Monday, November 26, 2007

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ: ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΣΤΑ 1000 ΕΤΗ - ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ 50 ΕΥΡΩ!

Στην Κέρκυρα είχε κηρυχθεί για σήμερα απεργία για το ασφαλιστικό, μιας και στις 12/12 που πρόκειται να γίνει η πανελλαδική απεργία, το νησί παραλύει -ο Αη Σπυρίδωνας ντε!- και ελπίζει ενδεχομένως σε κάποιο θαύμα. Βρεθήκαμε στην πορεία του εργατικού κέντρου -το "ΠΑΜΕ" είχε, όπως θα μαντέψατε καλέσει ξεχωριστή συγκέντρωση- οπού φωνάξαμε αρκετά συνθήματα και μοιράσαμε το κείμενο που ακολουθεί.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ: ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΣΤΑ 1000 ΕΤΗ - ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ 50 ΕΥΡΩ!

Το ζήτημα του ασφαλιστικού στο άκουσμα και μόνο φέρνει συνειρμικά στο νου ένα «χρονίζον δυσεπίλυτο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας», για την διευθέτηση του οποίου αναζητούταν ανέκαθεν η κατάλληλη στιγμή. Φαίνεται, λοιπόν, πως η στιγμή αυτή έφτασε, αν και δεν καθίσταται σαφές, ποιες είναι αυτές οι συνθήκες, οι οποίες –«ωριμάζοντας», προφανώς– άνοιξαν τον δρόμο για την «εξυγίανση του συστήματος». «Εξυγίανση» η οποία συνεπάγεται τη συγχώνευση ταμείων, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και τη μείωση των συντάξεων. Βάσει των προθέσεών της αυτών καταλογίζεται στην κυβέρνηση η αθέτηση των προεκλογικών της δεσμεύσεων δια στόματος του αρχηγού της κ. Καραμανλή, σύμφωνα με τις οποίες τα προαναφερθέντα κεκτημένα δεν επρόκειτο να θιγούν. Μοιάζουν να αγνοούν οι αντιπολιτευόμενοι, ότι στην φιλελεύθερη ολιγαρχία που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται «δημοκρατία», ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ή από την κάλπη εν προκειμένω. Ότι τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται κεκτημένο, όταν η κοινωνία εκχωρεί την δυνατότητα λήψης αποφάσεων στους επαγγελματίες της πολιτικής. Και ενώ επισείεται το φόβητρο της «κατάρρευσης του συστήματος» και ως διέξοδος προβάλλεται το να δουλεύουμε περισσότερο, δεν φαίνεται αυτοί οι ίδιοι που κρούουν τον «κώδωνα του κινδύνου» να διακατέχονται από αντίστοιχη ανησυχία για το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής που απειλεί με κατάρρευση τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του, έχοντας ως γενεσιουργό αιτία, το γεγονός ακριβώς ότι δουλεύουμε περισσότερο, για να παράγουμε περισσότερα σκουπίδια, τα οποία εν συνεχεία καταναλώνουμε με καταστροφικές συνέπειες.

Το φλερτ του καπιταλισμού με την καταστροφή υπήρξε βέβαια διαχρονικό. Είναι αναρίθμητες οι περιστάσεις εκείνες, κατά τις οποίες ο καπιταλισμός διεσώθη χάρη στις εργατικές διεκδικήσεις, χωρίς ασφαλώς μια τέτοια «διάσωση» να συγκαταλεγόταν στις προθέσεις του εργατικού κινήματος. Για να το πούμε με άλλα λόγια, αν οι εργάτες δεν αντιδρούσαν στην επιδίωξη για διατήρηση των αμοιβών τους σε εξευτελιστικό επίπεδο και εξακολουθούσαν να δουλεύουν αγόγγυστα 14 και 16 ώρες το 24ωρο, τότε τα εμπορεύματα που θα παρήγαγαν θα παρέμεναν αδιάθετα, καθώς οι ίδιοι δεν θα είχαν τον «ελεύθερο χρόνο» –ο οποίος, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται εν προκειμένω, συνιστά επί της ουσίας προέκταση του χρόνου παραγωγής– ή την αγοραστική δυνατότητα να τα καταναλώσουν, κάτι που θα επέφερε αναμφίβολα την κατάρρευση του καπιταλιστικού οικοδομήματος. Εκεί θα οδηγούσε μοιραία, εφόσον βέβαια δεν συναντούσε καμία αντίσταση, το συνυφασμένο με το καπιταλιστικό φαντασιακό –και «ορθολογικό» κατά τα λοιπά– αίτημα της «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», «ανάπτυξη» της οποίας η επίτευξη φέρει ως προϋπόθεση την διαρκή μείωση του κόστους και του χρόνου παραγωγής, ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η μεγιστοποίηση των κερδών.

Σήμερα πλέον η επικράτηση της προαναφερθείσας αντίληψης είναι σχεδόν καθολική, μιας και οι κοινωνικές συγκρούσεις, τείνουν να εκλείψουν, παραχωρώντας την θέση τους στις συντεχνιακές. Στο γεγονός αυτό έγκειται και η έλευση της κατάλληλης στιγμής για τον «εξορθολογισμό» του ασφαλιστικού συστήματος. Οι κοινωνικές αντιστάσεις προδιαγράφεται, ότι θα είναι ευκολότερο να καμφθούν. Σε διεθνές επίπεδο ο καπιταλισμός αντεπιτίθεται, παίρνοντας σταδιακά πίσω τις ελευθερίες και τα δικαιώματα που μέχρι πρότινος απολαμβάναμε και τα οποία δεν απετέλεσαν σε καμία περίπτωση «παραχωρήσεις», αλλά αντίθετα υπήρξαν κατακτήσεις κοινωνικών κινημάτων. Στο έργο του αυτό συνεπικουρείται από την υπαναχώρηση των κινημάτων αυτών, η οποία παρατηρείται την τελευταία τριακονταετία και την συντεχνιακή λογική την οποία δεν παραλείπει να εκμεταλλεύεται, όπως περίτρανα αποδεικνύεται τόσο από το παράδειγμα της Γαλλίας, όσο κι από την επίκληση των «ρετιρέ» στα καθ’ υμάς. Οι εργαζόμενοι, σε μεγάλο μέρος τους, δεν μοιάζουν να αντιλαμβάνονται την κλασσική παραδοχή σύμφωνα με την οποία η επιδείνωση της θέσης ενός κλάδου, ουσιαστικά ισούται με την επιδείνωση της θέσης του συνόλου των εργαζομένων. Αντίθετα, διακατεχόμενοι από χαιρεκακία, αρκετά συχνά επιχαίρουν για την «απόδοση δικαιοσύνης», αδυνατώντας να συλλάβουν, ότι σύντομα θα φτάσει και η δική τους σειρά.

