Monday, November 26, 2007

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ: ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΣΤΑ 1000 ΕΤΗ - ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ 50 ΕΥΡΩ!

Στην Κέρκυρα είχε κηρυχθεί για σήμερα απεργία για το ασφαλιστικό, μιας και στις 12/12 που πρόκειται να γίνει η πανελλαδική απεργία, το νησί παραλύει -ο Αη Σπυρίδωνας ντε!- και ελπίζει ενδεχομένως σε κάποιο θαύμα. Βρεθήκαμε στην πορεία του εργατικού κέντρου -το "ΠΑΜΕ" είχε, όπως θα μαντέψατε καλέσει ξεχωριστή συγκέντρωση- οπού φωνάξαμε αρκετά συνθήματα και μοιράσαμε το κείμενο που ακολουθεί.

ΔΙΕΚΔΙΚΟΥΜΕ: ΟΡΙΟ ΣΥΝΤΑΞΙΟΔΟΤΗΣΗΣ ΣΤΑ 1000 ΕΤΗ - ΚΑΤΩΤΑΤΗ ΣΥΝΤΑΞΗ 50 ΕΥΡΩ!

Το ζήτημα του ασφαλιστικού στο άκουσμα και μόνο φέρνει συνειρμικά στο νου ένα «χρονίζον δυσεπίλυτο πρόβλημα της ελληνικής κοινωνίας», για την διευθέτηση του οποίου αναζητούταν ανέκαθεν η κατάλληλη στιγμή. Φαίνεται, λοιπόν, πως η στιγμή αυτή έφτασε, αν και δεν καθίσταται σαφές, ποιες είναι αυτές οι συνθήκες, οι οποίες –«ωριμάζοντας», προφανώς– άνοιξαν τον δρόμο για την «εξυγίανση του συστήματος». «Εξυγίανση» η οποία συνεπάγεται τη συγχώνευση ταμείων, την αύξηση των ορίων συνταξιοδότησης και τη μείωση των συντάξεων. Βάσει των προθέσεών της αυτών καταλογίζεται στην κυβέρνηση η αθέτηση των προεκλογικών της δεσμεύσεων δια στόματος του αρχηγού της κ. Καραμανλή, σύμφωνα με τις οποίες τα προαναφερθέντα κεκτημένα δεν επρόκειτο να θιγούν. Μοιάζουν να αγνοούν οι αντιπολιτευόμενοι, ότι στην φιλελεύθερη ολιγαρχία που αρέσκεται να αυτοαποκαλείται «δημοκρατία», ουδέν λάθος αναγνωρίζεται μετά την απομάκρυνση από το ταμείο ή από την κάλπη εν προκειμένω. Ότι τίποτα δεν πρέπει να θεωρείται κεκτημένο, όταν η κοινωνία εκχωρεί την δυνατότητα λήψης αποφάσεων στους επαγγελματίες της πολιτικής. Και ενώ επισείεται το φόβητρο της «κατάρρευσης του συστήματος» και ως διέξοδος προβάλλεται το να δουλεύουμε περισσότερο, δεν φαίνεται αυτοί οι ίδιοι που κρούουν τον «κώδωνα του κινδύνου» να διακατέχονται από αντίστοιχη ανησυχία για το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής που απειλεί με κατάρρευση τον ανθρώπινο πολιτισμό στο σύνολό του, έχοντας ως γενεσιουργό αιτία, το γεγονός ακριβώς ότι δουλεύουμε περισσότερο, για να παράγουμε περισσότερα σκουπίδια, τα οποία εν συνεχεία καταναλώνουμε με καταστροφικές συνέπειες.

Το φλερτ του καπιταλισμού με την καταστροφή υπήρξε βέβαια διαχρονικό. Είναι αναρίθμητες οι περιστάσεις εκείνες, κατά τις οποίες ο καπιταλισμός διεσώθη χάρη στις εργατικές διεκδικήσεις, χωρίς ασφαλώς μια τέτοια «διάσωση» να συγκαταλεγόταν στις προθέσεις του εργατικού κινήματος. Για να το πούμε με άλλα λόγια, αν οι εργάτες δεν αντιδρούσαν στην επιδίωξη για διατήρηση των αμοιβών τους σε εξευτελιστικό επίπεδο και εξακολουθούσαν να δουλεύουν αγόγγυστα 14 και 16 ώρες το 24ωρο, τότε τα εμπορεύματα που θα παρήγαγαν θα παρέμεναν αδιάθετα, καθώς οι ίδιοι δεν θα είχαν τον «ελεύθερο χρόνο» –ο οποίος, όπως χαρακτηριστικά αποτυπώνεται εν προκειμένω, συνιστά επί της ουσίας προέκταση του χρόνου παραγωγής– ή την αγοραστική δυνατότητα να τα καταναλώσουν, κάτι που θα επέφερε αναμφίβολα την κατάρρευση του καπιταλιστικού οικοδομήματος. Εκεί θα οδηγούσε μοιραία, εφόσον βέβαια δεν συναντούσε καμία αντίσταση, το συνυφασμένο με το καπιταλιστικό φαντασιακό –και «ορθολογικό» κατά τα λοιπά– αίτημα της «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», «ανάπτυξη» της οποίας η επίτευξη φέρει ως προϋπόθεση την διαρκή μείωση του κόστους και του χρόνου παραγωγής, ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η μεγιστοποίηση των κερδών.

