Tuesday, March 27, 2007

Εκδήλωση για τον Κορνήλιο Καστοριάδη



Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε την εισήγηση στην εκδήλωση για τον Κορνήλιο Καστοριάδη που πραγματοποιήθηκε στις 21/3


Όπως ειπώθηκε στην συνέντευξη, ο Καστοριάδης την περίοδο της γερμανικής κατοχής μετείχε στην ομάδα του Άγι Στίνα. Παρότι η ομάδα αυτοπροσδιορίζονταν ως Τροτσκιστική στην πράξη ξεπερνούσε κατά πολύ τον Τρότσκι. Ενώ οι Τροτσκιστές ανά την Ευρώπη τάσσονταν υπέρ της ένοπλης αντίστασης, η ομάδα Στίνα διέκρινε ότι το ΚKE με το αντάρτικο δεν στόχευε στην εκδίωξη των Γερμανών – πράγμα ούτως ή άλλως ανέφικτο - , αλλά επεδίωκε να φέρει την ισορροπία δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας σε τέτοιο σημείο, ώστε να είναι σε θέση να καταλάβει την εξουσία μετά την ήττα του άξονα από τους συμμάχους και να εγκαθιδρύσει εν συνεχεία μια αστυνομική δικτατορία στα πρότυπα της Σοβιετικής Ένωσης. Με αφετηρία την θέση αυτή η ομάδα τήρησε μια συνεπή διεθνιστική στάση. Η δράση της περιελάμβανε την συγγραφή προκηρύξεων στα γερμανικά, τις οποίες πετούσαν τις νύχτες στα στρατόπεδα της Αττικής.

Ο Καστοριάδης θα εξακολουθήσει και στην μετέπειτα πορεία του να έρχεται σε ρήξη με κάθε μορφή πολιτικής ή άλλης ορθοδοξίας. Δριμιά είναι η κριτική στην οποία υποβάλλει τον Μαρξισμό και τον ίδιο τον Μαρξ, για τον οποίο λέει ότι έχει «μπολιαστεί» από το καπιταλιστικό φαντασιακό. Αυτό το μπόλιασμα είναι ευδιάκριτο στην Μαρξιστική θεώρηση του κοινωνικοϊστορικού πεδίου μέσα από το πρίσμα ενός οικονομικού ντετερμινισμού, στην υιοθέτηση από τον Μαρξ της επιδίωξης για απεριόριστη επέκταση της δήθεν ορθολογικής κυριαρχίας, στο αίτημα για την συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την συνακόλουθη προβολή της εργασίας ως κυρίαρχης δραστηριότητας του ανθρώπινου όντος. Άλλωστε για τον Μαρξ η εργατική τάξη είναι το «επαναστατικό υποκείμενο». Είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να πραγματώσει τον κομουνισμό. Τον κομουνισμό που θα έρθει νομοτελειακά ως συνέπεια της διαρκούς πάλης των τάξεων που αποτελεί τον μοχλό κίνησης της ιστορίας.

Ερχόμενος σε ρήξη με την αιτιοκρατική προσέγγιση των ιστορικών νόμων ο Καστοριάδης εισάγει την αντίληψη της ιστορίας ως κοινωνικής δημιουργίας, ως διαδικασίας αυτοθέσμισης. Είναι το συλλογικό φαντασιακό εκείνο που δημιουργεί τις σημασίες, τις οποίες οι θεσμοί ενσαρκώνουν. Από αυτήν την σκοπιά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «εξήγηση» των κοινωνικοϊστορικών αναδύσεων. Δεν μπορεί για παράδειγμα να αποδοθεί η δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα στην δουλοκτησία. Δούλοι υπήρχαν και στην Σπάρτη, αλλά δημοκρατία όχι. Εκείνο που μπορεί και πρέπει να επιχειρηθεί είναι η διαύγαση. Η διερώτηση αναφορικά με το τι άλλο θα μπορούσε να είχε συμβεί, εκτός από αυτό που συνέβη, που έχει ως επακόλουθα το στοχασμό επάνω στην σημερινή κοινωνική θέσμιση και την διαπίστωση ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάτι άλλο από αυτό που υπάρχει. Επιπλέον απέναντι στην ιδέα της «συνεχούς ιστορικής προόδου» ο Καστοριάδης αντιπαραθέτει την ιδέα της θνητότητας που διέπει τις κοινωνικοϊστορικές αναδύσεις. Όπως η εκάστοτε κοινωνική θέσμιση έχει αρχή ως δημιουργία κοινωνική ενάντια στην όποια καθοριστικότητα της ιστορίας, μπορεί να έχει και τέλος. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν μπορεί να ειδωθεί ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της ελληνικής πόλης και σίγουρα η μετάβαση σε αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόοδος.