Οι ρίζες της οικτρής αυτής εικόνας θα πρέπει, νομίζουμε, να αναζητηθούν στην ιδιωτικοποίηση, την αποπολιτικοποίηση, την απάθεια και τον ατομικισμό που συνθέτουν την κοινωνική πραγματικότητα των ημερών μας. Ως απότοκο της ενθρόνισης της οικονομικής δραστηριότητας στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, έχουμε την καταστροφή κάθε έκφανσης συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Την ανάδυση ενός τύπου ατόμου που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα ιδιωτικά του συμφέροντα, έχοντας ως μέλημα του να είναι ανταγωνιστικός και παραγωγικός, ούτως ώστε να «καταξιώνεται», όντας σε θέση να διευρύνει την καταναλωτική του δύναμη. Στο σημείο αυτό επομένως προβάλλει μια αντικειμενική δυσκολία για την επιτυχία της ασφαλιστικής «μεταρρύθμισης», δεδομένου ότι ο εργαζόμενος καλείται να δουλέψει περισσότερο, –μέχρι τα 65– ενώ παράλληλα το μοναδικό του κίνητρο συρρικνώνεται, καθώς η σύνταξη του αντί να αυξάνεται μειώνεται. Έτσι οι κυβερνώντες βρίσκουν εαυτούς σε στενάχωρη θέση. Δεν μπορούν, απευθυνόμενοι στο «φιλότιμο» των θιγόμενων, να επικαλεστούν την θυσία για το «κοινό καλό», μιας και κάτι τέτοιο μάλλον τη χλεύη θα προκαλούσε, αφού, όπως είδαμε, η απώλεια του όποιου κύρους της κοινωνίας ως αξίας είναι πρόδηλη, συνιστώντας ταυτόχρονα την προϋπόθεση για την επέλαση του καπιταλισμού. Μένουν λοιπόν να λένε «αν δεν συμβιβαστούμε τώρα με τα λίγα, αύριο θα τα χάσουμε όλα». Όμως αυτό το επιχείρημα δεν καταπίνεται τόσο εύκολα, γιατί αναιρεί όλη την φιλολογία των ιδεολογημάτων της «προόδου» και της «ανάπτυξης». Η μόνη βεβαιότητα του ανθρώπου - υπολογιστή, η οποία συνίσταται στην κοινή παραδοχή, ότι όποιος εργάζεται σκληρά ανταμείβεται και προκόβει, διαταράσσεται.

Τα εργατικά συνδικάτα και τα κομουνιστικά και εργατικά κόμματα, διαπνεόμενα επίσης από τον οικονομισμό και τον παραγωγισμό, έρχονται να εκφράσουν την συνακόλουθη δυσαρέσκεια στα πλαίσια που ορίζει ο διαμεσολαβιστικός τους ρόλος. Περιττεύει ίσως να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, πως οι παραδοσιακές μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης έχουν προ πολλού καταστεί οργανικό κομμάτι, πυλώνες της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης, όντας ζωτικοί για την διαιώνισή της, όπως και εκείνη με την σειρά της είναι απαραίτητη για την δική τους επιβίωση. Είναι αυτονόητο, λοιπόν, δεδομένου και του εύρους του προβλήματος, όπως αυτό καταδείχθηκε προηγουμένως, πως αυτές οι μορφές οργάνωσης δεν μπορούν να αποτελέσουν κανενός είδους «λύση», για όσους θεωρούν το ζήτημα ως αξεχώριστο τμήμα μιας γενικότερης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Το ζητούμενο αντίθετα είναι η δημιουργία ενός δημοκρατικού επαναστατικού κινήματος, το οποίο θα αντλεί από την εμπειρία των δημοκρατικών εκφάνσεων του εργατικού κινήματος –χωρίς να καθίσταται δέσμιο της παράδοσης αυτής, φέροντάς την ως βαρίδι– πριν το τελευταίο εκφυλιστεί υπό το ισοπεδωτικό βάρος της μπολσεβικοποίησης και στην συνέχεια της σταλινοποίησης. Σε όσους πιθανόν αντιτείνουν ότι το ζήτημα που μας αφορά εδώ είναι το ασφαλιστικό, εκείνο που έχουμε να απαντήσουμε είναι, ότι πληθώρα κατακτήσεων που τώρα τίθενται επαμφιβόλω, υπήρξαν προϊόν και της δράσης κινημάτων που επεδίωξαν τον άρδην μετασχηματισμό της κοινωνίας και παρότι δεν κατόρθωσαν να πετύχουν τον απώτερο στόχο τους, συνέβαλαν τα μέγιστα σε επιμέρους, διόλου αμελητέες, αλλά αντίθετα ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές. Άλλωστε ο «ρεαλισμός», είναι προφανές δεν είναι με το μέρος μας. Ας τον αφήσουμε κι εμείς, επιτέλους, κατά μέρους.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας
www.aytonomoikerkyras.blogspot.com
aytonomoikerkyras@yahoo.com

Tuesday, November 20, 2007

Η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της "ανάπτυξης"

Διεξήχθη χθες, όπως είχε προγραμματιστεί, η εκδήλωση μας με θέμα «η οικολογία ως ζήτημα κατ’ εξοχήν πολιτικό – η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της “ανάπτυξης”». Η προσέλευση του κόσμου κρίνεται μάλλον ικανοποιητική, μιας και ο αριθμός όσων παρευρέθησαν στη συζήτηση προσέγγιζε –ίσως μάλιστα και να ξεπερνούσε– τους 40. Το πλέον θετικό είναι, ότι προέκυψαν τοποθετήσεις από μεγάλο μέρος των συμμετεχόντων, με τους περισσότερους/-ρες να επανέρχονται επανειλημμένα. Βέβαια –όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις– η συζήτηση σε μεγάλο μέρος της «ξέφυγε», θα λέγαμε, από το προκαθορισμένο θέμα, κάτι το οποίο, εκτός του ότι είναι σχεδόν αναπόφευκτο, δεν είναι απαραίτητα κακό, αφήνοντας μας, όμως, στην προκειμένη περίπτωση με την αίσθηση, ότι πολλά που θα μπορούσαν και θα θέλαμε να ειπωθούν, δεν ειπώθηκαν. Σε αυτή την αίσθηση συνέτεινε και το γεγονός, ότι αναγκαστήκαμε να διακόψουμε την εκδήλωση ­­–η οποία ως… είθισται άρχισε με αρκετή καθυστέρηση, λόγω της αργοπορίας του κόσμου– πρόωρα, στις 21:00 περίπου, εξαιτίας προβλήματος με την αίθουσα και ενώ διαφαινόταν η διάθεση των περισσοτέρων για συνέχιση της. Έτσι πολλά ζητήματα παρέμειναν μετέωρα, πάνω στο άγχος μας να πούμε, όσα είναι αδύνατο να λεχθούν σε κάτι παραπάνω από μια ώρα. Όπως και να ‘χει, νομίζουμε, ότι ο καθένας μπόρεσε να εξάγει τα συμπεράσματα του, και ευελπιστούμε η συζήτηση να συνέβαλλε κατά το δυνατό στη διερώτηση αναφορικά με τα όσα απετέλεσαν αντικείμενο της. Ακολουθεί το κείμενο της εισήγησης, όπου αποτυπώνονται σαφώς η θέσεις μας. Ελπίζουμε να ανατρέξουν σε αυτό όσοι από τους παρευρισκόμενους δεν είναι «ακουστικοί τύποι». Οι όποιες παρατηρήσεις είναι ευπρόσδεκτες στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση, η οποία παρατίθεται στα αριστερά της σελίδας. Δεν παρέχουμε –προς το παρόν τουλάχιστον– τη δυνατότητα σχολιασμού στο blog, καθώς κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την από μέρους μας δέσμευση, ότι θα απαντούσαμε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο δεν μπορούμε να εγγυηθούμε. Αυτά.


