Tuesday, March 27, 2007

Εκδήλωση για τον Κορνήλιο Καστοριάδη



Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε την εισήγηση στην εκδήλωση για τον Κορνήλιο Καστοριάδη που πραγματοποιήθηκε στις 21/3


Όπως ειπώθηκε στην συνέντευξη, ο Καστοριάδης την περίοδο της γερμανικής κατοχής μετείχε στην ομάδα του Άγι Στίνα. Παρότι η ομάδα αυτοπροσδιορίζονταν ως Τροτσκιστική στην πράξη ξεπερνούσε κατά πολύ τον Τρότσκι. Ενώ οι Τροτσκιστές ανά την Ευρώπη τάσσονταν υπέρ της ένοπλης αντίστασης, η ομάδα Στίνα διέκρινε ότι το ΚKE με το αντάρτικο δεν στόχευε στην εκδίωξη των Γερμανών – πράγμα ούτως ή άλλως ανέφικτο - , αλλά επεδίωκε να φέρει την ισορροπία δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας σε τέτοιο σημείο, ώστε να είναι σε θέση να καταλάβει την εξουσία μετά την ήττα του άξονα από τους συμμάχους και να εγκαθιδρύσει εν συνεχεία μια αστυνομική δικτατορία στα πρότυπα της Σοβιετικής Ένωσης. Με αφετηρία την θέση αυτή η ομάδα τήρησε μια συνεπή διεθνιστική στάση. Η δράση της περιελάμβανε την συγγραφή προκηρύξεων στα γερμανικά, τις οποίες πετούσαν τις νύχτες στα στρατόπεδα της Αττικής.

Ο Καστοριάδης θα εξακολουθήσει και στην μετέπειτα πορεία του να έρχεται σε ρήξη με κάθε μορφή πολιτικής ή άλλης ορθοδοξίας. Δριμιά είναι η κριτική στην οποία υποβάλλει τον Μαρξισμό και τον ίδιο τον Μαρξ, για τον οποίο λέει ότι έχει «μπολιαστεί» από το καπιταλιστικό φαντασιακό. Αυτό το μπόλιασμα είναι ευδιάκριτο στην Μαρξιστική θεώρηση του κοινωνικοϊστορικού πεδίου μέσα από το πρίσμα ενός οικονομικού ντετερμινισμού, στην υιοθέτηση από τον Μαρξ της επιδίωξης για απεριόριστη επέκταση της δήθεν ορθολογικής κυριαρχίας, στο αίτημα για την συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την συνακόλουθη προβολή της εργασίας ως κυρίαρχης δραστηριότητας του ανθρώπινου όντος. Άλλωστε για τον Μαρξ η εργατική τάξη είναι το «επαναστατικό υποκείμενο». Είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να πραγματώσει τον κομουνισμό. Τον κομουνισμό που θα έρθει νομοτελειακά ως συνέπεια της διαρκούς πάλης των τάξεων που αποτελεί τον μοχλό κίνησης της ιστορίας.

Ερχόμενος σε ρήξη με την αιτιοκρατική προσέγγιση των ιστορικών νόμων ο Καστοριάδης εισάγει την αντίληψη της ιστορίας ως κοινωνικής δημιουργίας, ως διαδικασίας αυτοθέσμισης. Είναι το συλλογικό φαντασιακό εκείνο που δημιουργεί τις σημασίες, τις οποίες οι θεσμοί ενσαρκώνουν. Από αυτήν την σκοπιά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «εξήγηση» των κοινωνικοϊστορικών αναδύσεων. Δεν μπορεί για παράδειγμα να αποδοθεί η δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα στην δουλοκτησία. Δούλοι υπήρχαν και στην Σπάρτη, αλλά δημοκρατία όχι. Εκείνο που μπορεί και πρέπει να επιχειρηθεί είναι η διαύγαση. Η διερώτηση αναφορικά με το τι άλλο θα μπορούσε να είχε συμβεί, εκτός από αυτό που συνέβη, που έχει ως επακόλουθα το στοχασμό επάνω στην σημερινή κοινωνική θέσμιση και την διαπίστωση ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάτι άλλο από αυτό που υπάρχει. Επιπλέον απέναντι στην ιδέα της «συνεχούς ιστορικής προόδου» ο Καστοριάδης αντιπαραθέτει την ιδέα της θνητότητας που διέπει τις κοινωνικοϊστορικές αναδύσεις. Όπως η εκάστοτε κοινωνική θέσμιση έχει αρχή ως δημιουργία κοινωνική ενάντια στην όποια καθοριστικότητα της ιστορίας, μπορεί να έχει και τέλος. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν μπορεί να ειδωθεί ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της ελληνικής πόλης και σίγουρα η μετάβαση σε αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόοδος.

Τα παραπάνω συνάδουν με την απλή διαπίστωση, ότι η διερώτηση για το κατά πόσο οι θεσμοί και οι νόμοι είναι δίκαιοι ή όχι δεν υπήρξε πάντοτε, ούτε υπάρχει παντού ακόμη και στις μέρες μας. Ο Καστοριάδης εντοπίζει την σημασία της αρχαίας ελληνικής δημοκρατικής πόλης στο ότι σηματοδοτεί την πρώτη εμφάνιση αυτής της διερώτησης, η οποία προκύπτει ως συνέπεια της συντελούμενης ρήξης της κλειστότητας που διέπει τις έως τότε γνωστές σε εμάς κοινωνίες. Για πρώτη φορά η προέλευση των θεσμών και των νόμων δεν αποδίδεται σε κάποια εξωκοινωνική δύναμη, στους θεούς ή την σοφία των προγόνων – η θρησκευτική πίστη άλλωστε περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα, αλλά αντίθετα κάθε απόφαση που λαμβάνεται, έχει ως επωδό την φράση «επειδή έτσι θεώρησε η βουλή κι ο δήμος» δηλαδή ο λαός. Για πρώτη φορά εμφανίζεται η ιδέα ότι «όλοι είναι όμοιοι» δηλαδή ίσοι. Όλοι οι αθηναίοι άνδρες βέβαια. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέπει την ύπαρξη της δουλείας, την θέση της γυναίκας και τους λοιπούς περιορισμούς. Όμως αυτοί οι κατακριτέοι περιορισμοί δεν μπορούν να αναιρέσουν όσα προαναφέρθηκαν όπως και το γεγονός ότι σύμφωνα με το πολιτικό φαντασιακό της εποχής, στην πολιτική δεν υπάρχουν ειδικοί, αλλά οι γνώμες όλων θεωρούνται ίσες. Γι’ αυτό και οι εκλογές αποτελούν ίδιον του ολιγαρχικού πολιτεύματος ως μέσο ανάδειξης των «αρίστων». Ο Καστοριάδης σημειώνει ότι η ελληνική δημοκρατική πόλη αποτελεί παράδειγμα κοινωνίας που θέτει τους θεσμούς της υπό αμφισβήτηση και αυτό όχι μόνο δεν οδηγείται στο χάος, αλλά παρέχει το πρόσφορο έδαφος για την άνθηση της φιλοσοφίας, των τεχνών και των επιστημών.

