Tuesday, November 20, 2007

Η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της "ανάπτυξης"

Διεξήχθη χθες, όπως είχε προγραμματιστεί, η εκδήλωση μας με θέμα «η οικολογία ως ζήτημα κατ’ εξοχήν πολιτικό – η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της “ανάπτυξης”». Η προσέλευση του κόσμου κρίνεται μάλλον ικανοποιητική, μιας και ο αριθμός όσων παρευρέθησαν στη συζήτηση προσέγγιζε –ίσως μάλιστα και να ξεπερνούσε– τους 40. Το πλέον θετικό είναι, ότι προέκυψαν τοποθετήσεις από μεγάλο μέρος των συμμετεχόντων, με τους περισσότερους/-ρες να επανέρχονται επανειλημμένα. Βέβαια –όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις– η συζήτηση σε μεγάλο μέρος της «ξέφυγε», θα λέγαμε, από το προκαθορισμένο θέμα, κάτι το οποίο, εκτός του ότι είναι σχεδόν αναπόφευκτο, δεν είναι απαραίτητα κακό, αφήνοντας μας, όμως, στην προκειμένη περίπτωση με την αίσθηση, ότι πολλά που θα μπορούσαν και θα θέλαμε να ειπωθούν, δεν ειπώθηκαν. Σε αυτή την αίσθηση συνέτεινε και το γεγονός, ότι αναγκαστήκαμε να διακόψουμε την εκδήλωση ­­–η οποία ως… είθισται άρχισε με αρκετή καθυστέρηση, λόγω της αργοπορίας του κόσμου– πρόωρα, στις 21:00 περίπου, εξαιτίας προβλήματος με την αίθουσα και ενώ διαφαινόταν η διάθεση των περισσοτέρων για συνέχιση της. Έτσι πολλά ζητήματα παρέμειναν μετέωρα, πάνω στο άγχος μας να πούμε, όσα είναι αδύνατο να λεχθούν σε κάτι παραπάνω από μια ώρα. Όπως και να ‘χει, νομίζουμε, ότι ο καθένας μπόρεσε να εξάγει τα συμπεράσματα του, και ευελπιστούμε η συζήτηση να συνέβαλλε κατά το δυνατό στη διερώτηση αναφορικά με τα όσα απετέλεσαν αντικείμενο της. Ακολουθεί το κείμενο της εισήγησης, όπου αποτυπώνονται σαφώς η θέσεις μας. Ελπίζουμε να ανατρέξουν σε αυτό όσοι από τους παρευρισκόμενους δεν είναι «ακουστικοί τύποι». Οι όποιες παρατηρήσεις είναι ευπρόσδεκτες στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση, η οποία παρατίθεται στα αριστερά της σελίδας. Δεν παρέχουμε –προς το παρόν τουλάχιστον– τη δυνατότητα σχολιασμού στο blog, καθώς κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την από μέρους μας δέσμευση, ότι θα απαντούσαμε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο δεν μπορούμε να εγγυηθούμε. Αυτά.


Η οικολογία ως ζήτημα κατ’ εξοχήν πολιτικό – η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της «ανάπτυξης»

Το οικολογικό πρόβλημα είθισται να αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα μιας ιδιότυπης «πολιτικής ορθότητας», ανάλογης με εκείνην που επιφυλάσσεται σε ζητήματα όπως αυτό της πείνας στον τρίτο κόσμο. Σε αυτό συνηγορούν φερ’ ειπείν τα διάφορα live aid που διοργανώνονται κατά καιρούς, έχοντας ως σκοπό τους, υποτίθεται, την ευαισθητοποίηση, τη στιγμή που συμβάλλουν στον εφησυχασμό. Όλοι, διαρρηγνύοντας τα ιμάτια τους, διατυμπανίζουν την οργή τους, την ευαισθησία τους, την ανησυχία τους, τη λύπη τους κ.ο.κ, σύμφωνα με ότι επιτάσσει η εκάστωτε περίσταση. Πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο, του οποίου γίναμε μάρτυρες, με αφορμή την καταστροφή που προκλήθηκε από τις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού, η οποία καταστροφή αντιμετωπίστηκε με την πρέπουσα εθνική ομοψυχία που επιφυλάσσεται ως αντιμετώπιση σε κάθε σοβαρό ζήτημα στην Ελλάδα, συμβάλλοντας τα μέγιστα στη συγκάλυψη των πραγματικών του διαστάσεων και αιτιών. Αυτή η τάση για συσκότιση, για αποποίηση της όποιας ευθύνης αποτελεί, νομίζουμε, κοινή συνισταμένη ανάμεσα στη φιλανθρωπία και το όψιμο, επιφανειακό ενδιαφέρον για τα του περιβάλλοντος. Υπάρχουν βέβαια και σημαντικές διαφορές. Για παράδειγμα η λήψη δρακόντειων μέτρων ενάντια στη μετανάστευση και η ανέγερση τειχών μπορεί να συμβάλλουν στην αναχαίτιση των εξαθλιωμένων του Νότου που επιχειρούν να εισέλθουν στη «γη της επαγγελίας» για πόσο άραγε αλλά δεν αναμένεται να αποτελέσουν εμπόδιο για τις οδυνηρές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.

Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, γίνεται κατανοητό, πιστεύουμε, το γιατί η αποψινή συζήτηση έχει ως θέμα της τη διερεύνηση των όσων συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία της εκτυλισσόμενης περιβαλλοντικής κρίσης. Και κατά τη γνώμη μας οι αιτίες αυτές δεν μπορούν, παρά να αναζητηθούν στο καπιταλιστικό φαντασιακό και τη σημερινή παντοκρατορία του. Ήδη με την επικράτηση του καπιταλισμού εισάγεται μια καθοριστική για ότι επακολουθεί καινοτομία, η οποία αφορά στην τοποθέτηση της οικονομικής δραστηριότητας στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής. Η εξέλιξη αυτή συνιστά γεγονός πρωτόγνωρο στο ρου της ιστορίας. Ενώ σε προγενέστερες του καπιταλισμού κοινωνικοϊστορικές περιόδους η διαδικασία της παραγωγής και η οικονομική δραστηριότητα εν γένει εντασσόταν στα πλαίσια άλλων κοινωνικών δραστηριοτήτων, τώρα πια αυτονομείται, καταλαμβάνοντας εν τέλει κάθε άλλη κοινωνική σφαίρα. Το οικονομικό κίνητρο υποκαθιστά κάθε άλλο, ούτως ώστε να έχουμε μία ανθρωπολογική και κοινωνιολογική μετάλλαξη, θα λέγαμε, η οποία με τη σειρά της έχει ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου, του «homo economicus», του ανθρώπου - υπολογιστή, κύριο μέλημα του οποίου είναι να σταθμίζει το κάθε τι με βάση το προσδοκώμενο οικονομικό και πιο συγκεκριμένα χρηματικό όφελος, τακτική στην οποία ωθείται και από την ίδια την ανάγκη του για επιβίωση.

Προκύπτει, λοιπόν, η επιδίωξη της «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», η οποία ανάπτυξη ανάγεται σε αυτοσκοπό, προβαλλόμενη ταυτοχρόνως ως «ορθολογική» εντελώς αναιτιολόγητα, χωρίς καμία απάντηση να δίνεται στο εύλογο ερώτημα που γεννάται αναφορικά με αυτήν την καταφανώς ψευδεπίγραφη «ορθολογικότητα». Ο ισχυρισμός αυτός απλά αντλεί το υποτιθέμενο κύρος του από την «ορθολογική» χρήση των μέσων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Αγνοείται βέβαια ότι βάσει αυτής της αντίληψης, οδηγούμενης στην ακραία της συνέπεια, θα έπρεπε ο αφανισμός της Χιροσίμα να θεωρηθεί ορθολογική ενέργεια, αφού η ατομική βόμβα είναι «ορθολογική» ως απότοκο της επίτευξης της διάσπασης του ατόμου. Ο εργαλειακός αυτός ορθολογισμός, περιοριζόμενος στη σφαίρα του «μετρίσιμου», μεταφράζεται στην αποσκοπούμενη μείωση του κόστους και του χρόνου παραγωγής που συνεπάγεται την αύξηση του κέρδους. Ως φυσικό παρεπόμενο προκύπτει η καθιέρωση της ελαχιστοποίησης/μεγιστοποίησης, η εγκαθίδρυση δηλαδή των οικονομικών κριτηρίων ως υπέρτατης αξίας. Περιττεύει ίσως να αναφερθούμε στο γεγονός, ότι σε αυτήν την εξίσωση το κόστος είναι μάλλον στενά προσδιορισμένο, μιας και περιορίζεται αυστηρά στο χρηματικό τομέα. Όποιο άλλο κόστος που ενδεχομένως αφορά ανθρώπινες ζωές, την υποβάθμιση τους, την καταστροφή του περιβάλλοντος δεν συνυπολογίζεται. Η πεισματική άρνηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ να θέσει σε εφαρμογή το πρωτόκολλο του Κιότο, φέροντας ως επιχείρημα για τη μη συμμόρφωση της, τις συνέπειες που η εφαρμογή της συνθήκης θα είχε σε σχέση με την επιβράδυνση των ρυθμών της οικονομίας τους, αποτελεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα ανάμεσα σε πληθώρα αντίστοιχων παραδειγμάτων διεθνώςτης «ορθολογικότητας» του καπιταλισμού.