Σήμερα πλέον η επικράτηση της προαναφερθείσας αντίληψης είναι σχεδόν καθολική, μιας και οι κοινωνικές συγκρούσεις, τείνουν να εκλείψουν, παραχωρώντας την θέση τους στις συντεχνιακές. Στο γεγονός αυτό έγκειται και η έλευση της κατάλληλης στιγμής για τον «εξορθολογισμό» του ασφαλιστικού συστήματος. Οι κοινωνικές αντιστάσεις προδιαγράφεται, ότι θα είναι ευκολότερο να καμφθούν. Σε διεθνές επίπεδο ο καπιταλισμός αντεπιτίθεται, παίρνοντας σταδιακά πίσω τις ελευθερίες και τα δικαιώματα που μέχρι πρότινος απολαμβάναμε και τα οποία δεν απετέλεσαν σε καμία περίπτωση «παραχωρήσεις», αλλά αντίθετα υπήρξαν κατακτήσεις κοινωνικών κινημάτων. Στο έργο του αυτό συνεπικουρείται από την υπαναχώρηση των κινημάτων αυτών, η οποία παρατηρείται την τελευταία τριακονταετία και την συντεχνιακή λογική την οποία δεν παραλείπει να εκμεταλλεύεται, όπως περίτρανα αποδεικνύεται τόσο από το παράδειγμα της Γαλλίας, όσο κι από την επίκληση των «ρετιρέ» στα καθ’ υμάς. Οι εργαζόμενοι, σε μεγάλο μέρος τους, δεν μοιάζουν να αντιλαμβάνονται την κλασσική παραδοχή σύμφωνα με την οποία η επιδείνωση της θέσης ενός κλάδου, ουσιαστικά ισούται με την επιδείνωση της θέσης του συνόλου των εργαζομένων. Αντίθετα, διακατεχόμενοι από χαιρεκακία, αρκετά συχνά επιχαίρουν για την «απόδοση δικαιοσύνης», αδυνατώντας να συλλάβουν, ότι σύντομα θα φτάσει και η δική τους σειρά.

Οι ρίζες της οικτρής αυτής εικόνας θα πρέπει, νομίζουμε, να αναζητηθούν στην ιδιωτικοποίηση, την αποπολιτικοποίηση, την απάθεια και τον ατομικισμό που συνθέτουν την κοινωνική πραγματικότητα των ημερών μας. Ως απότοκο της ενθρόνισης της οικονομικής δραστηριότητας στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής, έχουμε την καταστροφή κάθε έκφανσης συλλογικότητας και αλληλεγγύης. Την ανάδυση ενός τύπου ατόμου που ενδιαφέρεται αποκλειστικά για τα ιδιωτικά του συμφέροντα, έχοντας ως μέλημα του να είναι ανταγωνιστικός και παραγωγικός, ούτως ώστε να «καταξιώνεται», όντας σε θέση να διευρύνει την καταναλωτική του δύναμη. Στο σημείο αυτό επομένως προβάλλει μια αντικειμενική δυσκολία για την επιτυχία της ασφαλιστικής «μεταρρύθμισης», δεδομένου ότι ο εργαζόμενος καλείται να δουλέψει περισσότερο, –μέχρι τα 65– ενώ παράλληλα το μοναδικό του κίνητρο συρρικνώνεται, καθώς η σύνταξη του αντί να αυξάνεται μειώνεται. Έτσι οι κυβερνώντες βρίσκουν εαυτούς σε στενάχωρη θέση. Δεν μπορούν, απευθυνόμενοι στο «φιλότιμο» των θιγόμενων, να επικαλεστούν την θυσία για το «κοινό καλό», μιας και κάτι τέτοιο μάλλον τη χλεύη θα προκαλούσε, αφού, όπως είδαμε, η απώλεια του όποιου κύρους της κοινωνίας ως αξίας είναι πρόδηλη, συνιστώντας ταυτόχρονα την προϋπόθεση για την επέλαση του καπιταλισμού. Μένουν λοιπόν να λένε «αν δεν συμβιβαστούμε τώρα με τα λίγα, αύριο θα τα χάσουμε όλα». Όμως αυτό το επιχείρημα δεν καταπίνεται τόσο εύκολα, γιατί αναιρεί όλη την φιλολογία των ιδεολογημάτων της «προόδου» και της «ανάπτυξης». Η μόνη βεβαιότητα του ανθρώπου - υπολογιστή, η οποία συνίσταται στην κοινή παραδοχή, ότι όποιος εργάζεται σκληρά ανταμείβεται και προκόβει, διαταράσσεται.