Η αρχαία ελληνική δημιουργία παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της σκέψης του Καστοριάδη γύρω από το πρόταγμα της αυτονομίας. Είναι βέβαια αναπόφευκτο το ερώτημα : γιατί είναι τόσο σπάνιες οι στιγμές εκείνες στην διάρκεια της ιστορίας, κατά τις οποίες οι κοινωνίες έρχονται στο προσκήνιο και ασκούν πραγματική πολιτική; Η απάντηση που δίδεται στο ερώτημα αυτό από τον ίδιο τον Καστοριάδη είναι ότι αντίθετα με τα όσα ισχυρίζονταν η οντολογία του συνόλου σχεδόν των παραδοσιακών επαναστατικών κινημάτων, η ετερονομία είναι πολύ πιο συμβατή με την ανθρώπινη φύση από ότι η αυτονομία. Οι κοινωνίες οι βασιζόμενες στις αρχές των προνομίων και τις ανισότητας ανταποκρίνονται καλύτερα στον πρωταρχικό πυρήνα αποκλειστικότητας που διέπει τα ανθρώπινα όντα. Παρόλα αυτά, παραδείγματα στην ιστορία από την αρχαία Αθήνα ως την κολεκτιβοποίηση στην Ισπανία το 36, δείχνουν ότι ο πυρήνας αυτός δεν είναι μη αναστρέψιμος.

Επανερχόμαστε στο πρόταγμα της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας, που, όπως τονίζει ο Καστοριάδης, είναι μεταξύ τους αξεχώριστες. Δεν μπορούν να υπάρξουν αυτόνομα άτομα δίχως αυτόνομη κοινωνία, ούτε το αντίστροφο. Μιλώντας για αυτόνομα άτομα ο Καστοριάδης εννοεί άτομα που αυτοπεριορίζονται. Αυτός ο αυτοπεριορισμός δεν συνεπάγεται την εξάλειψη του ασυνειδήτου, που επιτάσσει η χριστιανική ηθική επί παραδείγματι, ή την Φροϋδική υποταγή του ασυνειδήτου στο συνειδητό. Σημαίνει ότι το άτομο συνειδητοποιεί τις επιθυμίες του και αποφασίζει αν θέλει να τις πραγματοποιήσει ή όχι. Επίσης ένα αυτόνομο άτομο στις διυποκειμενικές σχέσεις δεν επιδιώκει να εξαλείψει την γνώμη του άλλου, αλλά επιζητά τον διάλογο και την σύνθεση. Η αυτόνομη κοινωνία με την σειρά της είναι εκείνη που αυτοθεσμίζεται συνειδητά. Έχει επίγνωση του γεγονότος, ότι οι θεσμοί της και οι νόμοι της μπορούν να τεθούν ανά πάσα στιγμή υπό αμφισβήτηση στα πλαίσια μιας αναστοχαστικής διάθεσης.

Το πρόταγμα για αυτονομία, παρατηρεί ο Καστοριάδης, συνυπάρχει από τον διαφωτισμό και ύστερα στην Δύση, με το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης της «ορθολογικής κυριαρχίας», το οποίο μεταφράζεται στην επιδίωξη για ολοένα αυξανόμενο έλεγχο του ανθρώπου επάνω στην φύση και στους άλλους ανθρώπους. Το φαντασιακό αυτό είναι ουσιωδώς ανορθολογικό. Ο υποτιθέμενος έλεγχος δημιουργεί ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες καταστάσεις, μπροστά στις οποίες ο άνθρωπος φαντάζει ανίσχυρος. Ένα σχετικό παράδειγμα μπορεί να εντοπιστεί στην περίπτωση της συνεχώς εντεινόμενης περιβαλλοντικής κρίσης. Το δυστύχημα είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες το πρόταγμα της αυτονομίας μοιάζει να υποχωρεί έναντι του καπιταλιστικού φαντασιακού. Η πολιτική καθίσταται συνώνυμη του οικονομισμού, καθώς με την σύγχρονη σημασιοδώτηση της δεν είναι παρά το πεδίο δράσης μιας ελίτ ειδικών. Οι κοινωνίες αποδεχόμενες την πολιτική τους αλλοτρίωση βιώνουν μια καλπάζουσα ιδιωτικοποίηση, φτάνοντας στο σημείο η κοινωνική συναναστροφή να αντιμετωπίζεται ως «αναγκαίο κακό». Ο καταναλωτισμός και η τηλεθέαση προβάλλονται ως αντίδοτα στην απουσία νοήματος μαζί με την νεκρανάσταση «αξιών» όπως αυτές τις θρησκείας, της οικογένειας και του έθνους. Όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν το σκηνικό της παρακμής που βιώνει ο σύγχρονος δυτικός κόσμος. Παρακμή που αντικατοπτρίζεται σε όλα τα πεδία. Στην πολιτική, την τέχνη, τις επιστήμες, την φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί αν είναι μια παροδική κατάσταση αυτό με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι ή αν βιώνουμε την αρχή του τέλους της περιόδου μετά τον διαφωτισμό. Το σίγουρο είναι πως η απάντηση βρίσκεται στο χέρι των κοινωνιών.

