Monday, November 26, 2007

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ: ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΣΤΑ 1000 ΕΤΗ - ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ 50 ΕΥΡΩ!

Στην Κέρκυρα είχε κηρυχθεί για σήμερα απεργία για το ασφαλιστικό, μιας και στις 12/12 που πρόκειται να γίνει η πανελλαδική απεργία, το νησί παραλύει -ο Αη Σπυρίδωνας ντε!- και ελπίζει ενδεχομένως σε κάποιο θαύμα. Βρεθήκαμε στην πορεία του εργατικού κέντρου -το "ΠΑΜΕ" είχε, όπως θα μαντέψατε καλέσει ξεχωριστή συγκέντρωση- οπού φωνάξαμε αρκετά συνθήματα και μοιράσαμε το κείμενο που ακολουθεί.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ: ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΣΤΑ 1000 ΕΤΗ - ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ 50 ΕΥΡΩ!

Το ζήτημα του ασφαλιστικού στο άκουσμα και μόνο φέρνει συνειρμικά στο νου ένα «χρονίζον δυσεπίλυτο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας», για την διευθέτηση του οποίου αναζητούταν ανέκαθεν η κατάλληλη στιγμή. Φαίνεται, λοιπόν, πως η στιγμή αυτή έφτασε, αν και δεν καθίσταται σαφές, ποιες είναι αυτές οι συνθήκες, οι οποίες –«ωριμάζοντας», προφανώς– άνοιξαν τον δρόμο για την «εξυγίανση του συστήματος». «Εξυγίανση» η οποία συνεπάγεται τη συγχώνευση ταμείων, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και τη μείωση των συντάξεων. Βάσει των προθέσεών της αυτών καταλογίζεται στην κυβέρνηση η αθέτηση των προεκλογικών της δεσμεύσεων δια στόματος του αρχηγού της κ. Καραμανλή, σύμφωνα με τις οποίες τα προαναφερθέντα κεκτημένα δεν επρόκειτο να θιγούν. Μοιάζουν να αγνοούν οι αντιπολιτευόμενοι, ότι στην φιλελεύθερη ολιγαρχία που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται «δημοκρατία», ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ή από την κάλπη εν προκειμένω. Ότι τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται κεκτημένο, όταν η κοινωνία εκχωρεί την δυνατότητα λήψης αποφάσεων στους επαγγελματίες της πολιτικής. Και ενώ επισείεται το φόβητρο της «κατάρρευσης του συστήματος» και ως διέξοδος προβάλλεται το να δουλεύουμε περισσότερο, δεν φαίνεται αυτοί οι ίδιοι που κρούουν τον «κώδωνα του κινδύνου» να διακατέχονται από αντίστοιχη ανησυχία για το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής που απειλεί με κατάρρευση τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του, έχοντας ως γενεσιουργό αιτία, το γεγονός ακριβώς ότι δουλεύουμε περισσότερο, για να παράγουμε περισσότερα σκουπίδια, τα οποία εν συνεχεία καταναλώνουμε με καταστροφικές συνέπειες.

Το φλερτ του καπιταλισμού με την καταστροφή υπήρξε βέβαια διαχρονικό. Είναι αναρίθμητες οι περιστάσεις εκείνες, κατά τις οποίες ο καπιταλισμός διεσώθη χάρη στις εργατικές διεκδικήσεις, χωρίς ασφαλώς μια τέτοια «διάσωση» να συγκαταλεγόταν στις προθέσεις του εργατικού κινήματος. Για να το πούμε με άλλα λόγια, αν οι εργάτες δεν αντιδρούσαν στην επιδίωξη για διατήρηση των αμοιβών τους σε εξευτελιστικό επίπεδο και εξακολουθούσαν να δουλεύουν αγόγγυστα 14 και 16 ώρες το 24ωρο, τότε τα εμπορεύματα που θα παρήγαγαν θα παρέμεναν αδιάθετα, καθώς οι ίδιοι δεν θα είχαν τον «ελεύθερο χρόνο» –ο οποίος, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται εν προκειμένω, συνιστά επί της ουσίας προέκταση του χρόνου παραγωγής– ή την αγοραστική δυνατότητα να τα καταναλώσουν, κάτι που θα επέφερε αναμφίβολα την κατάρρευση του καπιταλιστικού οικοδομήματος. Εκεί θα οδηγούσε μοιραία, εφόσον βέβαια δεν συναντούσε καμία αντίσταση, το συνυφασμένο με το καπιταλιστικό φαντασιακό –και «ορθολογικό» κατά τα λοιπά– αίτημα της «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», «ανάπτυξη» της οποίας η επίτευξη φέρει ως προϋπόθεση την διαρκή μείωση του κόστους και του χρόνου παραγωγής, ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η μεγιστοποίηση των κερδών.