Τα εργατικά συνδικάτα και τα κομουνιστικά και εργατικά κόμματα, διαπνεόμενα επίσης από τον οικονομισμό και τον παραγωγισμό, έρχονται να εκφράσουν την συνακόλουθη δυσαρέσκεια στα πλαίσια που ορίζει ο διαμεσολαβιστικός τους ρόλος. Περιττεύει ίσως να αναφέρουμε σε αυτό το σημείο, πως οι παραδοσιακές μορφές οργάνωσης της εργατικής τάξης έχουν προ πολλού καταστεί οργανικό κομμάτι, πυλώνες της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης, όντας ζωτικοί για την διαιώνισή της, όπως και εκείνη με την σειρά της είναι απαραίτητη για την δική τους επιβίωση. Είναι αυτονόητο, λοιπόν, δεδομένου και του εύρους του προβλήματος, όπως αυτό καταδείχθηκε προηγουμένως, πως αυτές οι μορφές οργάνωσης δεν μπορούν να αποτελέσουν κανενός είδους «λύση», για όσους θεωρούν το ζήτημα ως αξεχώριστο τμήμα μιας γενικότερης πολιτικής και κοινωνικής πραγματικότητας. Το ζητούμενο αντίθετα είναι η δημιουργία ενός δημοκρατικού επαναστατικού κινήματος, το οποίο θα αντλεί από την εμπειρία των δημοκρατικών εκφάνσεων του εργατικού κινήματος –χωρίς να καθίσταται δέσμιο της παράδοσης αυτής, φέροντάς την ως βαρίδι– πριν το τελευταίο εκφυλιστεί υπό το ισοπεδωτικό βάρος της μπολσεβικοποίησης και στην συνέχεια της σταλινοποίησης. Σε όσους πιθανόν αντιτείνουν ότι το ζήτημα που μας αφορά εδώ είναι το ασφαλιστικό, εκείνο που έχουμε να απαντήσουμε είναι, ότι πληθώρα κατακτήσεων που τώρα τίθενται επαμφιβόλω, υπήρξαν προϊόν και της δράσης κινημάτων που επεδίωξαν τον άρδην μετασχηματισμό της κοινωνίας και παρότι δεν κατόρθωσαν να πετύχουν τον απώτερο στόχο τους, συνέβαλαν τα μέγιστα σε επιμέρους, διόλου αμελητέες, αλλά αντίθετα ουσιαστικές κοινωνικές αλλαγές. Άλλωστε ο «ρεαλισμός», είναι προφανές δεν είναι με το μέρος μας. Ας τον αφήσουμε κι εμείς, επιτέλους, κατά μέρους.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας
www.aytonomoikerkyras.blogspot.com
aytonomoikerkyras@yahoo.com

Tuesday, November 20, 2007

Η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της "ανάπτυξης"

Διεξήχθη χθες, όπως είχε προγραμματιστεί, η εκδήλωση μας με θέμα «η οικολογία ως ζήτημα κατ’ εξοχήν πολιτικό – η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της “ανάπτυξης”». Η προσέλευση του κόσμου κρίνεται μάλλον ικανοποιητική, μιας και ο αριθμός όσων παρευρέθησαν στη συζήτηση προσέγγιζε –ίσως μάλιστα και να ξεπερνούσε– τους 40. Το πλέον θετικό είναι, ότι προέκυψαν τοποθετήσεις από μεγάλο μέρος των συμμετεχόντων, με τους περισσότερους/-ρες να επανέρχονται επανειλημμένα. Βέβαια –όπως συχνά συμβαίνει σε τέτοιου είδους εκδηλώσεις– η συζήτηση σε μεγάλο μέρος της «ξέφυγε», θα λέγαμε, από το προκαθορισμένο θέμα, κάτι το οποίο, εκτός του ότι είναι σχεδόν αναπόφευκτο, δεν είναι απαραίτητα κακό, αφήνοντας μας, όμως, στην προκειμένη περίπτωση με την αίσθηση, ότι πολλά που θα μπορούσαν και θα θέλαμε να ειπωθούν, δεν ειπώθηκαν. Σε αυτή την αίσθηση συνέτεινε και το γεγονός, ότι αναγκαστήκαμε να διακόψουμε την εκδήλωση ­­–η οποία ως… είθισται άρχισε με αρκετή καθυστέρηση, λόγω της αργοπορίας του κόσμου– πρόωρα, στις 21:00 περίπου, εξαιτίας προβλήματος με την αίθουσα και ενώ διαφαινόταν η διάθεση των περισσοτέρων για συνέχιση της. Έτσι πολλά ζητήματα παρέμειναν μετέωρα, πάνω στο άγχος μας να πούμε, όσα είναι αδύνατο να λεχθούν σε κάτι παραπάνω από μια ώρα. Όπως και να ‘χει, νομίζουμε, ότι ο καθένας μπόρεσε να εξάγει τα συμπεράσματα του, και ευελπιστούμε η συζήτηση να συνέβαλλε κατά το δυνατό στη διερώτηση αναφορικά με τα όσα απετέλεσαν αντικείμενο της. Ακολουθεί το κείμενο της εισήγησης, όπου αποτυπώνονται σαφώς η θέσεις μας. Ελπίζουμε να ανατρέξουν σε αυτό όσοι από τους παρευρισκόμενους δεν είναι «ακουστικοί τύποι». Οι όποιες παρατηρήσεις είναι ευπρόσδεκτες στην ηλεκτρονική μας διεύθυνση, η οποία παρατίθεται στα αριστερά της σελίδας. Δεν παρέχουμε –προς το παρόν τουλάχιστον– τη δυνατότητα σχολιασμού στο blog, καθώς κάτι τέτοιο θα συνεπαγόταν την από μέρους μας δέσμευση, ότι θα απαντούσαμε μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο δεν μπορούμε να εγγυηθούμε. Αυτά.