Η λήθη ενίοτε γίνεται μνημειώδης

Η ΛΗΘΗ ΕΝΙΟΤΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΝΗΜΕΙΩΔΗΣ (φλεβάρης 2007)


"Αυτή την εποχή η Κέρκυρα ήταν ίσως η περισσότερο βιομηχανικά ανεπτυγμένη από όλες τις επαρχιακές πόλεις της χώρας. (...) Εκτός από τους εργάτες των αλευρόμυλων, της μακαρονοποιίας και του λιμένα οι συνθήκες εργασίας των άλλων εργατών και ιδιαίτερα του Ασπιώτη και του Δεσύλλα ήταν άθλιες. Η συνδικαλιστική οργάνωση προπαντός στου Δεσύλλα αυστηρά απαγορευόταν και κάθε υπόνοια για τέτοια κίνηση στους εργάτες αντιμετωπιζόταν με μαζικές απολύσεις. Ακόμη κάθε διαμαρτυρία ή απλώς παράπονο συνεπάγετο επίσης άμεση απόλυση. Τα πρόστιμα ήταν ένας επιπλέον τρόπος ληστείας των εργατών. Στου Δεσύλλα δούλευαν πολλοί εργάτες και εργάτριες από τα κοντινά στην πόλη χωρία (Κανάλια, Αλεπού, Ποταμός κλπ.).Έπρεπε να ξεκινήσουν ξημερώματα για να είναι στην ώρα τους στη δουλειά. Πάντα φυσικά με τα πόδια. Πολλές φορές το Χειμώνα γινόνταν μούσκεμα απο τη βροχή. Και μερικές φορές παρά τις προσπάθειες τους να είναι στην ώρα τους στο εργοστάσιο, αργούσαν μερικά λεφτά ή μισή ώρα. Η ποινή ήταν πρόστιμο."


Αυτά περιγράφει στις "αναμνήσεις" του ο -Κερκυραίος στην καταγωγή- Άγις Στίνας, που υπήρξε εμβληματική μορφή του αντιγραφειοκρατικού επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα. Εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον, στην τοπική επικαιρότητα η υπόθεση του εργοστασίου Δεσύλλα καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση. Τελευταία εξέλιξη η κατάθεση αγωγών για συκοφαντική δυσφήμιση από πλευράς της εταιρείας "Α. Δεσυλλας Α.Ε" ενάντια στην εφημερίδα "Ενημέρωση" και στο δημοτικό σύμβουλο, επικεφαλής της Α.ΔΗ.Κ (πρόσκειται στο Κ.Κ.Ε), Χ. Μάστορα. Θα αφήσουμε την ερμηνεία της κίνησης αυτής στον κοινό νου. Αυτό που για εμάς έχει ενδιαφέρον είναι μια σύγκριση ανάμεσα στα όσα περιγράφει ο Α. Στινας και στη σημερινή επικρατούσα κατάσταση. Δεν χωρά αμφιβολία πως η διαδοχή της παλιάς, «κλασσικής» βιομηχανίας από την τουριστική υπήρξε καταλυτική. Η μονοκρατορία της τουριστικής οικονομίας υπέταξε και αλλοίωσε το τοπίο, κυρίως όμως άλλαξε τους ανθρώπους. Και τους άλλαξε ριζικά. Οι σημερινοί κάτοικοι της πόλης, και του νησιού κατ' επέκταση, δεν θέλουν να θυμούνται τη μιζέρια της συγκεκριμένης περιόδου, ή έχουν μνήμη μάλλον επιλεκτική, καθώς επιλέγουν να επικεντρώνουν στην «πολιτιστική κληρονομιά» τους -που για τους πιο τοπικιστές είναι, συν τοις άλλοις, το στοιχείο εκείνο που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους Έλληνες- αγνοώντας -ηθελημένα ή μη- οτι η, όντως υπαρκτή, πολιτιστική καλλιέργεια ελάχιστους αφορούσε. Καθόλου δεν άγγιζε το πόπολο και δη τους εξαθλιωμένους κατοίκους της υπαίθρου.

Μέσα σε όλα αυτά -και σε πλήρη εξάρτηση από αυτά- έρχεται και η υπόθεση της ποθούμενης ένταξης της παλαιάς πόλης υπό τη προστασία της unesco, ως μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η λέξη «μνημείο» είναι εδώ το κλειδί μιας κωμικοτραγικής κατάστασης σε συνάρτηση με μια άλλη λέξη. Τη λήθη. Και το ερώτημα που προκύπτει έχει ως εξής: ποια είναι η σχέση όσων ζουν "στη σκιά" -κυριολεκτικά και μεταφορικά- των μνημείων μα την πολιτιστική τους κληρονομιά; Έχουμε την υποψία ότι μιλάμε για μια σχέση στείρας επανάληψης. «Στοιχειώματος» από μια παράδοση εκφυλισμένη από εμάς τους ίδιους, της οποίας γινόμαστε δέσμιοι εν τέλει. Και ποια είναι η φύση του σύγχρονου πολιτισμού - προστάτη -του δικού μα και κατ΄ επέκταση της σύγχρονης Δύσης- με το παρελθόν το οποίο «διασώζει»; Γιατί έχουμε την αίσθηση οτι ο πολιτισμός αυτός μετατρέπει τα μνημεία του σε μουσειακά εκθέματα, διαστρεβλώνοντας την όποια σημασία τους, φοβούμενος τη σύγκριση με ότι προϋπήρξε αυτού, μιας και διακατέχεται από ένα -δικαιολογημένο απολύτως κατ' εμάς- σύμπλεγμα κατωτερότητας. Η απάντηση για τη φύση αυτού του πολιτισμού θεωρούμε οτι εύγλωττα δίδεται από την αξιολόγηση, βάσει της οποίας κρίνεται τι αξίζει να διασωθεί και τι όχι. αυτή μοιάζει να περιορίζεται στη ύπαρξη οικονομικού κέρδους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στη δυνατότητα τουριστικής "αξιοποίησης". Εν τέλει η μεγαλύτερη απειλή για τα προστατευόμενα από το σύγχρονο δυτικό κόσμο μνημεία προέρχεται από την απόλυτη υποταγή του κόσμου αυτού στη βιομηχανία της κουλτούρας.