Σήμερα πλέον η επικράτηση της προαναφερθείσας αντίληψης είναι σχεδόν καθολική, μιας και οι κοινωνικές συγκρούσεις, τείνουν να εκλείψουν, παραχωρώντας την θέση τους στις συντεχνιακές. Στο γεγονός αυτό έγκειται και η έλευση της κατάλληλης στιγμής για τον «εξορθολογισμό» του ασφαλιστικού συστήματος. Οι κοινωνικές αντιστάσεις προδιαγράφεται, ότι θα είναι ευκολότερο να καμφθούν. Σε διεθνές επίπεδο ο καπιταλισμός αντεπιτίθεται, παίρνοντας σταδιακά πίσω τις ελευθερίες και τα δικαιώματα που μέχρι πρότινος απολαμβάναμε και τα οποία δεν απετέλεσαν σε καμία περίπτωση «παραχωρήσεις», αλλά αντίθετα υπήρξαν κατακτήσεις κοινωνικών κινημάτων. Στο έργο του αυτό συνεπικουρείται από την υπαναχώρηση των κινημάτων αυτών, η οποία παρατηρείται την τελευταία τριακονταετία και την συντεχνιακή λογική την οποία δεν παραλείπει να εκμεταλλεύεται, όπως περίτρανα αποδεικνύεται τόσο από το παράδειγμα της Γαλλίας, όσο κι από την επίκληση των «ρετιρέ» στα καθ’ υμάς. Οι εργαζόμενοι, σε μεγάλο μέρος τους, δεν μοιάζουν να αντιλαμβάνονται την κλασσική παραδοχή σύμφωνα με την οποία η επιδείνωση της θέσης ενός κλάδου, ουσιαστικά ισούται με την επιδείνωση της θέσης του συνόλου των εργαζομένων. Αντίθετα, διακατεχόμενοι από χαιρεκακία, αρκετά συχνά επιχαίρουν για την «απόδοση δικαιοσύνης», αδυνατώντας να συλλάβουν, ότι σύντομα θα φτάσει και η δική τους σειρά.