Η οικολογία ως ζήτημα κατ’ εξοχήν πολιτικό – η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της «ανάπτυξης»

Το οικολογικό πρόβλημα είθισται να αντιμετωπίζεται μέσα από το πρίσμα μιας ιδιότυπης «πολιτικής ορθότητας», ανάλογης με εκείνην που επιφυλάσσεται σε ζητήματα όπως αυτό της πείνας στον τρίτο κόσμο. Σε αυτό συνηγορούν φερ’ ειπείν τα διάφορα live aid που διοργανώνονται κατά καιρούς, έχοντας ως σκοπό τους, υποτίθεται, την ευαισθητοποίηση, τη στιγμή που συμβάλλουν στον εφησυχασμό. Όλοι, διαρρηγνύοντας τα ιμάτια τους, διατυμπανίζουν την οργή τους, την ευαισθησία τους, την ανησυχία τους, τη λύπη τους κ.ο.κ, σύμφωνα με ότι επιτάσσει η εκάστωτε περίσταση. Πρόκειται για το ίδιο φαινόμενο, του οποίου γίναμε μάρτυρες, με αφορμή την καταστροφή που προκλήθηκε από τις μεγάλες πυρκαγιές του καλοκαιριού, η οποία καταστροφή αντιμετωπίστηκε με την πρέπουσα εθνική ομοψυχία που επιφυλάσσεται ως αντιμετώπιση σε κάθε σοβαρό ζήτημα στην Ελλάδα, συμβάλλοντας τα μέγιστα στη συγκάλυψη των πραγματικών του διαστάσεων και αιτιών. Αυτή η τάση για συσκότιση, για αποποίηση της όποιας ευθύνης αποτελεί, νομίζουμε, κοινή συνισταμένη ανάμεσα στη φιλανθρωπία και το όψιμο, επιφανειακό ενδιαφέρον για τα του περιβάλλοντος. Υπάρχουν βέβαια και σημαντικές διαφορές. Για παράδειγμα η λήψη δρακόντειων μέτρων ενάντια στη μετανάστευση και η ανέγερση τειχών μπορεί να συμβάλλουν στην αναχαίτιση των εξαθλιωμένων του Νότου που επιχειρούν να εισέλθουν στη «γη της επαγγελίας» για πόσο άραγε αλλά δεν αναμένεται να αποτελέσουν εμπόδιο για τις οδυνηρές συνέπειες της κλιματικής αλλαγής.

Κατόπιν των όσων προαναφέρθηκαν, γίνεται κατανοητό, πιστεύουμε, το γιατί η αποψινή συζήτηση έχει ως θέμα της τη διερεύνηση των όσων συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία της εκτυλισσόμενης περιβαλλοντικής κρίσης. Και κατά τη γνώμη μας οι αιτίες αυτές δεν μπορούν, παρά να αναζητηθούν στο καπιταλιστικό φαντασιακό και τη σημερινή παντοκρατορία του. Ήδη με την επικράτηση του καπιταλισμού εισάγεται μια καθοριστική για ότι επακολουθεί καινοτομία, η οποία αφορά στην τοποθέτηση της οικονομικής δραστηριότητας στο επίκεντρο της κοινωνικής ζωής. Η εξέλιξη αυτή συνιστά γεγονός πρωτόγνωρο στο ρου της ιστορίας. Ενώ σε προγενέστερες του καπιταλισμού κοινωνικοϊστορικές περιόδους η διαδικασία της παραγωγής και η οικονομική δραστηριότητα εν γένει εντασσόταν στα πλαίσια άλλων κοινωνικών δραστηριοτήτων, τώρα πια αυτονομείται, καταλαμβάνοντας εν τέλει κάθε άλλη κοινωνική σφαίρα. Το οικονομικό κίνητρο υποκαθιστά κάθε άλλο, ούτως ώστε να έχουμε μία ανθρωπολογική και κοινωνιολογική μετάλλαξη, θα λέγαμε, η οποία με τη σειρά της έχει ως αποτέλεσμα την ανάδυση ενός νέου ανθρωπολογικού τύπου, του «homo economicus», του ανθρώπου - υπολογιστή, κύριο μέλημα του οποίου είναι να σταθμίζει το κάθε τι με βάση το προσδοκώμενο οικονομικό και πιο συγκεκριμένα χρηματικό όφελος, τακτική στην οποία ωθείται και από την ίδια την ανάγκη του για επιβίωση.