Έχουμε λοιπόν τη μουσειοποίηση της παλαιάς πόλης. Τη δημιουργία ενός προστατευόμενου θύλακα, τουριστικά αξιοποιήσιμου. Πώς συνδέεται -αν συνδέεται και αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα- η εικόνα της «πόλης του πολιτισμού» με τη θλιβερή εικόνα που παρουσιάζουν τα προάστια; Ίσως αυτά σκιαγραφούν πιο ρεαλιστικά τη σημερινή μας κατάσταση από οτι η -άλλοτε κυριολεκτικά, σήμερα με ένα αδιόρατο τείχος ψευδαισθήσεων- περιτειχισμένη παλαιά πόλη. Θεωρούμε οτι βιώνουμε σε μια μικροκλίμακα αυτό που οι σύγχρονες τερατουπόλεις των εκατομμυρίων κατοίκων βιώνουν. Πρόκειται για το θρυμματισμό του χώρου, τον κατακερματισμό του ιστού τους σε ιστορικά κέντρα που κατά περίπτωση αποτελούν τουριστικές ατραξιόν ή έδρες των χρηματοοικονομικών τραστ, σε υποβαθμισμένα προάστια ή προάστια για την ελίτ, συγκροτήματα κατοικιών, εμπορικά κέντρα που όλα τους ερημώνουν τη νύχτα όταν η «δράση» μεταφέρεται στις ζώνες των κέντρων διασκεδάσεως. Πρόκειται για το τέλος της πόλης ως κοινωνικοϊστορικής ανάδυσης, ως πολιτικής κοινότητας που είναι παρεπόμενο της καλπάζουσας ιδιωτικοποίησης, που γνωρίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες και η οποία καθιστά τους δημόσιους χώρους «αχρηστους» γι' αυτές.

Αυτή η διαδικασία συντελείται και στην Κέρκυρα, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών. Σ' αυτή την διαδικασία εντάσσεται το «έγκλημα που διαπράττεται στο εργοστάσιο Δεσύλλα». Χωρίς καμία διάθεση να απενοχοποιήσουμε τους επενδυτές, τους εργολάβους, τους επαγγελματίες πολιτικούς κτλ, αναρωτιόμαστε από ποιον διαπράττεται το έγκλημα αυτό. Αν είναι οι προαναφερθέντες οι αποκλειστικοί αυτουργοί. Μπροστά στην διαμορφούμενη κατάσταση το αίτημα των πιο «ευαίσθητων» συμπολιτών μας, απευθυνόμενο προς τους «ιθύνοντες», τους εκλιπαρεί να «μεριμνήσουν». Το ζήτημα όμως βρίσκεται εδώ. Όσο, αποποιούμενοι τις δικές μας ευθύνες, αναθέτουμε στους «υπεύθυνους» να «επιληφθούν» των ζητημάτων που μας αφορούν, όσο δεν θέτουμε οι ίδιοι συνειδητά τους όρους που διέπουν την καθημερινότητα μας, οι «υπεύθυνοι» θα έχουν τον τελευταίο λόγο πάνω στην διαμόρφωσή της και συνεπώς των χώρων, στους οποίους αύτη εκτυλίσσεται.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

aytonomoikerkyras@yahoo.com

Η δική μας πολιτική αποσκοπεί στην αυτονομία

(Το καταστατικό της πρωτοβουλίας αυτόνομων Κέρκυρας)

Θεωρώντας ως αναγκαία την ύπαρξη ενός καταστατικού, μέσα από το οποίο θα ορίζεται η λειτουργία μας ως συλλογικότητα, κρίνουμε πως είναι σκόπιμο να παραθέσουμε συνοπτικά τους λόγους που μας οδήγησαν στην δημιουργία του. Καταρχήν το καταστατικό αποτελεί ένα εργαλείο για μας τους ίδιους. Χωρίς να αποτελούν θέσφατο –καθώς εμείς οι ίδιοι που τις διατυπώνουμε, μπορούμε ανά πάσα στιγμή να τις θέσουμε υπό αμφισβήτηση– οι αρχές που εκφράζονται σε αυτό μας επιτρέπουν κατόπιν της κοινής μας συμφωνίας επάνω σε αυτές να ελπίζουμε σε μια υπεύθυνη στάση του καθένα μας απέναντι στην ομάδα. Δεύτερον το καταστατικό επιτρέπει σε όποιον επιθυμεί να μας προσεγγίσει να έχει μία εικόνα για την συλλογικότητα και το που κινούμαστε, ενώ παράλληλα λειτουργεί αποτρεπτικά στην ενδεχόμενη δημιουργία μιας άτυπης ιεραρχίας με βάση την παλαιότητα των μελών. Μια τέτοια ιεραρχία θα ήταν δυνατόν να προκύψει ως αποτέλεσμα της μειονεκτικής θέσης, στην οποία θα βρισκόταν ένα νέο μέλος, καλούμενο για παράδειγμα να «ερμηνεύσει» προϋπάρχουσες μεταξύ μας προφορικές συμφωνίες. Τέλος, η λειτουργία της συλλογικότητας εντός ενός συγκεκριμένου πλαισίου αποτελεί ταυτόχρονα πολιτικό πρόταγμα. Θεωρούμε πως δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνία χωρίς θεσμούς. Η ελευθερία δεν συνίσταται στην απουσία θεσμών και νόμων, αλλά στην διαμόρφωσή τους ισότιμα από όλους. Με αφετηρία αυτήν την διαπίστωση και επιδιώκοντας το εγχείρημά μας να είναι διαφήμιση της κοινωνίας που θα θέλαμε, αυτοθεσμιζόμαστε, θεσπίζοντας αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες.

Η απουσία νοήματος που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες δεν μπορεί παρά να πλήττει και την γλώσσα, όπου εκφράζεται με την διαστρέβλωση των σημασιών. Με την τρέχουσα σημασιοδότηση η πολιτική καθίσταται συνώνυμη της δολοπλοκίας και τις δημαγωγίας. Από την στιγμή, λοιπόν, που ορίζουμε την δραστηριότητά μας ως πολιτική είμαστε υποχρεωμένοι να παρέχουμε τις απαραίτητες διευκρινήσεις. Σε αντίθεση με το σύγχρονο συλλογικό φαντασιακό, σύμφωνα με το οποίο η πολιτική δεν είναι παρά το πεδίο δράσης «ειδικών», επιφορτισμένων με το καθήκον να αποφασίζουν για λογαριασμό της κοινωνίας, εμείς αντιλαμβανόμαστε την πολιτική ως το πεδίο της γνώμης, όπου οι γνώμες όλων είναι ίσες. Για εμάς η πολιτική είναι η δραστηριότητα εκείνη, που αποσκοπεί στον μετασχηματισμό των θεσμών της κοινωνίας προς κατεύθυνση τέτοια, ώστε να λειτουργούν ενισχυτικά της αυτονομίας.