Η οικολογία ως ζήτημα κατ’ εξοχήν πολιτικό – η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της «ανάπτυξης»

Το οικολογικό πρόβλημα είθισται να αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα μιας ιδιότυπης «πολιτικής ορθότητας», ανάλογης με εκείνην που επιφυλάσσεται σε ζητήματα όπως αυτό της πείνας στον τρίτο κόσμο. Σε αυτό συνηγορούν φερ’ ειπείν τα διάφορα live aid που διοργανώνονται κατά καιρούς, έχοντας ως σκοπό τους, υποτίθεται, την ευαισθητοποίηση, τη στιγμή που συμβάλλουν στον εφησυχασμό. Όλοι, διαρρηγνύοντας τα ιμάτια τους, διατυμπανίζουν την οργή τους, την ευαισθησία τους, την ανησυχία τους, τη λύπη τους κ.ο.κ, σύμφωνα με ότι επιτάσσει η εκάστωτε περίσταση. Πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο, του οποίου γίναμε μάρτυρες, με αφορμή την καταστροφή που προκλήθηκε από τις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού, η οποία καταστροφή αντιμετωπίστηκε με την πρέπουσα εθνική ομοψυχία που επιφυλάσσεται ως αντιμετώπιση σε κάθε σοβαρό ζήτημα στην Ελλάδα, συμβάλλοντας τα μέγιστα στη συγκάλυψη των πραγματικών του διαστάσεων και αιτιών. Αυτή η τάση για συσκότιση, για αποποίηση της όποιας ευθύνης αποτελεί, νομίζουμε, κοινή συνισταμένη ανάμεσα στη φιλανθρωπία και το όψιμο, επιφανειακό ενδιαφέρον για τα του περιβάλλοντος. Υπάρχουν βέβαια και σημαντικές διαφορές. Για παράδειγμα η λήψη δρακόντειων μέτρων ενάντια στη μετανάστευση και η ανέγερση τειχών μπορεί να συμβάλλουν στην αναχαίτιση των εξαθλιωμένων του Νότου που επιχειρούν να εισέλθουν στη «γη της επαγγελίας» για πόσο άραγε αλλά δεν αναμένεται να αποτελέσουν εμπόδιο για τις οδυνηρές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.

Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, γίνεται κατανοητό, πιστεύουμε, το γιατί η αποψινή συζήτηση έχει ως θέμα της τη διερεύνηση των όσων συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία της εκτυλισσόμενης περιβαλλοντικής κρίσης. Και κατά τη γνώμη μας οι αιτίες αυτές δεν μπορούν, παρά να αναζητηθούν στο καπιταλιστικό φαντασιακό και τη σημερινή παντοκρατορία του. Ήδη με την επικράτηση του καπιταλισμού εισάγεται μια καθοριστική για ότι επακολουθεί καινοτομία, η οποία αφορά στην τοποθέτηση της οικονομικής δραστηριότητας στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής. Η εξέλιξη αυτή συνιστά γεγονός πρωτόγνωρο στο ρου της ιστορίας. Ενώ σε προγενέστερες του καπιταλισμού κοινωνικοϊστορικές περιόδους η διαδικασία της παραγωγής και η οικονομική δραστηριότητα εν γένει εντασσόταν στα πλαίσια άλλων κοινωνικών δραστηριοτήτων, τώρα πια αυτονομείται, καταλαμβάνοντας εν τέλει κάθε άλλη κοινωνική σφαίρα. Το οικονομικό κίνητρο υποκαθιστά κάθε άλλο, ούτως ώστε να έχουμε μία ανθρωπολογική και κοινωνιολογική μετάλλαξη, θα λέγαμε, η οποία με τη σειρά της έχει ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου, του «homo economicus», του ανθρώπου - υπολογιστή, κύριο μέλημα του οποίου είναι να σταθμίζει το κάθε τι με βάση το προσδοκώμενο οικονομικό και πιο συγκεκριμένα χρηματικό όφελος, τακτική στην οποία ωθείται και από την ίδια την ανάγκη του για επιβίωση.

Προκύπτει, λοιπόν, η επιδίωξη της «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», η οποία ανάπτυξη ανάγεται σε αυτοσκοπό, προβαλλόμενη ταυτοχρόνως ως «ορθολογική» εντελώς αναιτιολόγητα, χωρίς καμία απάντηση να δίνεται στο εύλογο ερώτημα που γεννάται αναφορικά με αυτήν την καταφανώς ψευδεπίγραφη «ορθολογικότητα». Ο ισχυρισμός αυτός απλά αντλεί το υποτιθέμενο κύρος του από την «ορθολογική» χρήση των μέσων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Αγνοείται βέβαια ότι βάσει αυτής της αντίληψης, οδηγούμενης στην ακραία της συνέπεια, θα έπρεπε ο αφανισμός της Χιροσίμα να θεωρηθεί ορθολογική ενέργεια, αφού η ατομική βόμβα είναι «ορθολογική» ως απότοκο της επίτευξης της διάσπασης του ατόμου. Ο εργαλειακός αυτός ορθολογισμός, περιοριζόμενος στη σφαίρα του «μετρίσιμου», μεταφράζεται στην αποσκοπούμενη μείωση του κόστους και του χρόνου παραγωγής που συνεπάγεται την αύξηση του κέρδους. Ως φυσικό παρεπόμενο προκύπτει η καθιέρωση της ελαχιστοποίησης/μεγιστοποίησης, η εγκαθίδρυση δηλαδή των οικονομικών κριτηρίων ως υπέρτατης αξίας. Περιττεύει ίσως να αναφερθούμε στο γεγονός, ότι σε αυτήν την εξίσωση το κόστος είναι μάλλον στενά προσδιορισμένο, μιας και περιορίζεται αυστηρά στο χρηματικό τομέα. Όποιο άλλο κόστος που ενδεχομένως αφορά ανθρώπινες ζωές, την υποβάθμιση τους, την καταστροφή του περιβάλλοντος δεν συνυπολογίζεται. Η πεισματική άρνηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ να θέσει σε εφαρμογή το πρωτόκολλο του Κιότο, φέροντας ως επιχείρημα για τη μη συμμόρφωση της, τις συνέπειες που η εφαρμογή της συνθήκης θα είχε σε σχέση με την επιβράδυνση των ρυθμών της οικονομίας τους, αποτελεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα ανάμεσα σε πληθώρα αντίστοιχων παραδειγμάτων διεθνώςτης «ορθολογικότητας» του καπιταλισμού.