Βρισκόμαστε ενώπιον της εξώθησης του φαντασιακού της απεριόριστης επέκταση της «ορθολογικής κυριαρχίας» στην ακραία του συνέπεια. Βέβαια η κυριαρχία αυτή ούτε ορθολογική είναι, για τους λόγους που ήδη αναφέραμε, αλλά ούτε και κυριαρχία. Ο αποσκοπούμενος εντεινόμενος έλεγχος του ανθρώπου επάνω στη φύση και τους άλλους ανθρώπους αποδεικνύεται περίτρανα, πως δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από μια Χίμαιρα, μιας και έχει ως φυσικό παρεπόμενο την δημιουργία καταστάσεων απολύτως ανεξέλεγκτων και απρόβλεπτων, μπροστά στις οποίες ο άνθρωπος φαντάζει εντελώς ανήμπορος. Η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί ενδεικτικό σημείο της συνθήκης αυτής, εντός της οποίας ο καπιταλισμός εξακολουθεί να αυτοαναγορεύεται σε καθεστώς «βέλτιστο» και αναπόφευκτο μαζί, τη στιγμή που ο συμβιβασμός με αυτήν την εξόφθαλμη αντινομία προσδίδει χαρακτήρα μοιραίου γεγονότος στην οικολογική καταστροφή, καθιστώντας την αυθεντικά αναπόφευκτη.

Επιχειρώντας να το θέσουμε κάπως σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι με την επικράτηση του καπιταλιστικού φαντασιακού συντελείται μια μετάβαση από τις θρησκευτικές κοινωνίες στις κοινωνίες της θρησκευτικοποιημένης «προόδου». Αφού διευκρινίσουμε εξ’ αρχής, προς αποφυγή τυχών παρεξηγήσεων, αυτό που σε εμάς φαντάζει αυτονόητο, ότι δηλαδή η όποια οπισθοδρόμηση αφενός δεν αποτελεί απάντηση, αφ’ εταίρου δεν είναι εφικτή, αλλά και να ήταν δεν είναι θεμιτή, διαπιστώνουμε, ότι η θέση της θρησκείας έως πρότινος λειτουργούσε ως υπενθύμιση των ορίων που όφειλαν να διέπουν τη δράση του ανθρώπου γενικότερα και ειδικότερα, όσον αφορά το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ, ως υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος της φύσης, αλλά υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που ορίζει τον κόσμο. Ο θεός εξυπηρετεί την «προσωποποίηση» της αβύσσου, του αχανούς σύμπαντος, εντός του οποίου ο άνθρωπος νιώθει ανίσχυρος, καθιστώντας το εγγύτερο στα ανθρώπινα μέτρα και λιγότερο εχθρικό. Διαμέσου της θρησκείας ικανοποιείται η ανάγκη της ψυχής για νόημα και αποκρύπτεται το δυσβάστακτο γεγονός, ότι δεν υπάρχει κανείς και τίποτα στο σύμπαν που να ενδιαφέρεται για την ύπαρξη ή τον αφανισμό μας, αλλά τα πάντα διακρίνονται από μια τυχαιότητα. Σε πλήρη αντιδιαστολή με όλα αυτά έρχεται η προαναφερθείσα, ακραία αλαζονική ενθρόνιση του ανθρώπου στη θέση του κυρίου της φύσης. Αυτή η ψευδαίσθηση παντοδυναμίας, η οποία αναμφίβολα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της αρχαιοελληνικής ύβρεως, είναι έκδηλη για παράδειγμα, στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες χειρίζονται το θέμα της θνητότητας. Ο θάνατος είναι ένα ζήτημα που επιλέγεται να κρύβεται κάτω από το χαλί. Το να γεράζει κανείς, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως όνειδος, αντιμετωπίζεται ως γραφικότητα. Μια αντιμετώπιση ανάλογη αυτής που επιφυλάσσεται στη ζωή της υπαίθρου, η οποία, άλλωστε, από άποψη πληθυσμιακής συγκρότησης είναι γερασμένη. Το φαινομενικά παράδοξο είναι, ότι η ψύχωση της αιώνιας νεότητας και του πόθου της αθανασίας που εκτρέφεται και από τη βιοτεχνολογία –τον κατ’ εξοχήν τομέα που σχετίζεται με την κυριάρχηση επάνω στη φύση– συμπίπτει με τη διαρκή υποβάθμιση της ζωής, τη συνυφασμένη με το κενό νοήματος από το οποίο πάσχει η σύγχρονη παρηκμασμένη Δύση. Κενό που, παρότι εξόχως δυσαναπλήρωτο, πασχίζεται να γεμίσει εις μάτην με μύρια όσα υποκατάστατα, κυρίως δε με την κατανάλωση, διαμέσου της οποίας επιχειρείται να παρασχεθεί η δυνατότητα αυτoεκπλήρωσης του ατόμου, η οποία δεν προσφέρεται στη μεταμοντέρνα κοινωνία.

