Sunday, August 12, 2007

Τα κοινά μυστικά του εθνικού βάλτου

Τα κοινά μυστικά του εθνικού βάλτου

Μετά από ένα διάλειμμα διάρκειας μερικών μηνών το ζήτημα που έχει προκύψει με το νέο βιβλίο ιστορίας της 6ης δημοτικού και τις γύρω από αυτό αντιδράσεις επανήλθε τις τελευταίες ημέρες στην επικαιρότητα με αφορμή τους επιχειρούμενους προεκλογικούς ελιγμούς της υπουργού εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων. Ασφαλώς εμείς εδώ δεν έχουμε την πρόθεση να επικεντρώσουμε στους εν λόγω δημαγωγικούς χειρισμούς και να παραστήσουμε τους «πολιτικούς αναλυτές». Όποιος είναι έστω και περιστασιακός αναγνώστης των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων, θα είναι εξοικειωμένος με τα όσα γράφουν οι τελευταίοι, για τις αγωνιώδεις προσπάθειες της κυβέρνησης να διατηρήσει το μετριοπαθές προφίλ του «μεσαίου χώρου», τη δυσαρέσκεια του ακροδεξιού της ακροατηρίου κλπ. Νομίζουμε πως είναι σκόπιμο να εστιάσουμε στη διεύρυνση αυτού του εθνικιστικού «ακροατηρίου», –είτε αυτό τοποθετείται στα δεξιά είτε στα αριστερά– η οποία σημειώνεται τα τελευταία χρόνια και τη διαρκή αναβίωση ενός λόγου που περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας και ο οποίος πάντοτε διανθίζεται από την επίκληση ποικίλων υποτιθέμενων απειλών που αυτή αντιμετωπίζει, καλώντας σε «συστράτευση» τους πατριώτες για την προάσπιση της. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αλλά απαντάται με τις εκάστωτε ιδιαιτερότητες του στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, όντας άμεσα συνδεδεμένο με την απουσία νοήματος από την οποία μαστίζεται η σύγχρονη Δύση. Η αναβίωση και η διάδοση «αξιών» που μέχρι πρότινος θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένες αποτελεί παρεπόμενο της αδυναμίας που παρουσιάζεται για δημιουργία νέων σημασιών και της συνακόλουθης καταφυγής σε υποκατάστατα. (βλ. σχετικά και το κείμενο μας «Η ιστορία δεν είναι μάθημα, είναι κοινωνική δημιουργία» - Μάρτης 2006).

Η ουσιαστική επιδίωξη αυτού του συρφετού των μεταμοντέρνων εθνικιστών δεν είναι καθόλου καινούρια, συνοψιζόμενη επί της ουσίας στην προσπάθεια για επαναφορά των κοινωνιών σε μια κατάσταση διανοητικού εγκλεισμού, οπού κάθε τι νέο –ή φαινομενικά νέο– νοείται ως απειλή. Η ελληνική εκδοχή του «γαλατικού χωριού» δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη. Το ανάδελφο ελληνικό έθνος με το μακραίωνο πολιτισμό μάχεται ενάντια στις δυνάμεις του Σιωνισμού, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τη «Νέα τάξη», τον ιμπεριαλισμό κ.ο.κ. Έννοιες εξίσου κενές περιεχομένου με τις παραδόσεις, η προσκόλληση στις οποίες θεωρείται επιβεβλημένη. Βέβαια η εν λόγω αντίληψη δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που θέλει κάθε κλειστή ιδεολογία, να έχει ως αναγκαία προϋπόθεση για τη συντήρηση της τη διαρκή αναζήτηση ενός εχθρού, εντείνοντας με τον τρόπο αυτό την ανασφάλεια των πιστών της. Και ο εχθρός αυτός έχει εν προκειμένω βρει την… ενσάρκωση του στο βιβλίο ιστορίας ης 6ης δημοτικού. Θα αποφύγουμε να αναπαράγουμε –έστω και με ειρωνική διάθεση– τα όσα ανεκδιήγητα έχουν ειπωθεί και γραφεί για το βιβλίο αυτό, μιας και φοβόμαστε, ότι η ανείπωτη φαιδρότητα τους θα μεταδοθεί στο κείμενο. Η κατακλείδα πάντως σε όλα τα ατράνταχτα επιχειρήματα είναι η εξής μια: Ξένος δάκτυλος επιχειρεί να αλλοιώσει το εθνικό φρόνημα των ελληνοπαίδων! Τίποτα λιγότερο δηλαδή από την πατροπαράδοτη συνομωσιολογία –για τη ροπή του εθνικιστικού λόγου προς αυτήν και τα αίτια της θα αναφερθούμε στη συνέχεια– που προδίδει την παιδιάστικη κοσμοθεώρηση των εκφραστών της.