Βρισκόμαστε ενώπιον της εξώθησης του φαντασιακού της απεριόριστης επέκταση της «ορθολογικής κυριαρχίας» στην ακραία του συνέπεια. Βέβαια η κυριαρχία αυτή ούτε ορθολογική είναι, για τους λόγους που ήδη αναφέραμε, αλλά ούτε και κυριαρχία. Ο αποσκοπούμενος εντεινόμενος έλεγχος του ανθρώπου επάνω στη φύση και τους άλλους ανθρώπους αποδεικνύεται περίτρανα, πως δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από μια Χίμαιρα, μιας και έχει ως φυσικό παρεπόμενο την δημιουργία καταστάσεων απολύτως ανεξέλεγκτων και απρόβλεπτων, μπροστά στις οποίες ο άνθρωπος φαντάζει εντελώς ανήμπορος. Η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί ενδεικτικό σημείο της συνθήκης αυτής, εντός της οποίας ο καπιταλισμός εξακολουθεί να αυτοαναγορεύεται σε καθεστώς «βέλτιστο» και αναπόφευκτο μαζί, τη στιγμή που ο συμβιβασμός με αυτήν την εξόφθαλμη αντινομία προσδίδει χαρακτήρα μοιραίου γεγονότος στην οικολογική καταστροφή, καθιστώντας την αυθεντικά αναπόφευκτη.

Επιχειρώντας να το θέσουμε κάπως σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι με την επικράτηση του καπιταλιστικού φαντασιακού συντελείται μια μετάβαση από τις θρησκευτικές κοινωνίες στις κοινωνίες της θρησκευτικοποιημένης «προόδου». Αφού διευκρινίσουμε εξ’ αρχής, προς αποφυγή τυχών παρεξηγήσεων, αυτό που σε εμάς φαντάζει αυτονόητο, ότι δηλαδή η όποια οπισθοδρόμηση αφενός δεν αποτελεί απάντηση, αφ’ εταίρου δεν είναι εφικτή, αλλά και να ήταν δεν είναι θεμιτή, διαπιστώνουμε, ότι η θέση της θρησκείας έως πρότινος λειτουργούσε ως υπενθύμιση των ορίων που όφειλαν να διέπουν τη δράση του ανθρώπου γενικότερα και ειδικότερα, όσον αφορά το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ, ως υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος της φύσης, αλλά υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που ορίζει τον κόσμο. Ο θεός εξυπηρετεί την «προσωποποίηση» της αβύσσου, του αχανούς σύμπαντος, εντός του οποίου ο άνθρωπος νιώθει ανίσχυρος, καθιστώντας το εγγύτερο στα ανθρώπινα μέτρα και λιγότερο εχθρικό. Διαμέσου της θρησκείας ικανοποιείται η ανάγκη της ψυχής για νόημα και αποκρύπτεται το δυσβάστακτο γεγονός, ότι δεν υπάρχει κανείς και τίποτα στο σύμπαν που να ενδιαφέρεται για την ύπαρξη ή τον αφανισμό μας, αλλά τα πάντα διακρίνονται από μια τυχαιότητα. Σε πλήρη αντιδιαστολή με όλα αυτά έρχεται η προαναφερθείσα, ακραία αλαζονική ενθρόνιση του ανθρώπου στη θέση του κυρίου της φύσης. Αυτή η ψευδαίσθηση παντοδυναμίας, η οποία αναμφίβολα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της αρχαιοελληνικής ύβρεως, είναι έκδηλη για παράδειγμα, στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες χειρίζονται το θέμα της θνητότητας. Ο θάνατος είναι ένα ζήτημα που επιλέγεται να κρύβεται κάτω από το χαλί. Το να γεράζει κανείς, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως όνειδος, αντιμετωπίζεται ως γραφικότητα. Μια αντιμετώπιση ανάλογη αυτής που επιφυλάσσεται στη ζωή της υπαίθρου, η οποία, άλλωστε, από άποψη πληθυσμιακής συγκρότησης είναι γερασμένη. Το φαινομενικά παράδοξο είναι, ότι η ψύχωση της αιώνιας νεότητας και του πόθου της αθανασίας που εκτρέφεται και από τη βιοτεχνολογία –τον κατ’ εξοχήν τομέα που σχετίζεται με την κυριάρχηση επάνω στη φύση– συμπίπτει με τη διαρκή υποβάθμιση της ζωής, τη συνυφασμένη με το κενό νοήματος από το οποίο πάσχει η σύγχρονη παρηκμασμένη Δύση. Κενό που, παρότι εξόχως δυσαναπλήρωτο, πασχίζεται να γεμίσει εις μάτην με μύρια όσα υποκατάστατα, κυρίως δε με την κατανάλωση, διαμέσου της οποίας επιχειρείται να παρασχεθεί η δυνατότητα αυτoεκπλήρωσης του ατόμου, η οποία δεν προσφέρεται στη μεταμοντέρνα κοινωνία.