Οι ρίζες της οικτρής αυτής εικόνας θα πρέπει, νομίζουμε, να αναζητηθούν στην ιδιωτικοποίηση, την αποπολιτικοποίηση, την απάθεια και τον ατομικισμό που συνθέτουν την κοινωνική πραγματικότητα των ημερών μας. Ως απότοκο της ενθρόνισης της οικονομικής δραστηριότητας στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, έχουμε την καταστροφή κάθε έκφανσης συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Την ανάδυση ενός τύπου ατόμου που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα ιδιωτικά του συμφέροντα, έχοντας ως μέλημα του να είναι ανταγωνιστικός και παραγωγικός, ούτως ώστε να «καταξιώνεται», όντας σε θέση να διευρύνει την καταναλωτική του δύναμη. Στο σημείο αυτό επομένως προβάλλει μια αντικειμενική δυσκολία για την επιτυχία της ασφαλιστικής «μεταρρύθμισης», δεδομένου ότι ο εργαζόμενος καλείται να δουλέψει περισσότερο, –μέχρι τα 65– ενώ παράλληλα το μοναδικό του κίνητρο συρρικνώνεται, καθώς η σύνταξη του αντί να αυξάνεται μειώνεται. Έτσι οι κυβερνώντες βρίσκουν εαυτούς σε στενάχωρη θέση. Δεν μπορούν, απευθυνόμενοι στο «φιλότιμο» των θιγόμενων, να επικαλεστούν την θυσία για το «κοινό καλό», μιας και κάτι τέτοιο μάλλον τη χλεύη θα προκαλούσε, αφού, όπως είδαμε, η απώλεια του όποιου κύρους της κοινωνίας ως αξίας είναι πρόδηλη, συνιστώντας ταυτόχρονα την προϋπόθεση για την επέλαση του καπιταλισμού. Μένουν λοιπόν να λένε «αν δεν συμβιβαστούμε τώρα με τα λίγα, αύριο θα τα χάσουμε όλα». Όμως αυτό το επιχείρημα δεν καταπίνεται τόσο εύκολα, γιατί αναιρεί όλη την φιλολογία των ιδεολογημάτων της «προόδου» και της «ανάπτυξης». Η μόνη βεβαιότητα του ανθρώπου - υπολογιστή, η οποία συνίσταται στην κοινή παραδοχή, ότι όποιος εργάζεται σκληρά ανταμείβεται και προκόβει, διαταράσσεται.

Τα εργατικά συνδικάτα και τα κομουνιστικά και εργατικά κόμματα, διαπνεόμενα επίσης από τον οικονομισμό και τον παραγωγισμό, έρχονται να εκφράσουν την συνακόλουθη δυσαρέσκεια στα πλαίσια που ορίζει ο διαμεσολαβιστικός τους ρόλος. Περιττεύει ίσως να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, πως οι παραδοσιακές μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης έχουν προ πολλού καταστεί οργανικό κομμάτι, πυλώνες της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης, όντας ζωτικοί για την διαιώνισή της, όπως και εκείνη με την σειρά της είναι απαραίτητη για την δική τους επιβίωση. Είναι αυτονόητο, λοιπόν, δεδομένου και του εύρους του προβλήματος, όπως αυτό καταδείχθηκε προηγουμένως, πως αυτές οι μορφές οργάνωσης δεν μπορούν να αποτελέσουν κανενός είδους «λύση», για όσους θεωρούν το ζήτημα ως αξεχώριστο τμήμα μιας γενικότερης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Το ζητούμενο αντίθετα είναι η δημιουργία ενός δημοκρατικού επαναστατικού κινήματος, το οποίο θα αντλεί από την εμπειρία των δημοκρατικών εκφάνσεων του εργατικού κινήματος –χωρίς να καθίσταται δέσμιο της παράδοσης αυτής, φέροντάς την ως βαρίδι– πριν το τελευταίο εκφυλιστεί υπό το ισοπεδωτικό βάρος της μπολσεβικοποίησης και στην συνέχεια της σταλινοποίησης. Σε όσους πιθανόν αντιτείνουν ότι το ζήτημα που μας αφορά εδώ είναι το ασφαλιστικό, εκείνο που έχουμε να απαντήσουμε είναι, ότι πληθώρα κατακτήσεων που τώρα τίθενται επαμφιβόλω, υπήρξαν προϊόν και της δράσης κινημάτων που επεδίωξαν τον άρδην μετασχηματισμό της κοινωνίας και παρότι δεν κατόρθωσαν να πετύχουν τον απώτερο στόχο τους, συνέβαλαν τα μέγιστα σε επιμέρους, διόλου αμελητέες, αλλά αντίθετα ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές. Άλλωστε ο «ρεαλισμός», είναι προφανές δεν είναι με το μέρος μας. Ας τον αφήσουμε κι εμείς, επιτέλους, κατά μέρους.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας
www.aytonomoikerkyras.blogspot.com
aytonomoikerkyras@yahoo.com