Ας αφήσουμε κατά μέρους την αστειότητα του ισχυρισμού περί μυστικών διεθνών κέντρων κλπ, η οποία θέλουμε να πιστεύουμε, πως είναι πασιφανής για όποιον διαθέτει κοινό νου. Το θέμα εδώ είναι –ακόμα και αν δεχόμασταν πως κάποιοι κάπου εξυφαίνουν μηχανορραφίες σχετιζόμενες με την «αποεθνοποίηση» (sic το copyright του κου παπαθεμελή) της ιστορίας– πως μετασχηματισμοί αυτού το τύπου, οι οποίοι έχουν να κάνουν με βαθειά ριζωμένες αντιλήψεις, ποτέ δεν θα στεφόντουσαν από επιτυχία και υπάρχουν κάποιοι πολύ σοβαροί λόγοι γι’ αυτό. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς έχει να κάνει με την απουσία νοήματος, για την οποία μιλήσαμε προ ολίγου. Η «διεθνοποίηση του κεφαλαίου», το άνοιγμα των συνόρων για τη διακίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίων δεν μπορεί να επιφέρει από μόνο του τέτοιου τύπου κοσμογονικές αλλαγές. Για να δεχτούμε κάτι τέτοιο, θα πρέπει πρώτα να έχουμε ασπασθεί τη ντετερμινιστική θεώρηση του κοινωνικοΪστορικού πεδίου μέσα από το πρίσμα του οικονομισμού, η οποία θεώρηση είναι κοινή στον οικονομικό φιλελευθερισμό, όσο και στο Μαρξισμό. Η «παγκοσμιοποίηση» μπορεί για παράδειγμα να μεταδώσει τα δυτικά καταναλωτικά πρότυπα στους πλούσιους Άραβες, οι οποίοι τα υιοθετούν με ιδιαίτερη προθυμία. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει, είναι να τους οδηγήσει να εγκαταλείψουν το Κοράνι, το οποίο καθορίζει κάθε πτυχή της καθημερινότητας τους. Αυτό συμβαίνει για τον ίδιο λόγο που ένας διεθνής οργανισμός όπως η Ε.Ε αδυνατεί να συγκροτήσει την περιβόητη ευρωπαϊκή συνθήκη και να την καταστήσει αποδεκτή από τους πολίτες. Επειδή, όντας ένα οικοδόμημα που θεμελιώνεται στις αρχές του οικονομισμού, αδυνατεί να παράσχει ένα «όραμα» ευρύτερο της ελεύθερης αγοράς. Και βέβαια υπάρχει κι ένας δεύτερος λόγος εξίσου σημαντικός που καθιστά δυστυχώς άδικη την ανησυχία ορισμένων για την κατάρρευση της εθνικής ταυτότητας. Τέτοιου είδους άρδην κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν επιβάλλονται άνωθεν, αλλά συντελούνται μονάχα διαμέσου της αυτενέργειας των ίδιων των κοινωνιών. Οι εθνικιστές βέβαια επιμένουν να αγνοούν πως είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας. Όμως αυτό δεν αλλάζει τη διαπίστωση, ότι μια ουσιαστική κατάργηση των εθνικών διαχωρισμών, η οποία θα είχε ως εμπνευστές κάποιους γραφειοκράτες, θα γνώριζε τις ίδιες πιθανότητες επιτυχίας που γνωρίζει και η επιχειρούμενη «μεταλαμπάδευση» της δυτικού τύπου φιλελεύθερης ολιγαρχίας στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν, ενώ οι εμπνευστές της θα ήταν τόσο αδαείς, όσο και όσοι πίστεψαν –αν υπήρξαν– ότι οι Άραβες θα εγκατέλειπαν από τη μια μέρα στην άλλη τη θεοκρατία ή την οικογενειοκρατία. Για να κλείσουμε, λοιπόν, αυτό το κεφάλαιο, το ξεπέρασμα της εθνικής συνείδησης θα μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα από τις ίδιες τις κοινωνίες, όμως αυτές είναι πολύ απασχολημένες, καταναλώνοντας τα προϊόντα της διεθνούς βιομηχανίας της κουλτούρας και διασώζοντας τα εθνικά ιδεώδη ταυτόχρονα. Και δεν υπάρχει σε αυτό καμία αντίφαση.