Αυτό το συντελεσμένο πλέον πέρασμα από την οικονομία της ανακύκλωσης –όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν και ξανα-χρησιμοποιούσαν τα πάντα με φειδώ, προνοώντας, για να έχουν– στις οικονομίες της αλόγιστης σπατάλης– όπου το κάθε τι πετιέται, μόλις πάψει να είναι στη μόδα ή βγει το επόμενο μοντέλο– εκτός του ότι επιφέρει την εξοργιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, προοριζόμενο να παράγει περισσότερα, για να είναι σε θέση να καταναλώνει περισσότερα, όπως είναι αυτονόητο, έχει ολέθριες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Δεν υπάρχει σωτηρία για το περιβάλλον, όσο η οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο, για τον απλούστατο λόγο ότι η συνεχής αύξηση της ζήτησης είναι για την καπιταλιστική οικονομία ζωτική συνθήκη. Είναι ξεκάθαρη σε αυτό το σημείο η δραματική διάψευση της θέσης του Μαρξ, ότι ο καπιταλισμός μέλει να καταρρεύσει υπό το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων, αδυνατώντας να παράσχει τα αναγκαία στους προλετάριους. Σήμερα η μεγάλη πλειοψηφία αν δεν το έχει ήδη κάνει, μπορεί να ελπίζει, πως θα αποκτήσει μικροϊδιοκτησία. Η ατομική ευζωία είναι το όνειρο, με το οποίο γαλουχούνται οι νέες γενιές, μυούμενες στον καταναλωτισμό, εκγυμναζόμενες, ώστε να χαρακτηρίζονται από μια τάση επίδειξης ήδη από τη νηπιακή ηλικία, όπως είναι ίσως σε θέση να διακρίνουν όσοι έχουν παιδιά. Η αυτονόμηση της επιστήμης σήμανε μεταξύ άλλων τη δυνατότητα δημιουργίας νέων «αναγκών». Η επιστήμη δεν έχει, ούτως ή άλλως, σκοπό. Μπορεί έτσι να εφευρίσκεται ένα νέο προϊόν και στη συνέχεια αποτελεί θέμα χρόνου η εφεύρεση μιας «ανάγκης», η οποία το καθιστά εμπορεύσιμο. Είναι πρόδηλη η κατεύθυνση της ανάπτυξης της τεχνολογίας και αυτή δεν είναι η ανθρώπινη χειραφέτηση από «το βασίλειο της αναγκαιότητας». Θα μπορούσε η χρήση της να οδηγήσει στη δραστικότατη μείωση των ωρών εργασίας αν όχι στη σχεδόν πλήρη εξάλειψη της ανάγκης για χειρωνακτική εργασία. Αντ’ αυτού ο επονομαζόμενος «ελεύθερος χρόνος» συνιστά και αυτός προέκταση του χρόνου παραγωγής, ο ποίος με τη σειρά του διακρίνεται από τις αλλοτριωτικές εργασιακές σχέσεις, τις θεμελιωμένες στον ανταγωνισμό. Ο εργαζόμενος δεν ξέρει τι είναι αυτό το οποίο παράγει, γιατί παράγεται, αν χρησιμεύει κάπου και βέβαια δεν έχει λόγο πάνω στη διαδικασία παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά είναι πρόθυμος να ανταλλάσει τη δημιουργική του δύναμη με τη δυνατότητα απόκτησης εμπορευμάτων, αποδεχόμενος το πολλαπλό τίμημα, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η λεηλασία της φύσης.