Από την στιγμή που μιλάμε για αυτονομία και για τους λόγους που ήδη προαναφέραμε, αισθανόμαστε την ανάγκη και πάλι, να γίνουμε πιο σαφείς. Καταρχήν μιλάμε για κοινωνική και ατομική αυτονομία, που είναι μεταξύ τους αξεχώριστες. Δεν μπορούν να υπάρξουν πραγματικά αυτόνομα άτομα που να μην είναι δημιουργήματα μιας αυτόνομης κοινωνίας και αντιστρόφως. Η συντριπτική πλειοψηφία των γνωστών σε μας κοινωνιών στην διάρκεια της ιστορίας είναι ετερόνομες. Ενώ αυτοθεσμίζονται, αποδίδουν την θέσμιση τους σε εξωκοινωνικούς παράγοντες –είτε πρόκειται για τον θεό, είτε για τους «νόμους της αγοράς» και τον «ορθολογισμό»– επιδιώκοντας έτσι να την θέσουν στο απυρόβλητο από κάθε αμφισβήτηση. Το ζητούμενο για μας είναι η συνειδητή αυτοθέσμιση της κοινωνίας. Η επίγνωση από μέρους της ότι οι θεσμοί της και οι νόμοι της είναι αποτέλεσμα της δικής της βούλησης και ως δημιούργημα δικό της μπορούν να τεθούν ανά πάσα στιγμή υπό αμφισβήτηση στα πλαίσια μιας αναστοχαστικής διάθεσης.

.

Λειτουργία της συνέλευσης

- Η τακτική συνέλευση της ομάδας είναι εβδομαδιαία.

- Η λήψη των αποφάσεων γίνεται πλειοψηφικά. Αυτό όχι επειδή πιστεύουμε ότι «η πλειοψηφία έχει πάντα δίκιο», αλλά επειδή δεν αναζητούμε καμία, υπαγορευόμενη φερ' ειπέιν απο τον “ορθό λόγο”, «απόλυτη αλήθεια» – δεν πιστεύουμε, ασφαλώς, πως μπορούμε να εκφρασθούμε με ανάλογους όρους, επιδιώκοντας να μιλήσουμε για την κοινωνία και την ιστορία. Αντίθετα, όπως ήδη είπαμε, αντιλαμβανόμαστε την πολιτική ως πεδίο της γνώμης, επομένως επιλέγουμε τη γνώμη των περισσοτέρων, γνωρίζοντας ότι πρόκειται ακριβώς για αυτό. Για μια γνώμη που μπορεί στο μέλλον να αναθεωρηθεί. Κατόπιν αυτών κρίνουμε σκόπιμο να διασαφηνίσουμε, αποσκοπώντας στην αποφυγή τυχών συγχύσεων, πως η προαναφερθείσα αντίληψη σε καμία περίπτωση δεν συνεπάγεται ότι ενδίδουμε στο σχετικισμό, αποδεχόμενοι πως ό,τι είναι δυνατόν να λεχθεί είναι ισοσθενές. Θεωρούμε αντίθετα πως μια αυστηρή λογική οφείλει να διέπει τη σκέψη μας.

- Για να διασφαλισθεί η ισότιμη συμμετοχή όλων των μελών στην διαμόρφωση των αποφάσεων ακολουθείται η παρακάτω διαδικασία. Καταρχήν κάθε μέλος τοποθετείται πάνω στο εκάστοτε υπό συζήτηση θέμα. Κατά την διάρκεια της τοποθέτησής του δεν διακόπτεται παρά μόνο για σύντομες διευκρινιστικές ερωτήσεις. Η διακοπή γίνεται με ανάταση του χειρός προς αυτόν/-ην. Εκτενέστερες διευκρινήσεις μπορούν να ζητηθούν μετά το τέλος της τοποθέτησης του/της. Μετά την τοποθέτηση όλων των μελών διεξάγεται συζήτηση, κατόπιν της οποίας, εφόσον πρόκειται να παρθεί μια απόφαση, διεξάγεται ψηφοφορία, αφού ανακεφαλαιωθούν οι διατυπωμένες απόψεις. Το λευκό απαγορεύεται καθώς, όπως ήδη είπαμε, θεωρούμε πως στην πολιτική όλοι μπορούν και οφείλουν να εκφράζουν γνώμη.

- Σε κάθε κύκλο συζητήσεων οι τοποθετήσεις ξεκινούν με άλλο μέλος.

- Όλα τα μέλη έχουν ίσο δικαίωμα λόγου.

- Σε περίπτωση που η πλειοψηφούσα άποψη δεν συγκεντρώνει το 50%, η διαδικασία επαναλαμβάνεται ανάμεσα στις δύο πρώτες σε ψήφους απόψεις.

- Σε περίπτωση ισοψηφίας η απόφαση βγαίνει με κλήρωση, εφόσον δεν υπάρχει ένσταση από κάποιο μέλος.

- Σε κάθε συνέλευση ένα διαφορετικό μέλος αναλαμβάνει το ρόλο του συντονιστή, φροντίζοντας για την τήρηση της διαδικασίας, όντας επιφορτισμένο να συνοψίζει τις κατατεθειμένες προτάσεις κλπ.

- Οι αποφάσεις της συνέλευσης έχουν δεσμευτικό χαρακτήρα για όλα τα μέλη, τα οποία υποχρεούνται να συντάσσονται με αυτές, από τη στιγμή που παρέχεται η δυνατότητα της ισότιμης, από κοινού διαμόρφωσης τους, δίχως αυτό να συνεπάγεται πως όσοι εκφράζουν μειοψηφικές θέσεις οφείλουν να τις εγκαταλείψουν.

- Όλα τα μέλη οφείλουν να παρίστανται στις συνελεύσεις, εφόσον δεν συντρέχει σοβαρός λόγος απουσίας τους.