Δεν εκπλήσσει κανέναν ο πρόδηλος αντιδυτικισμός της ρητορείας του εθνικιστικού μπλοκ. Οι καταβολές του πρέπει να αναζητηθούν στα βάθη των αιώνων. Οι φίλοι μας άλλωστε είναι, όπως είδαμε, τιμητές των παραδόσεων της φυλής. Οι ρίζες λοιπόν του φαινομένου οδηγούν στην εκκλησία που πάντα αναθεμάτιζε τη Δύση, προτρέποντας επί της ουσίας τους πιστούς της την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να «κάτσουν ήσυχοι» και να ευγνωμονούν τους Οθωμανούς, γιατί εκείνοι προστατεύουν τη φυλή από τους σατανικούς δυτικούς, που υπήρξαν, από την εποχή του σχίσματος ήδη, ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός της Ορθοδόξου εκκλησίας. Επίσης, όπως είναι φυσικό, η εκκλησία δεν έβλεπε και με πολύ καλό μάτι τις νέες ιδέες που δημιουργούνταν στην Ευρώπη την περίοδο του Διαφωτισμού, φροντίζοντας να καταδιώξει εκείνους που τόλμησαν να επιχειρήσουν να τις μεταφέρουν στο τσιφλίκι της. Τι κι αν το ελληνικό κράτος δεν θα αποκτούσε την ανεξαρτησία του δίχως τους δυτικούς; Ο αντιδυτικισμός κατέκτησε προεξάρχουσα θέση στην… ελληνική ψυχή, μιας και ο ρόλος που επιτέλεσε η εκκλησία στο τιτάνιο έργο της συγκρότησης της πολυπόθητης εθνικής συνείδησης στο διάσπαρτο από εθνότητες νεοσύστατο ελληνικό κράτος, υπήρξε καταλυτικός.