Αυτό το συντελεσμένο πλέον πέρασμα από την οικονομία της ανακύκλωσης –όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν και ξανα-χρησιμοποιούσαν τα πάντα με φειδώ, προνοώντας, για να έχουν– στις οικονομίες της αλόγιστης σπατάλης– όπου το κάθε τι πετιέται, μόλις πάψει να είναι στη μόδα ή βγει το επόμενο μοντέλο– εκτός του ότι επιφέρει την εξοργιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, προοριζόμενο να παράγει περισσότερα, για να είναι σε θέση να καταναλώνει περισσότερα, όπως είναι αυτονόητο, έχει ολέθριες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Δεν υπάρχει σωτηρία για το περιβάλλον, όσο η οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο, για τον απλούστατο λόγο ότι η συνεχής αύξηση της ζήτησης είναι για την καπιταλιστική οικονομία ζωτική συνθήκη. Είναι ξεκάθαρη σε αυτό το σημείο η δραματική διάψευση της θέσης του Μαρξ, ότι ο καπιταλισμός μέλει να καταρρεύσει υπό το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων, αδυνατώντας να παράσχει τα αναγκαία στους προλετάριους. Σήμερα η μεγάλη πλειοψηφία αν δεν το έχει ήδη κάνει, μπορεί να ελπίζει, πως θα αποκτήσει μικροϊδιοκτησία. Η ατομική ευζωία είναι το όνειρο, με το οποίο γαλουχούνται οι νέες γενιές, μυούμενες στον καταναλωτισμό, εκγυμναζόμενες, ώστε να χαρακτηρίζονται από μια τάση επίδειξης ήδη από τη νηπιακή ηλικία, όπως είναι ίσως σε θέση να διακρίνουν όσοι έχουν παιδιά. Η αυτονόμηση της επιστήμης σήμανε μεταξύ άλλων τη δυνατότητα δημιουργίας νέων «αναγκών». Η επιστήμη δεν έχει, ούτως ή άλλως, σκοπό. Μπορεί έτσι να εφευρίσκεται ένα νέο προϊόν και στη συνέχεια αποτελεί θέμα χρόνου η εφεύρεση μιας «ανάγκης», η οποία το καθιστά εμπορεύσιμο. Είναι πρόδηλη η κατεύθυνση της ανάπτυξης της τεχνολογίας και αυτή δεν είναι η ανθρώπινη χειραφέτηση από «το βασίλειο της αναγκαιότητας». Θα μπορούσε η χρήση της να οδηγήσει στη δραστικότατη μείωση των ωρών εργασίας αν όχι στη σχεδόν πλήρη εξάλειψη της ανάγκης για χειρωνακτική εργασία. Αντ’ αυτού ο επονομαζόμενος «ελεύθερος χρόνος» συνιστά και αυτός προέκταση του χρόνου παραγωγής, ο ποίος με τη σειρά του διακρίνεται από τις αλλοτριωτικές εργασιακές σχέσεις, τις θεμελιωμένες στον ανταγωνισμό. Ο εργαζόμενος δεν ξέρει τι είναι αυτό το οποίο παράγει, γιατί παράγεται, αν χρησιμεύει κάπου και βέβαια δεν έχει λόγο πάνω στη διαδικασία παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά είναι πρόθυμος να ανταλλάσει τη δημιουργική του δύναμη με τη δυνατότητα απόκτησης εμπορευμάτων, αποδεχόμενος το πολλαπλό τίμημα, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η λεηλασία της φύσης.

Αν και η επιστήμη απολαμβάνει τυφλής εμπιστοσύνης στο πεδίο της τεχνολογίας, δεν επιφυλάσσεται εξίσου ενθουσιώδης υποδοχή στα πορίσματα της που αφορούν άλλους τομείς, όπως αυτός της κλίματος. Παρότι είναι σχεδόν ομόφωνο το συμπέρασμα των ειδικών επιστημόνων, σύμφωνα με το οποίο η ευθύνη για το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη και τη συνακόλουθη κλιματική αλλαγή επιρρίπτεται στον ανθρωπογενή παράγοντα, οι ιθύνοντες –και κατ’ επέκταση οι κοινωνίες που τους διορίζουν– μοιάζουν να κωφεύουν. Ο πάγιος ισχυρισμός είναι, ότι όλα αυτά δεν έχουν ακόμα αποδειχτεί. Βέβαια η κοινή λογική υπαγορεύει, ότι όταν πλέον αποδειχτούν όλα αυτά, θα είναι μάλλον αργά και ότι θα ήταν πιο σοφό να ληφθούν προληπτικά μέτρα και αν οι επιστήμονες διαψευσθούν, τότε εντάξει. Αυτή τη στάση θα επέβαλλε η ύπαρξη στοιχειώδους φρονήσεως. Η παντελής της έλλειψη, όπως κι εκείνη της υπευθυνότητας, είναι κραυγαλέα πρωτίστως ανάμεσα στους «υπεύθυνους».

Φυσικά αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, μιας και η λογοδοσία, η αναζήτηση της ευθύνης είναι έννοιες σύμφυτες με τη δημοκρατική πολιτική, η οποία ασκείται από τις ίδιες τις κοινωνίες, όταν εκείνες έρχονται στο προσκήνιο. Σήμερα, όπως είναι ευνόητο, κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει. Το πρόταγμα της αυτονομίας με την ευρύτερη του έννοια, το οποίο συνυπήρχε με το καπιταλιστικό φαντασιακό από το Διαφωτισμό και ύστερα, τείνει να εκλείψει και μαζί με αυτό οι κοινωνικές συγκρούσεις, χωρίς τις οποίες η εξέλιξη του καπιταλισμού είναι, από ένα σημείο και ύστερα, ακατανόητη. Το εργατικό κίνημα με τις διεκδικήσεις του είναι εκείνο, το οποίο, άθελα του, «σώζει» ξανά και ξανά τον καπιταλισμό που θα είχε βυθιστεί σε έναν ωκεανό αδιάθετων εμπορευμάτων αν κυριαρχούσε η τάση για περιορισμό της αμοιβής της εργασίας και αύξηση των ωραρίων. Αυτή η υποχώρηση των κοινωνικών κινημάτων, που την τελευταία τριακονταετία περίπου υπήρξε δραματική, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον καπιταλισμό, συντείνει στην παρακμή της Δύσης και καθιστά δυσεπίλυτο το οικολογικό πρόβλημα. Ο καιροσκοπισμός είναι τόσο κραταιός, που μοιάζει πιθανό το ενδεχόμενο της λήψης αυταρχικών μέτρων, όταν τα πράγματα θα έχουν πλέον οδηγηθεί στο απροχώρητο. Η επιστημονική φαντασία του Mad Max φαντάζει ολοένα και πιο προσιτή. Δηλώσεις όπως αυτή της Άγκελα Μέρκελ ως οικοδέσποινας σε μια πρόσφατη συνδιάσκεψη, ότι το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής πρέπει να θεωρείται εξίσου σημαντική απειλή με την Ισλαμική τρομοκρατία, δίνουν τροφή σε ζοφερές σκέψεις αν υποτεθεί, ότι η αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στο πρόβλημα, είναι ανάλογη της τρομοϋστερίας και της περιστολής των ελευθεριών στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Προς το παρόν οι προκρινόμενες «λύσεις» είναι εκείνες που αρμόζουν σε μια κοινωνία που μαστίζεται από την καλπάζουσα ιδιωτικοποίηση. Πρόκειται για «λύσεις» ατομικές –δηλαδή για μη - λύσεις εξ ορισμού– όπως η «οικολογική» κατανάλωση. Πράγμα αναμενόμενο όταν έχουμε ως δεδομένο το έλλειμμα συλλογικότητας, από το οποίο χαρακτηρίζεται αυτή η εποχή, ενδεικτικό του οποίου είναι το γεγονός ότι η όποια «κινητοποίηση» έχει το μεταμοντέρνο χαρακτήρα των διαμαρτυριών στο σύνταγμα, οι οποίες –βουβές όντας– παραμένουν μια «συνάθροιση» ατομικοτήτων. Και φυσικά αναδύεται το εξής απλό ερώτημα. Αν ορίσουμε ως οικολογία την ανάγκη να λαμβάνεται υπ’ όψιν το περιβάλλον εντός του οποίου εκτυλίσσεται η κοινωνική ζωή, τότε τι συμβαίνει όταν η ίδια η κοινωνική ζωή δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν; Όταν δηλαδή επικρατεί η τραγική πλάνη, ότι η κοινωνία είναι κακός μπελάς και θα ήταν καλύτερα να μην υπήρχε; Το συμπέρασμα μάλλον είναι, ότι η αποξένωση από τη φύση –που έχει ως παρεπόμενο την απουσία συναίσθησης των επιπτώσεων του καταναλωτικού lifestyle, την αδυναμία συνειδητοποίησης της κλιματικής αλλαγής, την επικράτηση της αίσθησης ότι οι επιστημονικές προειδοποιήσεις απευθύνονται σε εξωγήινους– είναι αλληλένδετη με την αποξένωση των ανθρώπων μεταξύ τους. Η κατάσταση επιδεινώνεται περεταίρω, δεδομένης της ανιστορικότητας των σύγχρονων κοινωνιών που δεν αναγνωρίζουν τα ίδια τους τα έργα, η οποία αποτυπώνεται στην ουσιαστική αδιαφορία τους για το μέλλον και ανοίγει το δρόμο για την έλευση της μοιρολατρίας και της παραίτησης. Ο χαρακτηρισμός «θεομηνία» που ακολουθεί το ξέσπασμα των ακραίων καιρικών φαινομένων φαντάζει οξύμωρος στις κοινωνίες που βαυκαλίζονται για την τεχνολογική τους «πρόοδο» που, όπως είδαμε, διακηρύττουν την κυριαρχία του «ορθού λόγου», ενώ φαντασιώνονται, ότι καθυπέταξαν τη φύση. Αποκαλύπτει όμως το γεγονός, ότι για τους λόγους αυτούς ακριβώς παραμένουν ετερόνομες.