Τα παραπάνω συνάδουν με την απλή διαπίστωση, ότι η διερώτηση για το κατά πόσο οι θεσμοί και οι νόμοι είναι δίκαιοι ή όχι δεν υπήρξε πάντοτε, ούτε υπάρχει παντού ακόμη και στις μέρες μας. Ο Καστοριάδης εντοπίζει την σημασία της αρχαίας ελληνικής δημοκρατικής πόλης στο ότι σηματοδοτεί την πρώτη εμφάνιση αυτής της διερώτησης, η οποία προκύπτει ως συνέπεια της συντελούμενης ρήξης της κλειστότητας που διέπει τις έως τότε γνωστές σε εμάς κοινωνίες. Για πρώτη φορά η προέλευση των θεσμών και των νόμων δεν αποδίδεται σε κάποια εξωκοινωνική δύναμη, στους θεούς ή την σοφία των προγόνων – η θρησκευτική πίστη άλλωστε περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα, αλλά αντίθετα κάθε απόφαση που λαμβάνεται, έχει ως επωδό την φράση «επειδή έτσι θεώρησε η βουλή κι ο δήμος» δηλαδή ο λαός. Για πρώτη φορά εμφανίζεται η ιδέα ότι «όλοι είναι όμοιοι» δηλαδή ίσοι. Όλοι οι αθηναίοι άνδρες βέβαια. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέπει την ύπαρξη της δουλείας, την θέση της γυναίκας και τους λοιπούς περιορισμούς. Όμως αυτοί οι κατακριτέοι περιορισμοί δεν μπορούν να αναιρέσουν όσα προαναφέρθηκαν όπως και το γεγονός ότι σύμφωνα με το πολιτικό φαντασιακό της εποχής, στην πολιτική δεν υπάρχουν ειδικοί, αλλά οι γνώμες όλων θεωρούνται ίσες. Γι’ αυτό και οι εκλογές αποτελούν ίδιον του ολιγαρχικού πολιτεύματος ως μέσο ανάδειξης των «αρίστων». Ο Καστοριάδης σημειώνει ότι η ελληνική δημοκρατική πόλη αποτελεί παράδειγμα κοινωνίας που θέτει τους θεσμούς της υπό αμφισβήτηση και αυτό όχι μόνο δεν οδηγείται στο χάος, αλλά παρέχει το πρόσφορο έδαφος για την άνθηση της φιλοσοφίας, των τεχνών και των επιστημών.

Η αρχαία ελληνική δημιουργία παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της σκέψης του Καστοριάδη γύρω από το πρόταγμα της αυτονομίας. Είναι βέβαια αναπόφευκτο το ερώτημα : γιατί είναι τόσο σπάνιες οι στιγμές εκείνες στην διάρκεια της ιστορίας, κατά τις οποίες οι κοινωνίες έρχονται στο προσκήνιο και ασκούν πραγματική πολιτική; Η απάντηση που δίδεται στο ερώτημα αυτό από τον ίδιο τον Καστοριάδη είναι ότι αντίθετα με τα όσα ισχυρίζονταν η οντολογία του συνόλου σχεδόν των παραδοσιακών επαναστατικών κινημάτων, η ετερονομία είναι πολύ πιο συμβατή με την ανθρώπινη φύση από ότι η αυτονομία. Οι κοινωνίες οι βασιζόμενες στις αρχές των προνομίων και τις ανισότητας ανταποκρίνονται καλύτερα στον πρωταρχικό πυρήνα αποκλειστικότητας που διέπει τα ανθρώπινα όντα. Παρόλα αυτά, παραδείγματα στην ιστορία από την αρχαία Αθήνα ως την κολεκτιβοποίηση στην Ισπανία το 36, δείχνουν ότι ο πυρήνας αυτός δεν είναι μη αναστρέψιμος.