- Η συλλογικότητα είναι ανοιχτή σε νέα μέλη. Για να γίνει κάποιος μέλος, πρέπει να του έχουν επιδοθεί το καταστατικό και τα πρόσφατα κείμενα της ομάδας. Κατόπιν αυτού πρέπει να μετάσχει σε δύο συνεχόμενες συνελεύσεις με ίσο δικαίωμα λόγου, αλλά χωρίς την δυνατότητα ψήφου. Στη συνέχεια εφόσον το επιθυμεί, μπορεί να γίνει μέλος της συλλογικότητας.

- Είναι δυνατό να διατηρεί κανείς μια πιο χαλαρή σχέση με την ομάδα, εφόσον για οποιονδήποτε λόγο δεν επιθυμεί να γίνει μέλος της, συμμετέχοντας στις συνελεύσεις χωρίς, όμως, να διαθέτει δικαίωμα ψήφου.

- Για την κάλυψη των εξόδων που προκύπτουν από τις δραστηριότητες της η συλλογικότητα διατηρεί ταμείο, το οποίο συντηρείται από τη μηνιαία εισφορά των μελών. Ταμίες γίνονται όλα τα μέλη εκ περιτροπής ύστερα από σχετική κλήρωση. Ο ταμίας είναι υπόλογος στην συνέλευση και ανακλητός. Η θητεία του είναι 2μηνη.

- Το καταστατικό μπορεί να τεθεί ανά πάσα στιγμή υπό αμφισβήτηση από οποιοδήποτε μέλος, το οποίο όμως οφείλει να διατυπώσει εναλλακτική πρόταση αναφορικά με τα υπό αμφισβήτηση σημεία. Σε περίπτωση αμφισβήτησης του καταστατικού ορίζεται έκτακτη συνέλευση για την συζήτηση της ενδεχόμενης μεταβολής του. Εφόσον δεν υπάρξει αμφισβήτηση του καταστατικού στο διάστημα ενός χρόνου, για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο να γίνει το καταστατικό ξένο προς την ομάδα ή η τήρησή του να αποκτήσει διαδικαστικό χαρακτήρα, αφιερώνεται μια συνέλευση στην συζήτηση και επεξεργασία του.

Ο εκσυγχρονισμός της «παιδείας» και η εκσυγχρονισμένη εξαθλίωση


(Νοέμβρης 2006)

Το «καλό», το «κακό» και η ασχήμια του σωβινιστικου μανιχαϊσμού



(Αύγουστος 2006)

Πέρα απο την ιδιωτικοποήση της παιδείας υπάρχει και η παιδεία της ιδιωτικοποίησης

Πέρα απο την ιδιωτικοποήση της παιδείας υπάρχει και η παιδεία της ιδιωτικοποίησης (ιούνης 2006)

Μεσα στους επομενους μηνες αναμενεται να ψηφιστει στην βουλη ο νεος «νομος πλαισιο» για την τριτοβαθμια εκπαιδευση. Συμφωνα με αυτον συνοπτικα προβλεπεται: εισαγωγη manager στα πανεπιστημια, η επιβολη περιορισμού στα χρόνια φοίτησης όπως και στην μεταφορά μαθημάτων απο προηγούμενα εξάμηνα, ο περιορισμος του πανεπιστημιακου ασύλου, η κατάργηση των δωρεάν συγγραμμάτων, η επιβολη διδάκτρων στις μεταπτυχιακές σπουδες. Επισης με την αναθεώρηση του άρθρου 16 του συντάγματος, προωθείται η ίδρυση «μη κρατικών» (sic) πανεπιστημίων. Νομίζουμε πως γίνεται εύκολα αντιληπτό πως οι ρυθμίσεις αυτές πρόκειται να δυσχαιράνουν την πρόσβαση στα πανεπιστημια των λιγότερο «οικονομικά εύρωστων» στρωμάτων. Με μια δεύτερη ανάγνωση βλέπουμε οτι έχουμε να κάνουμε με μια προσπάθεια «εξορθολογισμού» της λειτουργίας των πανεπιστημίων, ή με άλλα λόγια, αφενώς με την ολοκληρωτική επικράτηση της λογικής του κέρδους, αφετέρου με την επιχειρούμενη διασφάλιση του ενστερνισμού απο μέρους των φοιτητών του καπιταλιστικού φαντασιακού. Ενός φαντασιακού που ούτως ή άλλως επελαύνει –η ψήφιση του συγκεκριμένου νόμου θα μπορούσαμε να πούμε ότι έρχεται να επισφραγίσει στην ουσία την επέλασή του σε μεγάλο τμήμα του φοιτητικού κόσμου- και , μεταξύ άλλων, υπαγορεύει πως ο καθένας ανταμοίβεται εάν δουλέψει σκληρά κι αν είναι «άξιος». Όποιος δεν είναι «άξιος», λοιπόν , θα παίρνει πόδι με συνοπτικές, νομότυπες διαδικασίες.

Με μία κάπως πιο προσεκτική παρατήρηση, εύκολα κανείς διαπιστώνει ότι η εν λόγω εκπαιδευτική «μεταρρύθμιση» δεν έρχεται μόνη της, αλλά εντάσσεται στα πλαίσια μίας γενικότερης «αναδιάρθωσης» που είδαμε το τελευταίο διάστημα να θίγει μια σειρά απο εργασιακά δικαιώματα. Το ερώτημα που προκύπτει είναι γιατί συμβαίνουν όλα αυτά τώρα; Η απάντηση δίνεται εύκολα εφόσον προηγηθεί μία απαραίτητη διευκρίνηση. Οι ελευθερίες και τα δικαιώματα που απολαμβάνουμε είναι βέβαια αποσπασματικά. Δεν χαρίστικαν απο τους καπιταλιστές επειδή οι τελευταίοι είναι φιλάνθρωποι. Αντίθετα αυτοί αναγκάστηκαν σε παραχωρήσεις στην προσπάθειά τους να ανακόψουν κοινωνικά κινήματα που έδρασαν συχνά θέτωντας υπο αμφισβήτηση το σύονολο της κοινωνικής οργάνωσης. Τώρα που οι κοινωνικές συγκρούσεις φαίνεται πως τείνουν να εκλείψουν, ακολουθώντας μια τροχιά παρακμής μερικών δεκαετιών, ο καπιταλισμός επιχειρεί να καλύψει το «χαμένο έδαφος».