Αυτή η αποκαρδιωτική εικόνα των κοινωνιών που βρίσκονται σε χαύνωση είναι σαφώς αναντίστοιχη με την κρισιμότητα του διακυβεύματος. Το ίδιο ισχύει και για τη διαχειριστικού τύπου αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης, η οποία πέραν του ότι αποδεικνύεται κατάφωρα κατώτερη της κρισιμότητας των περιστάσεων, προδίδει την αδυναμία απεγκλωβισμού από τα τρέχοντα ιδεολογήματα και την πολιτική ένδεια των σύγχρονων κοινωνιών. Επιπροσθέτως είναι προφανές, ότι η αντιμετώπιση αυτή εμφορείται από τις ίδιες αντιλήψεις που συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος. Παρούσα είναι η αλαζονεία της πεποίθησης περί «παντοδυναμίας» του ανθρώπου, ο οποίος εμφανίζεται σε θέση να αναστρέψει την κατάσταση, ελέγχοντας τις εξελίξεις, όποια στιγμή το θελήσει.

Οι διάφορες οικολογικές μη κυβερνητικές οργανώσεις και τα οικολογικά κόμματα στην πλειονότητα τους –όντας προϊόν της αφομοίωσης του οικολογικού κινήματος των δεκαετιών ’70 και ’80, το οποίο συγκαταλέγεται σε μια σειρά κινημάτων, όπως το γυναικείο, το αντιπολεμικό κ.ο.κ που αφομοιώθηκαν, επειδή δεν έθεταν ζήτημα εξουσίας– αδυνατούν να συλλάβουν το ζήτημα του περιβάλλοντος ως αδιαχώριστο από την κριτική του φαντασιακού της ανάπτυξης. Έτσι ανθεί το lobbying. Οι οικολογικές οργανώσει φιλοδοξούν να διαδραματίζουν ρόλο συμβουλευτικό της διαχωρισμένης από την κοινωνία εξουσίας και ελπίζουν να την τραβούν από το μανίκι, να της λένε «μην κάνεις εκείνο» και αυτή να υπακούει. Βέβαια σε αυτή μας την παρατήρηση θα αντέτειναν, ότι επιζητούν την κινητοποίηση της «κοινωνίας των πολιτών», όμως η συνάφεια της πρακτικής τους με την τρέχουσα σημασιοδότηση της πολιτικής ως πεδίο δράσης «ειδικών» συμβάλει μάλλον στην αδράνεια.

Η δε ταύτιση της πολιτικής με των οικονομισμό είναι άρρηκτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί να εισάγουν την αποτίμηση της κλιματικής αλλαγής σε οικονομικά μεγέθη. Η μόνη έκθεση που συγκίνησε τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες ήταν η πρόσφατη που υπολόγιζε σε μερικά τρισεκατομμύρια τη ζημιά στην παγκόσμια οικονομία από τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Το μόνο μέλημα τους είναι –όταν είναι και αυτό– η ανάγκη για διαιώνιση της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης, όπως υποδηλώνεται και απο την αερολογία περί «αειφόρου» ή «βιώσιμης» ανάπτυξης. Έτσι οι πιο συνειδητοποιημένοι από αυτούς αναζητούν τρόπους να κινητροδοτήσουν τους υπόλοιπους. Να σωθεί ο πλανήτης δηλαδή, αλλά να βγάλουμε και κάνα φράγκο! Ποιος αναλαμβάνει μια τόσο βαριά εργολαβία αφιλοκερδώς; Έτσι η οικολογία μπορεί να καταστεί μια κερδοφόρος ασχολία χάρη στην ανάπτυξη της επονομαζόμενης «πράσινης τεχνολογίας» ή τον «οικοτουρισμό». Αν συνυπολογίσουμε σε όλα αυτά την εκπόνηση περιβαλλοντικών μελετών από ειδικότητες του τύπου «μηχανικός περιβάλλοντος» συμπληρώνεται το πάζλ «οικολογία και μπίζνες».