Προκύπτει, λοιπόν, η επιδίωξη της «διαρκούς ανάπτυξης των παραγωγικών δυνάμεων», η οποία ανάπτυξη ανάγεται σε αυτοσκοπό, προβαλλόμενη ταυτοχρόνως ως «ορθολογική» εντελώς αναιτιολόγητα, χωρίς καμία απάντηση να δίνεται στο εύλογο ερώτημα που γεννάται αναφορικά με αυτήν την καταφανώς ψευδεπίγραφη «ορθολογικότητα». Ο ισχυρισμός αυτός απλά αντλεί το υποτιθέμενο κύρος του από την «ορθολογική» χρήση των μέσων για την επίτευξη του επιδιωκόμενου σκοπού. Αγνοείται βέβαια ότι βάσει αυτής της αντίληψης, οδηγούμενης στην ακραία της συνέπεια, θα έπρεπε ο αφανισμός της Χιροσίμα να θεωρηθεί ορθολογική ενέργεια, αφού η ατομική βόμβα είναι «ορθολογική» ως απότοκο της επίτευξης της διάσπασης του ατόμου. Ο εργαλειακός αυτός ορθολογισμός, περιοριζόμενος στη σφαίρα του «μετρίσιμου», μεταφράζεται στην αποσκοπούμενη μείωση του κόστους και του χρόνου παραγωγής που συνεπάγεται την αύξηση του κέρδους. Ως φυσικό παρεπόμενο προκύπτει η καθιέρωση της ελαχιστοποίησης/μεγιστοποίησης, η εγκαθίδρυση δηλαδή των οικονομικών κριτηρίων ως υπέρτατης αξίας. Περιττεύει ίσως να αναφερθούμε στο γεγονός, ότι σε αυτήν την εξίσωση το κόστος είναι μάλλον στενά προσδιορισμένο, μιας και περιορίζεται αυστηρά στο χρηματικό τομέα. Όποιο άλλο κόστος που ενδεχομένως αφορά ανθρώπινες ζωές, την υποβάθμιση τους, την καταστροφή του περιβάλλοντος δεν συνυπολογίζεται. Η πεισματική άρνηση της κυβέρνησης των ΗΠΑ να θέσει σε εφαρμογή το πρωτόκολλο του Κιότο, φέροντας ως επιχείρημα για τη μη συμμόρφωση της, τις συνέπειες που η εφαρμογή της συνθήκης θα είχε σε σχέση με την επιβράδυνση των ρυθμών της οικονομίας τους, αποτελεί ένα ενδεικτικό παράδειγμα ανάμεσα σε πληθώρα αντίστοιχων παραδειγμάτων διεθνώςτης «ορθολογικότητας» του καπιταλισμού.

Βρισκόμαστε ενώπιον της εξώθησης του φαντασιακού της απεριόριστης επέκταση της «ορθολογικής κυριαρχίας» στην ακραία του συνέπεια. Βέβαια η κυριαρχία αυτή ούτε ορθολογική είναι, για τους λόγους που ήδη αναφέραμε, αλλά ούτε και κυριαρχία. Ο αποσκοπούμενος εντεινόμενος έλεγχος του ανθρώπου επάνω στη φύση και τους άλλους ανθρώπους αποδεικνύεται περίτρανα, πως δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από μια Χίμαιρα, μιας και έχει ως φυσικό παρεπόμενο την δημιουργία καταστάσεων απολύτως ανεξέλεγκτων και απρόβλεπτων, μπροστά στις οποίες ο άνθρωπος φαντάζει εντελώς ανήμπορος. Η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί ενδεικτικό σημείο της συνθήκης αυτής, εντός της οποίας ο καπιταλισμός εξακολουθεί να αυτοαναγορεύεται σε καθεστώς «βέλτιστο» και αναπόφευκτο μαζί, τη στιγμή που ο συμβιβασμός με αυτήν την εξόφθαλμη αντινομία προσδίδει χαρακτήρα μοιραίου γεγονότος στην οικολογική καταστροφή, καθιστώντας την αυθεντικά αναπόφευκτη.