Αν και η επιστήμη απολαμβάνει τυφλής εμπιστοσύνης στο πεδίο της τεχνολογίας, δεν επιφυλάσσεται εξίσου ενθουσιώδης υποδοχή στα πορίσματα της που αφορούν άλλους τομείς, όπως αυτός της κλίματος. Παρότι είναι σχεδόν ομόφωνο το συμπέρασμα των ειδικών επιστημόνων, σύμφωνα με το οποίο η ευθύνη για το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη και τη συνακόλουθη κλιματική αλλαγή επιρρίπτεται στον ανθρωπογενή παράγοντα, οι ιθύνοντες –και κατ’ επέκταση οι κοινωνίες που τους διορίζουν– μοιάζουν να κωφεύουν. Ο πάγιος ισχυρισμός είναι, ότι όλα αυτά δεν έχουν ακόμα αποδειχτεί. Βέβαια η κοινή λογική υπαγορεύει, ότι όταν πλέον αποδειχτούν όλα αυτά, θα είναι μάλλον αργά και ότι θα ήταν πιο σοφό να ληφθούν προληπτικά μέτρα και αν οι επιστήμονες διαψευσθούν, τότε εντάξει. Αυτή τη στάση θα επέβαλλε η ύπαρξη στοιχειώδους φρονήσεως. Η παντελής της έλλειψη, όπως κι εκείνη της υπευθυνότητας, είναι κραυγαλέα πρωτίστως ανάμεσα στους «υπεύθυνους».