Όμως το πρόβλημα της περιβαλλοντικής κρίσης δεν έχει να κάνει με μπίζνες. Είναι πρόβλημα κατ’ εξοχήν πολιτικό, που σχετίζεται με τη ριζική επαναξιολόγηση και επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων των κοινωνιών. Είναι συνδεδεμένο με την ανάγκη για ξεπέρασμα του φαντασιακού της ανάπτυξης που αποτελεί τροχοπέδη για κάθε πραγματική ανάπτυξη της ανθρωπότητας, καθώς και με την αποτίναξη της αντίληψης, βάσει της οποίας η ελευθερία προσεγγίζεται ως μια δικλείδα για τη διασφάλιση της δυνατότητας απόκτησης εμπορευμάτων και του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Για να καταστεί κάτι τέτοιο εφικτό προϋποτίθεται, ότι οι κοινωνίες, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σήμερα, θα είναι σε θέση να δημιουργήσουν νέες σημασίες, ώστε να προσδίδουν, ως οφείλουν, στον εαυτό τους νόημα, το οποίο δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά η συγκρότηση του είναι αναγκαία για την ανθρώπινη ψυχή. Θεωρούμε πως η οικολογία συνδέεται άρρηκτα με την ανάγκη για συνειδητή αυτοθέσμιση των κοινωνιών, με το πρόταγμα της αυτονομίας και το αίτημα του αυτοπεριορισμού που αυτό εισάγει. Τη διαπίστωση ότι τα όρια που οφείλουν να διέπουν τη δράση τους, οι κοινωνίες μπορούν να τα θέτουν οι ίδιες, χωρίς να υφίσταται η ανάγκη της επίκλησης κάποιου μπαμπούλα, για να είναι τα όρια αυτά σεβαστά. Και όπως ο αυτοπεριορισμός αυτός είναι αναγκαίος, όσον αφορά τους κανόνες που υιοθετούμε στη συμπεριφορά μας εντός της κοινωνίας, ένας αντίστοιχος αυτοπεριορισμός οφείλει να διέπει τη συμπεριφορά μας απέναντι στο περιβάλλον.



Wednesday, November 14, 2007

Εκδήλωση για την περιβαλλοντική κρίση




Τη Δευτέρα 19 Νοεμβρίου στις 19:οο διοργανώνουμε ανοιχτή συζήτηση με θέμα "Η οικολογία ως ζήτημα κατ' εξοχήν πολιτικό - Η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της <<ανάπτυξης>>"

Saturday, November 10, 2007

Η φαντασία στην εξορία

Η φαντασία στην εξορία

Εδώ και μερικές ημέρες πολλά σχολεία ανά την επικράτεια, ως γνωστόν, τελούν υπό κατάληψη. Το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίζεται μάλλον επιπόλαια από την πλειονότητα, αν όχι το σύνολο, όσων εκφέρουν λόγο δημόσια, μέσω προσεγγίσεων που προφανώς δεν αρμόζουν σε ένα ζήτημα ιδιαιτέρως περίπλοκο και πολυδιάστατο. Εμείς εδώ δεν φιλοδοξούμε να εξαντλήσουμε το εν λόγω ζήτημα, αλλά θα επιχειρήσουμε, αντιτείνοντας ορισμένα επιχειρήματα, τα οποία θεωρούμε ότι θεμελιώνονται στην κοινή λογική να ξεδιαλύνουμε στο μέτρο του δυνατού την σύγχυση που διαπιστώνουμε να επικρατεί, εν μέσω μιας νοσηρής ατμόσφαιρας που συντίθενται, ως συνήθως, χάρη και στη δράση των αυτόκλητων τηλεοπτικών εκφραστών της «κοινής γνώμης». Όπως προείπαμε, πολλά μπορούν να γραφούν για την περίσταση, αλλά εμείς επιλέγουμε να επικεντρώσουμε στις βασικές κατηγορίες που εξαπολύονται εναντίον των καταληψιών μαθητών, χωρίς να διακατεχόμαστε από καμία πρόθεση να εξιδανικεύσουμε τις επιλογές τους, όπως νομίζουμε θα φανεί στην πορεία.

Η πρώτη από τις βασικές μομφές που εκτοξεύονται ενάντια στους μαθητές είναι ότι τα μέσα που επιλέγουν, δηλαδή η κατάληψη, είναι αντιδημοκρατικά. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας είναι αυτή της πλειοψηφίας. Εφόσον η πλειοψηφία επιλέγει να κλείσει το σχολείο, η μειοψηφία δεν έχει παρά να υποταχθεί στην βούληση της πλειοψηφίας. Βέβαια οι επικριτές των καταλήψεων θα αντιτείνουν ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται δημοκρατικά, ότι υπάρχουν περιπτώσεις εκβιασμών, ότι εν ολίγοις οι όποιες δημοκρατικές διαδικασίες καταστρατηγούνται. Δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Αντίθετα είμαστε βέβαιοι ότι είναι βάσιμος και ότι οι πραξικοπηματικές πρακτικές δεν είναι σπάνιες. Αν δεν θέλουμε να κρυβόμαστε από τους εαυτούς μας, τότε δεν έχουμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι το αντίθετο θα μας εξέπληττε. Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι γιατί συμβαίνει αυτό. Γιατί επικρατεί αυτή η αποκαρδιωτική εικόνα. Προφανώς λοιπόν οι 16χρονοι και οι 16χρονες δεν έχουν πέσει από τον Άρη. Αντίθετα είναι γνήσια τέκνα μιας κοινωνίας που ως «δημοκρατικό παράδειγμα» προβάλει ενώπιον τους τους επαγγελματίες δημαγωγούς που εξαπολύουν μύδρους εναντίον τους, επιστρατεύοντας όλα τα λαϊκίστικα τρυκ του ρεπερτορίου τους. Είναι εξοργιστική και συνιστά πασιφανή καπηλεία η επίκληση της δημοκρατίας από τους ίδιους εκείνους που συμβάλλουν τα μέγιστα στην συστηματική εκπόρνευση της έννοιας και το συνακόλουθο ευτελισμό της, καθιστώντας την συνώνυμη της δολοπλοκίας και της μικροπολιτικής, την οποία υπηρετούν πιστά. Οι απολογητές της φιλελεύθερης ολιγαρχίας δεν έχουν λοιπόν λόγο να ανησυχούν. Μπορούν να προσποιούνται πως κόπτονται για την απουσία δημοκρατικής παιδείας της «νέας γενιάς», όσο η τρέχουσα σημασιοδότηση της πολιτικής ως σπορ μόνο για ειδικούς παραμένει ακλόνητη.