Επιχειρώντας να το θέσουμε κάπως σχηματικά, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι με την επικράτηση του καπιταλιστικού φαντασιακού συντελείται μια μετάβαση από τις θρησκευτικές κοινωνίες στις κοινωνίες της θρησκευτικοποιημένης «προόδου». Αφού διευκρινίσουμε εξ’ αρχής, προς αποφυγή τυχών παρεξηγήσεων, αυτό που σε εμάς φαντάζει αυτονόητο, ότι δηλαδή η όποια οπισθοδρόμηση αφενός δεν αποτελεί απάντηση, αφ’ εταίρου δεν είναι εφικτή, αλλά και να ήταν δεν είναι θεμιτή, διαπιστώνουμε, ότι η θέση της θρησκείας έως πρότινος λειτουργούσε ως υπενθύμιση των ορίων που όφειλαν να διέπουν τη δράση του ανθρώπου γενικότερα και ειδικότερα, όσον αφορά το ζήτημα που μας απασχολεί εδώ, ως υπενθύμιση ότι ο άνθρωπος δεν είναι κυρίαρχος της φύσης, αλλά υπάρχει μια ανώτερη δύναμη που ορίζει τον κόσμο. Ο θεός εξυπηρετεί την «προσωποποίηση» της αβύσσου, του αχανούς σύμπαντος, εντός του οποίου ο άνθρωπος νιώθει ανίσχυρος, καθιστώντας το εγγύτερο στα ανθρώπινα μέτρα και λιγότερο εχθρικό. Διαμέσου της θρησκείας ικανοποιείται η ανάγκη της ψυχής για νόημα και αποκρύπτεται το δυσβάστακτο γεγονός, ότι δεν υπάρχει κανείς και τίποτα στο σύμπαν που να ενδιαφέρεται για την ύπαρξη ή τον αφανισμό μας, αλλά τα πάντα διακρίνονται από μια τυχαιότητα. Σε πλήρη αντιδιαστολή με όλα αυτά έρχεται η προαναφερθείσα, ακραία αλαζονική ενθρόνιση του ανθρώπου στη θέση του κυρίου της φύσης. Αυτή η ψευδαίσθηση παντοδυναμίας, η οποία αναμφίβολα ξεπερνά κατά πολύ τα όρια της αρχαιοελληνικής ύβρεως, είναι έκδηλη για παράδειγμα, στον τρόπο με τον οποίο οι σύγχρονες δυτικές κοινωνίες χειρίζονται το θέμα της θνητότητας. Ο θάνατος είναι ένα ζήτημα που επιλέγεται να κρύβεται κάτω από το χαλί. Το να γεράζει κανείς, όταν δεν αντιμετωπίζεται ως όνειδος, αντιμετωπίζεται ως γραφικότητα. Μια αντιμετώπιση ανάλογη αυτής που επιφυλάσσεται στη ζωή της υπαίθρου, η οποία, άλλωστε, από άποψη πληθυσμιακής συγκρότησης είναι γερασμένη. Το φαινομενικά παράδοξο είναι, ότι η ψύχωση της αιώνιας νεότητας και του πόθου της αθανασίας που εκτρέφεται και από τη βιοτεχνολογία –τον κατ’ εξοχήν τομέα που σχετίζεται με την κυριάρχηση επάνω στη φύση– συμπίπτει με τη διαρκή υποβάθμιση της ζωής, τη συνυφασμένη με το κενό νοήματος από το οποίο πάσχει η σύγχρονη παρηκμασμένη Δύση. Κενό που, παρότι εξόχως δυσαναπλήρωτο, πασχίζεται να γεμίσει εις μάτην με μύρια όσα υποκατάστατα, κυρίως δε με την κατανάλωση, διαμέσου της οποίας επιχειρείται να παρασχεθεί η δυνατότητα αυτoεκπλήρωσης του ατόμου, η οποία δεν προσφέρεται στη μεταμοντέρνα κοινωνία.