Φυσικά αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, μιας και η λογοδοσία, η αναζήτηση της ευθύνης είναι έννοιες σύμφυτες με τη δημοκρατική πολιτική, η οποία ασκείται από τις ίδιες τις κοινωνίες, όταν εκείνες έρχονται στο προσκήνιο. Σήμερα, όπως είναι ευνόητο, κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει. Το πρόταγμα της αυτονομίας με την ευρύτερη του έννοια, το οποίο συνυπήρχε με το καπιταλιστικό φαντασιακό από το Διαφωτισμό και ύστερα, τείνει να εκλείψει και μαζί με αυτό οι κοινωνικές συγκρούσεις, χωρίς τις οποίες η εξέλιξη του καπιταλισμού είναι, από ένα σημείο και ύστερα, ακατανόητη. Το εργατικό κίνημα με τις διεκδικήσεις του είναι εκείνο, το οποίο, άθελα του, «σώζει» ξανά και ξανά τον καπιταλισμό που θα είχε βυθιστεί σε έναν ωκεανό αδιάθετων εμπορευμάτων αν κυριαρχούσε η τάση για περιορισμό της αμοιβής της εργασίας και αύξηση των ωραρίων. Αυτή η υποχώρηση των κοινωνικών κινημάτων, που την τελευταία τριακονταετία περίπου υπήρξε δραματική, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον καπιταλισμό, συντείνει στην παρακμή της Δύσης και καθιστά δυσεπίλυτο το οικολογικό πρόβλημα. Ο καιροσκοπισμός είναι τόσο κραταιός, που μοιάζει πιθανό το ενδεχόμενο της λήψης αυταρχικών μέτρων, όταν τα πράγματα θα έχουν πλέον οδηγηθεί στο απροχώρητο. Η επιστημονική φαντασία του Mad Max φαντάζει ολοένα και πιο προσιτή. Δηλώσεις όπως αυτή της Άγκελα Μέρκελ ως οικοδέσποινας σε μια πρόσφατη συνδιάσκεψη, ότι το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής πρέπει να θεωρείται εξίσου σημαντική απειλή με την Ισλαμική τρομοκρατία, δίνουν τροφή σε ζοφερές σκέψεις αν υποτεθεί, ότι η αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στο πρόβλημα, είναι ανάλογη της τρομοϋστερίας και της περιστολής των ελευθεριών στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Προς το παρόν οι προκρινόμενες «λύσεις» είναι εκείνες που αρμόζουν σε μια κοινωνία που μαστίζεται από την καλπάζουσα ιδιωτικοποίηση. Πρόκειται για «λύσεις» ατομικές –δηλαδή για μη - λύσεις εξ ορισμού– όπως η «οικολογική» κατανάλωση. Πράγμα αναμενόμενο όταν έχουμε ως δεδομένο το έλλειμμα συλλογικότητας, από το οποίο χαρακτηρίζεται αυτή η εποχή, ενδεικτικό του οποίου είναι το γεγονός ότι η όποια «κινητοποίηση» έχει το μεταμοντέρνο χαρακτήρα των διαμαρτυριών στο σύνταγμα, οι οποίες –βουβές όντας– παραμένουν μια «συνάθροιση» ατομικοτήτων. Και φυσικά αναδύεται το εξής απλό ερώτημα. Αν ορίσουμε ως οικολογία την ανάγκη να λαμβάνεται υπ’ όψιν το περιβάλλον εντός του οποίου εκτυλίσσεται η κοινωνική ζωή, τότε τι συμβαίνει όταν η ίδια η κοινωνική ζωή δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν; Όταν δηλαδή επικρατεί η τραγική πλάνη, ότι η κοινωνία είναι κακός μπελάς και θα ήταν καλύτερα να μην υπήρχε; Το συμπέρασμα μάλλον είναι, ότι η αποξένωση από τη φύση –που έχει ως παρεπόμενο την απουσία συναίσθησης των επιπτώσεων του καταναλωτικού lifestyle, την αδυναμία συνειδητοποίησης της κλιματικής αλλαγής, την επικράτηση της αίσθησης ότι οι επιστημονικές προειδοποιήσεις απευθύνονται σε εξωγήινους– είναι αλληλένδετη με την αποξένωση των ανθρώπων μεταξύ τους. Η κατάσταση επιδεινώνεται περεταίρω, δεδομένης της ανιστορικότητας των σύγχρονων κοινωνιών που δεν αναγνωρίζουν τα ίδια τους τα έργα, η οποία αποτυπώνεται στην ουσιαστική αδιαφορία τους για το μέλλον και ανοίγει το δρόμο για την έλευση της μοιρολατρίας και της παραίτησης. Ο χαρακτηρισμός «θεομηνία» που ακολουθεί το ξέσπασμα των ακραίων καιρικών φαινομένων φαντάζει οξύμωρος στις κοινωνίες που βαυκαλίζονται για την τεχνολογική τους «πρόοδο» που, όπως είδαμε, διακηρύττουν την κυριαρχία του «ορθού λόγου», ενώ φαντασιώνονται, ότι καθυπέταξαν τη φύση. Αποκαλύπτει όμως το γεγονός, ότι για τους λόγους αυτούς ακριβώς παραμένουν ετερόνομες.

Αυτή η αποκαρδιωτική εικόνα των κοινωνιών που βρίσκονται σε χαύνωση είναι σαφώς αναντίστοιχη με την κρισιμότητα του διακυβεύματος. Το ίδιο ισχύει και για τη διαχειριστικού τύπου αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης, η οποία πέραν του ότι αποδεικνύεται κατάφωρα κατώτερη της κρισιμότητας των περιστάσεων, προδίδει την αδυναμία απεγκλωβισμού από τα τρέχοντα ιδεολογήματα και την πολιτική ένδεια των σύγχρονων κοινωνιών. Επιπροσθέτως είναι προφανές, ότι η αντιμετώπιση αυτή εμφορείται από τις ίδιες αντιλήψεις που συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος. Παρούσα είναι η αλαζονεία της πεποίθησης περί «παντοδυναμίας» του ανθρώπου, ο οποίος εμφανίζεται σε θέση να αναστρέψει την κατάσταση, ελέγχοντας τις εξελίξεις, όποια στιγμή το θελήσει.

