς δεν σκοπεύουμε να ανεχθούμε περαιτέρω ηθικοδιδακτισμούς. Έχουμε άλλωστε καταστεί αποδέκτες πληθώρας τέτοιων τελευταίως… Κλείνοντας, δεν μπορούμε παρά να συμφωνήσουμε με το βααλ σε ένα πράγμα: δεν υπάρχει αισιοδοξία ή απαισιοδοξία. Υπάρχει από τη μία η διάθεση να δεις κατάματα την πραγματικότητα και να αποπειραθείς να την ερμηνεύσεις και από την άλλη η ονειροπόληση.

Υ.Γ: Κάνουμε γνωστό ότι κάνουμε ό,τι κάνουμε επειδή δεν μας αρέσει το ποδόσφαιρο και βρήκαμε τις συνελεύσεις για να γεμίζουμε τις Κυριακές μας. Άλλωστε, ως γνωστόν, ο ελεύθερος χρόνος είναι καταναλώσιμος χρόνος - εμπόρευμα, προέκταση του χρόνου παραγωγής και τα συναφή.