Αυτό το συντελεσμένο πλέον πέρασμα από την οικονομία της ανακύκλωσης –όπου οι άνθρωποι χρησιμοποιούσαν και ξανα-χρησιμοποιούσαν τα πάντα με φειδώ, προνοώντας, για να έχουν– στις οικονομίες της αλόγιστης σπατάλης– όπου το κάθε τι πετιέται, μόλις πάψει να είναι στη μόδα ή βγει το επόμενο μοντέλο– εκτός του ότι επιφέρει την εξοργιστική αντίληψη, σύμφωνα με την οποία ο άνθρωπος είναι ένα ζώο, προοριζόμενο να παράγει περισσότερα, για να είναι σε θέση να καταναλώνει περισσότερα, όπως είναι αυτονόητο, έχει ολέθριες επιπτώσεις στο περιβάλλον. Δεν υπάρχει σωτηρία για το περιβάλλον, όσο η οικονομία εξακολουθεί να βρίσκεται στο επίκεντρο, για τον απλούστατο λόγο ότι η συνεχής αύξηση της ζήτησης είναι για την καπιταλιστική οικονομία ζωτική συνθήκη. Είναι ξεκάθαρη σε αυτό το σημείο η δραματική διάψευση της θέσης του Μαρξ, ότι ο καπιταλισμός μέλει να καταρρεύσει υπό το βάρος των ίδιων του των αντιφάσεων, αδυνατώντας να παράσχει τα αναγκαία στους προλετάριους. Σήμερα η μεγάλη πλειοψηφία αν δεν το έχει ήδη κάνει, μπορεί να ελπίζει, πως θα αποκτήσει μικροϊδιοκτησία. Η ατομική ευζωία είναι το όνειρο, με το οποίο γαλουχούνται οι νέες γενιές, μυούμενες στον καταναλωτισμό, εκγυμναζόμενες, ώστε να χαρακτηρίζονται από μια τάση επίδειξης ήδη από τη νηπιακή ηλικία, όπως είναι ίσως σε θέση να διακρίνουν όσοι έχουν παιδιά. Η αυτονόμηση της επιστήμης σήμανε μεταξύ άλλων τη δυνατότητα δημιουργίας νέων «αναγκών». Η επιστήμη δεν έχει, ούτως ή άλλως, σκοπό. Μπορεί έτσι να εφευρίσκεται ένα νέο προϊόν και στη συνέχεια αποτελεί θέμα χρόνου η εφεύρεση μιας «ανάγκης», η οποία το καθιστά εμπορεύσιμο. Είναι πρόδηλη η κατεύθυνση της ανάπτυξης της τεχνολογίας και αυτή δεν είναι η ανθρώπινη χειραφέτηση από «το βασίλειο της αναγκαιότητας». Θα μπορούσε η χρήση της να οδηγήσει στη δραστικότατη μείωση των ωρών εργασίας αν όχι στη σχεδόν πλήρη εξάλειψη της ανάγκης για χειρωνακτική εργασία. Αντ’ αυτού ο επονομαζόμενος «ελεύθερος χρόνος» συνιστά και αυτός προέκταση του χρόνου παραγωγής, ο ποίος με τη σειρά του διακρίνεται από τις αλλοτριωτικές εργασιακές σχέσεις, τις θεμελιωμένες στον ανταγωνισμό. Ο εργαζόμενος δεν ξέρει τι είναι αυτό το οποίο παράγει, γιατί παράγεται, αν χρησιμεύει κάπου και βέβαια δεν έχει λόγο πάνω στη διαδικασία παραγωγής. Παρ’ όλα αυτά είναι πρόθυμος να ανταλλάσει τη δημιουργική του δύναμη με τη δυνατότητα απόκτησης εμπορευμάτων, αποδεχόμενος το πολλαπλό τίμημα, στο οποίο συμπεριλαμβάνεται η λεηλασία της φύσης.

Αν και η επιστήμη απολαμβάνει τυφλής εμπιστοσύνης στο πεδίο της τεχνολογίας, δεν επιφυλάσσεται εξίσου ενθουσιώδης υποδοχή στα πορίσματα της που αφορούν άλλους τομείς, όπως αυτός της κλίματος. Παρότι είναι σχεδόν ομόφωνο το συμπέρασμα των ειδικών επιστημόνων, σύμφωνα με το οποίο η ευθύνη για το φαινόμενο της υπερθέρμανσης του πλανήτη και τη συνακόλουθη κλιματική αλλαγή επιρρίπτεται στον ανθρωπογενή παράγοντα, οι ιθύνοντες –και κατ’ επέκταση οι κοινωνίες που τους διορίζουν– μοιάζουν να κωφεύουν. Ο πάγιος ισχυρισμός είναι, ότι όλα αυτά δεν έχουν ακόμα αποδειχτεί. Βέβαια η κοινή λογική υπαγορεύει, ότι όταν πλέον αποδειχτούν όλα αυτά, θα είναι μάλλον αργά και ότι θα ήταν πιο σοφό να ληφθούν προληπτικά μέτρα και αν οι επιστήμονες διαψευσθούν, τότε εντάξει. Αυτή τη στάση θα επέβαλλε η ύπαρξη στοιχειώδους φρονήσεως. Η παντελής της έλλειψη, όπως κι εκείνη της υπευθυνότητας, είναι κραυγαλέα πρωτίστως ανάμεσα στους «υπεύθυνους».