Οι επίγονοι της εκκλησίας συνθέτουν ένα «πολιτικό» φάσμα, το οποίο εκτείνεται από τη 17Ν μέχρι τη χρυσή αυγή, στο οποίο συγκαταλέγονται το ΚΚΕ, το ΛΑΟΣ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις της «Αριστεράς» και της άκρας Δεξιάς. Και βέβαια οι αριστεροί εθνικιστές είναι οι πιο θλιβεροί ανάμεσα σε αυτόν τον οχετό που διαχρονικά εξαρτά την επιβίωση του από την κολακεία, με την οποία αντιμετωπίζει όλα τα συμπλέγματα και τις αδυναμίες των νεοελλήνων. Αναδεικνύει μάλιστα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά σε προτερήματα. Ανάγει την κουτοπονηριά και την ιδιωτικοποίηση σε αρετές απέναντι στους «ξενέρωτους» Ευρωπαίους, για να εξυπηρετήσει το σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στη Δύση. Είναι, όπως είδαμε, εξαιρετικά επιρρεπής στη διατύπωση πληθώρας θεωριών συνομωσίας που διευκολύνουν τη μετάθεση ευθυνών που φέρει η ίδια η κοινωνία για την κατάσταση της στους «άλλους», τους «ξένους». Είναι άλλωστε κάτι πολύ βολικό να ευθύνεται για όλα κάποιος αόρατος εγκέφαλος, του οποίου ο ακριβής εντοπισμός και επομένως η αντιμετώπιση είναι πρακτικά αδύνατα και ως εκ τούτου η αδράνεια είναι δικαιολογημένη. Ας είναι καλά όμως το ελληνικό δαιμόνιο! Εδώ στη χώρα μας έχουμε τόσους σοφούς ανθρώπους που γνωρίζουν τις μυστικές ραδιουργίες που λαμβάνουν χώρα σε κάθε μυστικό μέρος του κόσμου από τα υπόγεια της CIA ως τις μασονικές στοές και μας πληροφορούν άμεσα και αποκλειστικά μέσω των τηλεοπτικών διαύλων.

Γίνεται κατανοητό λοιπόν, ότι οι άνθρωποι αυτοί αρνούνται πεισματικά να αντικρύσουν την πραγματικότητα που απλώνεται μπροστά τους με όλες της τις δυσάρεστες λεπτομέρειες. Θα ήταν μάταιο επομένως να αντιτείνει κανείς στην πίστη τους για τη δήθεν ιστορική συνέχεια του «ελληνικού έθνους», το απλό ιστορικό γεγονός ότι η βαλκανική υπήρξε επί χιλιετίες η χοάνη, όπου αναμείχθηκαν όλες οι φυλές. Δικαιολογημένα βέβαια αναζητούν τις καταβολές τους στις Βυζαντινές ίντριγκες και το δεσποτισμό –θα τους προτείναμε και την Οθωμανική περίοδο που είναι και πιο πρόσφατη– αλλά είναι αστεία η αξίωση τους να θεωρούνται απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Γιατί ενώ η κλασσική αρχαιότητα απετέλεσε το πεδίο, όπου άνθισαν η δημοκρατία, η φιλοσοφία, οι τέχνες και οι επιστήμες, η σύγχρονη Δύση, πόσω μάλλον η σύγχρονη Ελλάδα, διανύει μια περίοδο κατεξοχήν αντιδημοκρατική και αντιφιλοσοφική, όπου η παρακμή στις τέχνες και την επιστήμη –η τεχνοεπιστήμη είναι ένα πολύ διαφορετικό πράγμα– είναι έκδηλη. Αν η Ελλάδα του 5ου π.χ αιώνα υπήρξε το λίκνο της ιστορίας, η σύγχρονη εποχή στον αντίποδα χαρακτηρίζεται από την ανιστορικότητα. Και αυτό είναι το οξύμωρο του διαλόγου –αν μπορεί α χαρακτηριστεί ως τέτοιος– με αφορμή το βιβλίο της ιστορίας. Ότι διεξάγεται σε μία περίοδο, όπου μετά από πολύ καιρό, η ανθρωπότητα μοιάζει να αδιαφορεί για το παρελθόν της, με την ίδια ένταση που αδιαφορεί και για το μέλλον της. Εκείνο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε είναι, ότι θα υπάρξει μια εποχή, όπου μέλημα των κοινωνιών δεν θα είναι να προβάλουν στην ιστορία τον εαυτό τους, για να εκλογικεύσουν τη θέσμιση τους, αλλά η διαύγαση της ιστορίας, ο στοχασμός πάνω στο άλλο που θα μπορούσε να είχε συμβεί και στο άλλο που μπορεί να υπάρξει. Και αν επέλθει μια τέτοια εποχή μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, ότι η ιστοριογραφία θα εξετάσει τη δική μας ως μια θλιβερή και αξιοπερίεργη παρένθεση.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

www.aytonomoikerkyras.blogspot.com

aytonomoikerkyras@yahoo.com