Μιλάμε για κοινώνικες συγκρούσεις. Και οι ποσοτικές διεκδικήσεις επαγγελματικών κλάδων που βρίσκονται στην τραγική πλάνη να νομίζουν πως τα συμφέροντά τους είναι ξεχωριστά ή και ανταγωνιστικά ως προς αυτά των υπόλοιπων εργαζομένων δεν συνιστούν κοινωνικές συγκρούσεις. Όπως δεν συνιστουν κοινωνικές συγκρούσεις οι δολοπλοκίες και οι μικροπολιτικές επιδιώξεις των κομμάτων της αποκαλούμενης αριστεράς, μιας και αυτά δεν είναι η κοινωνία, παρότι πασχίζουν να μας πείσουν για το αντίθετο. Όλα αυτά δεν είναι παρα συντεχνιακές συγκρούσεις. Για να μην αποτελέσει κι ο αγώνας των φοιτητών μια τέτοια θλιβερή περίπτωση είναι ζωτικής σημασίας η συνειδητοποίηση απο πλευράς τους, οτι αυτό που συμβαίνει δεν είναι κάτι που αφορά αποκλειστικά τους ίδιους και τους οικείους τους, αλλά υπόθεσγ όλης της κοινωνίας. Το δεύτερο βήμα είναι η ίδια διαπίστωση απο πλευράς της κοινωνίας, πράγμα που πρέπει να αποτελέσει μέλημα των φοιτητών.

Γιατί όμως να αφορά όλη την κοινωνία; Υπεραπλουστευτική η συνήθης απάντηση: επειδή «η παιδεία εμπορευματοποιείται». Το ζήτημα όμως είναι ότι η παιδεία είναι ήδη εμπορευματοποιημένη πέρα απο το χρηματικό υπάρχουν κι άλλου είδους βαρύτερα αντίτιμα. Αν η κατανάλωση εκπαιδευτικών «πακέτων» με προσδοκώμενη ανταμοιβή την ανέλιξη στα υψηλότερα κλιμάκια της καταναλωτικής κοινωνίας δεν συνιστά εμπορευματική σχέση, τότε τι είναι; Θεωρούμε ότι το πρόβλημα δεν αφορά επιμέρους χαρακτηριστικά του πανεπιστημίου, αλλά την ίδια την ουσία αυτού και της εκπαίδευσης εν γένει. Το πανεπιστήμιο έχει μία αποστολή, η οποία είναι η αναπαραγωγή ορισμένων διαχωρισμών που διέπουν την παρούσα κοινωνική οργάνωση. Διαχωρισμών που αποτελούν πυλώνες της όπως αυτός ανάμεσα στην διανοητική και την χειρωνακτική εργασία. Ο διαχωρισμός ανάμεσα σε ειδικούς και μη, ανάμεσα σε αυτούς που σκέπτονται και σε αυτούς που εκτελούν. Αυτός ανάμεσα στους «καλλιτέχνες – δημιουργούς» και στο «κοινό τους». Η συμβολή του πανεπιστημίου σε αυτή την κοινωνία των διαχωρισμών είναι η παραγωγή αυτών που θα κλειθούν αύριο να οργανώσουν και να διοικούν την εργασία, εκπαιδευτικών που θα συνεχίσουν την αποστολή του, διαχωρισμένων καλλιτεχνών. Πάνω και πέρα απο όλα αυτά το πανεπιστήμιο αποτελεί ένα στάδιο στην δημιουργία ενός συγκεκριμένου ανθρωπολογικού τύπου. Του ανθρώπου – ιδιώτη του εξειδικευμένου βλάκα.

Έχουμε την πεποίθηση οτι καμία ουσιαστική γνώση δεν μπορεί να αποκτηθεί ως αποτέλεσμα επαγγελματικής διδασκαλίας κι αν κάποιος μαθαίνει κάτι ωφέλιμο μέσα στα πλαίσια ιδεολογικών μηχανισμών όπως το πανεπιστήμιο, αυτό ωφείλεται μάλλον σε «ατύχημα», σε «αστάθμητους παράγοντες». Όσοι εκπαιδευτικοί, φοιτητές, γονείς και λοιποί απογοητευμένοι απο την αποτυχία του πανεπιστημίου να ανταπεξέλθει σε αυτό που πιστεύουν οτι είναι ο ρόλος του αιτούνται επιπλέον χρηματοδότησης, εθελοτυφλούν μπροστά σε μια συντριπτική πραγματικότητα της οποίας είναι μέτοχοι. Απο την στιγμή που η πραγματική γνώση αποκτάται μέσω της συμμετοχής και της εμπειρίας, οι φοιτητές έχουν πολύ περισσότερες πιθανότητες να συναντηθούν με αυτή στους δρόμους και στα κατειλημένα πανεπιστήμια, υπο την προϋπόθεση βέβαια, οτι αυτά αντι να παραμείνουν μοχλός πίεσης κόντρα στην κυβέρνηση, θα αποτελέσουν πολιτικούς και πολιτιστικούς χώρους συνεύρεσης και ενδεχομένως αυτομόρφωσης, ανοιγόμενα και προς την κοινωνία, παύοντας να είναι γκέτο. Είναι στο χέρι των φοιτητών και της κοινωνίας να μετατρέψουν τα πανεπιστήμια απο χώρους νάρκωσης της σκέψης σε χώρους όπου ο καθένας θα επιχειρεί να κινητοποιήσει την σκέψη των γύρω του, επιδιώκοντας ταυτόχρονα την κινητοποίηση της δικής του. Οι «ρεαλιστές» βέβαια, κάνοντας ίσως ένα μορφασμό, θα επιχειρήσουν να μας επαναφέρουν στην πραγματικότητα, δηλώνοντας ότι αυτά τα πράγματα είναι ανέφικτα και «ουτοπικά».Έτσι για μια ακόμη φορά θα εκλογικεύσουν το «πραγματικό». Έχουμε κι εμείς συναίσθηση της πραγματικότητας κι ακριβώς για αυτό τα λέμε αυτά. Σχετικά με το «ανέφικτο» έχουμε να δώσουμε την εξής μια απάντηση. Για να μπορέσει κανείς να φανταστεί κάτι άλλο-απο-αυτό-που-υπάρχει πρέπει να θέλει κατι άλλο.Και για να θέλει κάτι άλλο πρέπει να μπορεί να το φανταστεί. Επομένως θα συμφωνήσουμε πως όλα αυτά είναι ανέφικτα, στο βαθμό που δεν υπάρχει διάθεση να επιδιωχθουν....