Οι διάφορες οικολογικές μη κυβερνητικές οργανώσεις και τα οικολογικά κόμματα στην πλειονότητα τους –όντας προϊόν της αφομοίωσης του οικολογικού κινήματος των δεκαετιών ’70 και ’80, το οποίο συγκαταλέγεται σε μια σειρά κινημάτων, όπως το γυναικείο, το αντιπολεμικό κ.ο.κ που αφομοιώθηκαν, επειδή δεν έθεταν ζήτημα εξουσίας– αδυνατούν να συλλάβουν το ζήτημα του περιβάλλοντος ως αδιαχώριστο από την κριτική του φαντασιακού της ανάπτυξης. Έτσι ανθεί το lobbying. Οι οικολογικές οργανώσει φιλοδοξούν να διαδραματίζουν ρόλο συμβουλευτικό της διαχωρισμένης από την κοινωνία εξουσίας και ελπίζουν να την τραβούν από το μανίκι, να της λένε «μην κάνεις εκείνο» και αυτή να υπακούει. Βέβαια σε αυτή μας την παρατήρηση θα αντέτειναν, ότι επιζητούν την κινητοποίηση της «κοινωνίας των πολιτών», όμως η συνάφεια της πρακτικής τους με την τρέχουσα σημασιοδότηση της πολιτικής ως πεδίο δράσης «ειδικών» συμβάλει μάλλον στην αδράνεια.

Η δε ταύτιση της πολιτικής με των οικονομισμό είναι άρρηκτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί να εισάγουν την αποτίμηση της κλιματικής αλλαγής σε οικονομικά μεγέθη. Η μόνη έκθεση που συγκίνησε τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες ήταν η πρόσφατη που υπολόγιζε σε μερικά τρισεκατομμύρια τη ζημιά στην παγκόσμια οικονομία από τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Το μόνο μέλημα τους είναι –όταν είναι και αυτό– η ανάγκη για διαιώνιση της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης, όπως υποδηλώνεται και απο την αερολογία περί «αειφόρου» ή «βιώσιμης» ανάπτυξης. Έτσι οι πιο συνειδητοποιημένοι από αυτούς αναζητούν τρόπους να κινητροδοτήσουν τους υπόλοιπους. Να σωθεί ο πλανήτης δηλαδή, αλλά να βγάλουμε και κάνα φράγκο! Ποιος αναλαμβάνει μια τόσο βαριά εργολαβία αφιλοκερδώς; Έτσι η οικολογία μπορεί να καταστεί μια κερδοφόρος ασχολία χάρη στην ανάπτυξη της επονομαζόμενης «πράσινης τεχνολογίας» ή τον «οικοτουρισμό». Αν συνυπολογίσουμε σε όλα αυτά την εκπόνηση περιβαλλοντικών μελετών από ειδικότητες του τύπου «μηχανικός περιβάλλοντος» συμπληρώνεται το πάζλ «οικολογία και μπίζνες».

Όμως το πρόβλημα της περιβαλλοντικής κρίσης δεν έχει να κάνει με μπίζνες. Είναι πρόβλημα κατ’ εξοχήν πολιτικό, που σχετίζεται με τη ριζική επαναξιολόγηση και επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων των κοινωνιών. Είναι συνδεδεμένο με την ανάγκη για ξεπέρασμα του φαντασιακού της ανάπτυξης που αποτελεί τροχοπέδη για κάθε πραγματική ανάπτυξη της ανθρωπότητας, καθώς και με την αποτίναξη της αντίληψης, βάσει της οποίας η ελευθερία προσεγγίζεται ως μια δικλείδα για τη διασφάλιση της δυνατότητας απόκτησης εμπορευμάτων και του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Για να καταστεί κάτι τέτοιο εφικτό προϋποτίθεται, ότι οι κοινωνίες, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σήμερα, θα είναι σε θέση να δημιουργήσουν νέες σημασίες, ώστε να προσδίδουν, ως οφείλουν, στον εαυτό τους νόημα, το οποίο δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά η συγκρότηση του είναι αναγκαία για την ανθρώπινη ψυχή. Θεωρούμε πως η οικολογία συνδέεται άρρηκτα με την ανάγκη για συνειδητή αυτοθέσμιση των κοινωνιών, με το πρόταγμα της αυτονομίας και το αίτημα του αυτοπεριορισμού που αυτό εισάγει. Τη διαπίστωση ότι τα όρια που οφείλουν να διέπουν τη δράση τους, οι κοινωνίες μπορούν να τα θέτουν οι ίδιες, χωρίς να υφίσταται η ανάγκη της επίκλησης κάποιου μπαμπούλα, για να είναι τα όρια αυτά σεβαστά. Και όπως ο αυτοπεριορισμός αυτός είναι αναγκαίος, όσον αφορά τους κανόνες που υιοθετούμε στη συμπεριφορά μας εντός της κοινωνίας, ένας αντίστοιχος αυτοπεριορισμός οφείλει να διέπει τη συμπεριφορά μας απέναντι στο περιβάλλον.