Επανερχόμαστε στο πρόταγμα της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας, που, όπως τονίζει ο Καστοριάδης, είναι μεταξύ τους αξεχώριστες. Δεν μπορούν να υπάρξουν αυτόνομα άτομα δίχως αυτόνομη κοινωνία, ούτε το αντίστροφο. Μιλώντας για αυτόνομα άτομα ο Καστοριάδης εννοεί άτομα που αυτοπεριορίζονται. Αυτός ο αυτοπεριορισμός δεν συνεπάγεται την εξάλειψη του ασυνειδήτου, που επιτάσσει η χριστιανική ηθική επί παραδείγματι, ή την Φροϋδική υποταγή του ασυνειδήτου στο συνειδητό. Σημαίνει ότι το άτομο συνειδητοποιεί τις επιθυμίες του και αποφασίζει αν θέλει να τις πραγματοποιήσει ή όχι. Επίσης ένα αυτόνομο άτομο στις διυποκειμενικές σχέσεις δεν επιδιώκει να εξαλείψει την γνώμη του άλλου, αλλά επιζητά τον διάλογο και την σύνθεση. Η αυτόνομη κοινωνία με την σειρά της είναι εκείνη που αυτοθεσμίζεται συνειδητά. Έχει επίγνωση του γεγονότος, ότι οι θεσμοί της και οι νόμοι της μπορούν να τεθούν ανά πάσα στιγμή υπό αμφισβήτηση στα πλαίσια μιας αναστοχαστικής διάθεσης.

Το πρόταγμα για αυτονομία, παρατηρεί ο Καστοριάδης, συνυπάρχει από τον διαφωτισμό και ύστερα στην Δύση, με το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης της «ορθολογικής κυριαρχίας», το οποίο μεταφράζεται στην επιδίωξη για ολοένα αυξανόμενο έλεγχο του ανθρώπου επάνω στην φύση και στους άλλους ανθρώπους. Το φαντασιακό αυτό είναι ουσιωδώς ανορθολογικό. Ο υποτιθέμενος έλεγχος δημιουργεί ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες καταστάσεις, μπροστά στις οποίες ο άνθρωπος φαντάζει ανίσχυρος. Ένα σχετικό παράδειγμα μπορεί να εντοπιστεί στην περίπτωση της συνεχώς εντεινόμενης περιβαλλοντικής κρίσης. Το δυστύχημα είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες το πρόταγμα της αυτονομίας μοιάζει να υποχωρεί έναντι του καπιταλιστικού φαντασιακού. Η πολιτική καθίσταται συνώνυμη του οικονομισμού, καθώς με την σύγχρονη σημασιοδώτηση της δεν είναι παρά το πεδίο δράσης μιας ελίτ ειδικών. Οι κοινωνίες αποδεχόμενες την πολιτική τους αλλοτρίωση βιώνουν μια καλπάζουσα ιδιωτικοποίηση, φτάνοντας στο σημείο η κοινωνική συναναστροφή να αντιμετωπίζεται ως «αναγκαίο κακό». Ο καταναλωτισμός και η τηλεθέαση προβάλλονται ως αντίδοτα στην απουσία νοήματος μαζί με την νεκρανάσταση «αξιών» όπως αυτές τις θρησκείας, της οικογένειας και του έθνους. Όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν το σκηνικό της παρακμής που βιώνει ο σύγχρονος δυτικός κόσμος. Παρακμή που αντικατοπτρίζεται σε όλα τα πεδία. Στην πολιτική, την τέχνη, τις επιστήμες, την φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί αν είναι μια παροδική κατάσταση αυτό με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι ή αν βιώνουμε την αρχή του τέλους της περιόδου μετά τον διαφωτισμό. Το σίγουρο είναι πως η απάντηση βρίσκεται στο χέρι των κοινωνιών.