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

aytonomoikerkyras@yahoo.com

Η λήθη είναι θέμελιος λίθος της αλλοτρίωσης...

(Μάης 2006)

Η ιστορία δεν είναι μάθημα, είναι κοινωνική δημιουργία

Η ιστορία δεν είναι μάθημα, είναι κοινωνική δημιουργία

Η καταγραφή της ιστορίας είναι μια δημιουργική υπόθεση. Στην περίπτωση όμως της επίσημης σχολικής μυθιστορίας πηγαίνει ένα βήμα παραπέρα, προσεγγίζοντας το πεδίο της μυθιστοριογραφίας. Στις 25 Μαρτίου, όπως κάθε χρόνο, γιορτάστηκε η επέτειος της αποκαλούμενης ελληνικής επανάστασης. Γιατί θα αναρωτηθεί κανείς, επιλέχθηκε η συγκεκριμένη ημερομηνία, που συμπίπτει με το θρησκευτικό εορτασμό του «ευαγγελισμού της θεοτόκου», την στιγμή που η έναρξη της επανάστασης τοποθετείται ένα μήνα πριν; Για να συνδεθεί η εκκλησία με αυτήν είναι η απάντηση. Ο ίδιος λόγος επέβαλλε την μυθολογία του «κρυφού σχολείου», που στην πραγματικότητα ποτέ δεν υπήρξε. Γιατί μπορεί η ηγεσία της εκκλησίας και μεγάλο μέρος του κλήρου να αντιτιθόταν στην επανάσταση, κρίνοντας ότι έθιγε τα συμφέροντα τους, - η εκκλησία απολάμβανε προνομία στην Οθωμανική αυτοκρατορία - όμως η συμβολή της εκκλησίας ήταν ανεκτίμητη για το νεοσύστατο ελληνικό κράτος στην συνεχεία, στην προσπάθεια για προώθηση της εθνικής συνείδησης. Αυτό το τελευταίο δεν ήταν το πιο απλό πράγμα, δεδομένης της σύστασης του πληθυσμού στην μετέπειτα ελληνική επικράτεια. Χαρακτηριστικό είναι ότι πολλοί από τους «ήρωες του ‘21» στην καθημερινότητα τους δεν μιλούσαν ελληνικά, αλλά αρβανίτικα. Όπως αρβανίτικη είναι και η «εθνική μας φορεσιά», η φουστανέλα.

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επί μακρόν, όμως κάτι τέτοιο δεν θα είχε νόημα. Πέρα από την διαστρέβλωση των γεγονότων το τραγικό είναι η αντιμετώπιση της ιστορίας ως καθοριζόμενης από κάποια εξωκοινωνική δύναμη. Αρκεί κανείς να ανοίξει ένα σχολικό βιβλίο ιστορίας και η εντύπωση που θα αποκομίσει θα είναι ότι ένα αόρατο χέρι κινεί τα νήματα. Τα πάντα είναι ιδωμένα μέσα από το πρίσμα ενός οικονομικού ντετερμινισμού. Οι κοινωνίες στην καλύτερη των περιπτώσεων αναγνωρίζονται ως κομπάρσοι. Τραγική πλάνη καθώς η ιστορία είναι κοινωνική δημιουργία. Κανείς δεν είναι υπεύθυνος για αυτήν, άλλος από εμάς τους ίδιους.

Η απουσία νοήματος και η αδυναμία δημιουργίας νέων σημασιών που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες κοινωνίες, τις «αναγκάζουν» στην ανάσυρση «αξιών» και την αναβίωση και προσκόλληση σε παραδόσεις των οποίων καταλήγουν να είναι δέσμιες, καθώς η σχέση με αυτές είναι κάθε άλλο παρά δημιουργική, αφού δεν εντάσσεται στα πλαίσια μιας αναστοχαστικής διάθεσης. Έχουμε έτσι το οξύμωρο την εποχή που γίνεται λόγος για «παγκοσμιοποίηση, κατάργηση των συνόρων» κλπ - το τι στην πραγματικότητα σημαίνουν όλα αυτά είναι μια άλλη ιστορία - να αναδύεται ένας λόγος περί «εθνικών ιδεωδών». Η εν λόγω συγκυρία συντείνει στην έξαρση του εθνικισμού, του «πατριωτισμού», - δεν απέχουν μεταξύ τους τόσο, όσο θέλουν να πιστεύουν κάποιοι - του ρατσισμού.

Τα παραπάνω αποτελούν επακόλουθα και ταυτόχρονα συνθήκες ύπαρξης για την παρούσα κοινωνική οργάνωση. Μια κοινωνική οργάνωση που αξιώνει να διαιωνίζεται, απλά επειδή συμβαίνει να υπάρχει. Το σχολείο, ενσαρκώνοντας - όπως κάθε θεσμός - κοινωνικές φαντασιακές σημασίες, ως ιδεολογικός μηχανισμός αποσκοπεί στην δημιουργία του τύπου ατόμου, που απαιτείται για την διαιώνιση της ετερονομίας. Είναι ένα στάδιο της μύησης στο μύθο της κοινωνίας. Στα πλαίσια αυτής του της αποστολής εντάσσεται και η καλλιέργεια της εθνικής συνείδησης, για την οποία μεταξύ άλλων μεταχειρίζεται απολιθώματα από την εποχή της φασίζουσας δικτατορίας του Μεταξά, όπως οι μαθητικές παρελάσεις. Η άρνηση της συμμετοχής σε αυτόν τον εορτασμό του μίσους - μίσους απέναντι στους εαυτούς μας πρωτίστως - είναι το λιγότερο που μπορεί να κάνει ο καθένας. Εφόσον δεν επιθυμούμε να παραδοθούμε στον γενικευμένο κομφορμισμό, εφόσον το ζητούμενο για μας είναι η αμφισβήτηση και όχι η συμμόρφωση, εφόσον προτάσσουμε την συλλογική και ατομική αυτονομία, που είναι μεταξύ τους αξεχώριστες, επιδιώκουμε το σαμποτάρισμα και την απόρριψη της διδασκαλίας της αποξένωσης.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

Μάρτης 2006