Ανάμεσα στην πληθώρα των «μη ειδικών» που δεν δικαιούνται να έχουν λόγο πάνω στα κοινά βάσει της προαναφερθείσας εκδοχής της πολιτικής, δεν θα μπορούσαν να μην συμπεριλαμβάνονται οι νέοι. Σε αυτό συνηγορεί η κατηγορία που τους προσάπτεται ότι είναι υποκινούμενοι. Δεν αμφιβάλλουμε για την πρόθεση των κομμάτων της παραδοσιακής αριστεράς –και δη του ΚΚΕ– είτε να υποκινήσουν, είτε να επωφεληθούν αντίστοιχων κινητοποιήσεων, καρπονόμενα μικροκομματικά κέρδη, προωθώντας τις μηχανορραφίες τους. Μία τέτοια πρακτική είναι σε πλήρη αρμονία με τις αντιλήψεις τους, όπως για παράδειγμα η Λενινιστική θέση περί «τρεϊντγιουνιονισμού» (από το αγγλικό trade union, δηλαδή εργατικές ενώσεις) που θέλει τους εργαζόμενους ανίκανους για οποιαδήποτε πολιτική δράση και επαρκείς μόνο για την διεκδίκηση συντεχνιακών αιτημάτων. Είναι η «πρωτοπορία» του κόμματος εκείνη που σκέφτεται για τους χαζούς εργάτες. Εκείνη οργανώνει και αυτοί αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν τις εντολές της. Αυτό τον ρόλο του διεκπεραιωτή οραματίζεται ένα σωστό σταλινικό κόμμα για την νεολαία και αδιαμφισβήτητα αντιμετωπίζει τις καταλήψεις ως υλικό προς εκμετάλλευση και ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για στρατολόγηση άδολων αφισοκολλητών. Όμως η κυβέρνηση, η δημοσιογραφίσκοι, οι «αγανακτισμένοι γονείς» κλπ, λέγοντας μας πως τα παιδιά τους είναι ανόητα πειθήνια και άβουλα –γιατί αυτό μας λένε επί της ουσίας– «καρφώνονται», αποδεικνύοντας ότι, πέρα από τους τύπους, δεν τους χωρίζουν και τόσα πολλά από τους «κομουνιστές». Αμφότεροι υπερασπίζουν με πάθος μια κοινωνία που διέπεται από τον διαχωρισμό ανάμεσα σε διευθυντές και διευθυνόμενους. Και οι δύο πλευρές γαλουχούν τα βλαστάρια τους, ώστε να γίνουν άξιοι διεκπεραιωτές. Επ΄ αυτού θα επανέλθουμε στην συνέχεια. Για την ώρα θα σημειώσουμε ότι διαπιστώνουμε μια υφέρπουσα – τι υφέρπουσα δηλαδή, διάχυτη είναι– καχυποψία των γονέων έναντι των παιδιών τους. Σε τι να οφείλεται αλήθεια; Ίσως στην επιδίωξη της διαιώνισης της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης και στο φόβο ότι οι νέοι δεν θα φανούν άξιοι συνεχιστές της.

Δυστυχώς ο φόβος αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος. Και αυτό γιατί, παρότι, όπως είδαμε, οι λόγοι για να εξεγείρεται η νεολαία περισσεύουν, αυτή περιέργως αναζητά προφάσεις του τύπου «μας χάλασε το καλοριφέρ, η στέγη στάζει, μας λείπουν πέντε καθηγητές» κλπ. Έτσι ερχόμαστε στο τρίτο «σημείο τριβής», που έχει να κάνει με την αστειότητα των αιτημάτων που επιφέρει ως συνέπεια το να καταλογίζεται ως μόνο κίνητρο στους καταληψίες η προσδοκώμενη απώλεια των μαθημάτων. Ας ξεκινήσουμε από αυτό το τελευταίο. Το να θέλουν οι μαθητές να χάσουν μάθημα θεωρείτο ανέκαθεν ως κάτι το φυσικό, περίπου όπως ο γάιδαρος πεισμώνει στην ανηφόρα. Βέβαια δεν αποτελεί νομίζουμε, παράδοξο το να μην ενδιαφέρονται οι μαθητές για τα μαθήματα την στιγμή που αυτά δεν συνιστούν παρά ένα εμπόδιο, η προσπέλαση του οποίου θα προσκομιστεί ως πειστήριο για την πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο θα εγγυάται ότι είναι διαθετημένοι να δουλέψουν σκληρά, αποβλέποντας σε μία αμφιβόλου αξίας ανταμοιβή, ότι υπήρξε επιτυχής η μύηση τους στο καπιταλιστικό φαντασιακό. Ότι θα «αξιοποιήσουν» τα μέσα που θα τους παρασχεθούν στα πανεπιστήμια –που καταχρηστικά πλέον ονομάζονται έτσι– για την επίτευξη του «ορθού» σκοπού. Κι αν σπεύσατε να μαντέψετε ότι ο σκοπός αυτός είναι η γνώση, λυπούμεθα, αλλά χάσατε. Σε αυτήν την εποχή, όπου το κάθε τι έχει αξία μόνο αν μπορεί να μετρηθεί, η «γνώση» μετριέται με πτυχία, τα οποία η κάτοχοί τους ευελπιστούν να εξαργυρώσουν με την δυνατότητα να καταναλώνουν περισσότερο. Αυτό αποτελεί την νόρμα σε μία κοινωνία, όπου η οικονομική αύξηση καθίσταται υπέρτατη και αποκλειστική αξία.

Μπορεί κανείς να υποθέσει πως οι καταλήψεις αποτελούν την ασυναίσθητη αντίδραση των μαθητών σε όλα αυτά. Από την άλλη υπάρχει και η πιο πεζή εκδοχή που λέει ότι, μυημένοι όντας στην χρησιμοθηρία, οι μαθητές και οι μαθήτριες βρίσκουν την ευκαιρία να ξεκουραστούν απ’ το πρωινό ξύπνημα, μίας και τα «αναγκαία εφόδια» για την επιτυχία στις πανελλαδικές τους τα παρέχουν τα φροντιστήρια. Μπορεί και οι δύο εκδοχές να ισχύουν για διαφορετικούς ανθρώπους η κάθε μία. Ας μην κάνουμε το λάθος να τσουβαλιάζουμε τους πάντες. Όμως σε κάθε περίπτωση το στοιχείο εκείνο που είναι βαθύτατα ανησυχητικό παραμένει και είναι η αδυναμία των νέων ανθρώπων –ακόμα κι όταν «ξεσηκώνονται»– να αμφισβητήσουν επί της ουσίας την καθεστηκυία τάξη. Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο σε καιρούς χαλεπούς, όπου το χαρακτηριστικό σύνθημα της νεολαιίστικης εξέγερσης του Μάη του ’68 «η φαντασία στην εξουσία» μετατρέπεται σε σλόγκαν για το γελοίο θεσμό της βουλής των εφήβων που γιορτάζει και επιβραβεύει το μικρομεγαλισμό, τα παιδιά που πασχίζουν να γίνουν κακέκτυπα, καρικατούρες των χρεοκοπημένων ενηλίκων. Οι καταλήψεις, λοιπόν, όπως αυτές εκδηλώνονται, αποτελούν απλά μα θριαμβευτική επιβεβαίωση της θλιβερής διαπίστωσης ότι, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα και την υποτιθέμενη «κρίση» την οποία διέρχεται, η εκπαιδευτική διαδικασία εξακολουθεί να επιτελεί σε ικανοποιητικό βαθμό την βασική της αποστολή. Και η αποστολή αυτή δεν είναι άλλη από τον εξανδραποδισμό, την ποδηγέτηση της φαντασίας, τον εγκλωβισμό της εντός των ορίων του «πραγματικού»

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας
www.aytonomoikerkyras.blogspot.com
aytonomoikerkyras@yahoo.com