Φυσικά αυτό δεν αποτελεί έκπληξη, μιας και η λογοδοσία, η αναζήτηση της ευθύνης είναι έννοιες σύμφυτες με τη δημοκρατική πολιτική, η οποία ασκείται από τις ίδιες τις κοινωνίες, όταν εκείνες έρχονται στο προσκήνιο. Σήμερα, όπως είναι ευνόητο, κάθε άλλο παρά αυτό συμβαίνει. Το πρόταγμα της αυτονομίας με την ευρύτερη του έννοια, το οποίο συνυπήρχε με το καπιταλιστικό φαντασιακό από το Διαφωτισμό και ύστερα, τείνει να εκλείψει και μαζί με αυτό οι κοινωνικές συγκρούσεις, χωρίς τις οποίες η εξέλιξη του καπιταλισμού είναι, από ένα σημείο και ύστερα, ακατανόητη. Το εργατικό κίνημα με τις διεκδικήσεις του είναι εκείνο, το οποίο, άθελα του, «σώζει» ξανά και ξανά τον καπιταλισμό που θα είχε βυθιστεί σε έναν ωκεανό αδιάθετων εμπορευμάτων αν κυριαρχούσε η τάση για περιορισμό της αμοιβής της εργασίας και αύξηση των ωραρίων. Αυτή η υποχώρηση των κοινωνικών κινημάτων, που την τελευταία τριακονταετία περίπου υπήρξε δραματική, αφήνοντας το πεδίο ελεύθερο στον καπιταλισμό, συντείνει στην παρακμή της Δύσης και καθιστά δυσεπίλυτο το οικολογικό πρόβλημα. Ο καιροσκοπισμός είναι τόσο κραταιός, που μοιάζει πιθανό το ενδεχόμενο της λήψης αυταρχικών μέτρων, όταν τα πράγματα θα έχουν πλέον οδηγηθεί στο απροχώρητο. Η επιστημονική φαντασία του Mad Max φαντάζει ολοένα και πιο προσιτή. Δηλώσεις όπως αυτή της Άγκελα Μέρκελ ως οικοδέσποινας σε μια πρόσφατη συνδιάσκεψη, ότι το πρόβλημα της κλιματικής αλλαγής πρέπει να θεωρείται εξίσου σημαντική απειλή με την Ισλαμική τρομοκρατία, δίνουν τροφή σε ζοφερές σκέψεις αν υποτεθεί, ότι η αντιμετώπιση που επιφυλάσσεται στο πρόβλημα, είναι ανάλογη της τρομοϋστερίας και της περιστολής των ελευθεριών στο όνομα της «καταπολέμησης της τρομοκρατίας».

Προς το παρόν οι προκρινόμενες «λύσεις» είναι εκείνες που αρμόζουν σε μια κοινωνία που μαστίζεται από την καλπάζουσα ιδιωτικοποίηση. Πρόκειται για «λύσεις» ατομικές –δηλαδή για μη - λύσεις εξ ορισμού– όπως η «οικολογική» κατανάλωση. Πράγμα αναμενόμενο όταν έχουμε ως δεδομένο το έλλειμμα συλλογικότητας, από το οποίο χαρακτηρίζεται αυτή η εποχή, ενδεικτικό του οποίου είναι το γεγονός ότι η όποια «κινητοποίηση» έχει το μεταμοντέρνο χαρακτήρα των διαμαρτυριών στο σύνταγμα, οι οποίες –βουβές όντας– παραμένουν μια «συνάθροιση» ατομικοτήτων. Και φυσικά αναδύεται το εξής απλό ερώτημα. Αν ορίσουμε ως οικολογία την ανάγκη να λαμβάνεται υπ’ όψιν το περιβάλλον εντός του οποίου εκτυλίσσεται η κοινωνική ζωή, τότε τι συμβαίνει όταν η ίδια η κοινωνική ζωή δεν λαμβάνεται υπ’ όψιν; Όταν δηλαδή επικρατεί η τραγική πλάνη, ότι η κοινωνία είναι κακός μπελάς και θα ήταν καλύτερα να μην υπήρχε; Το συμπέρασμα μάλλον είναι, ότι η αποξένωση από τη φύση –που έχει ως παρεπόμενο την απουσία συναίσθησης των επιπτώσεων του καταναλωτικού lifestyle, την αδυναμία συνειδητοποίησης της κλιματικής αλλαγής, την επικράτηση της αίσθησης ότι οι επιστημονικές προειδοποιήσεις απευθύνονται σε εξωγήινους– είναι αλληλένδετη με την αποξένωση των ανθρώπων μεταξύ τους. Η κατάσταση επιδεινώνεται περεταίρω, δεδομένης της ανιστορικότητας των σύγχρονων κοινωνιών που δεν αναγνωρίζουν τα ίδια τους τα έργα, η οποία αποτυπώνεται στην ουσιαστική αδιαφορία τους για το μέλλον και ανοίγει το δρόμο για την έλευση της μοιρολατρίας και της παραίτησης. Ο χαρακτηρισμός «θεομηνία» που ακολουθεί το ξέσπασμα των ακραίων καιρικών φαινομένων φαντάζει οξύμωρος στις κοινωνίες που βαυκαλίζονται για την τεχνολογική τους «πρόοδο» που, όπως είδαμε, διακηρύττουν την κυριαρχία του «ορθού λόγου», ενώ φαντασιώνονται, ότι καθυπέταξαν τη φύση. Αποκαλύπτει όμως το γεγονός, ότι για τους λόγους αυτούς ακριβώς παραμένουν ετερόνομες.

Αυτή η αποκαρδιωτική εικόνα των κοινωνιών που βρίσκονται σε χαύνωση είναι σαφώς αναντίστοιχη με την κρισιμότητα του διακυβεύματος. Το ίδιο ισχύει και για τη διαχειριστικού τύπου αντιμετώπιση της περιβαλλοντικής κρίσης, η οποία πέραν του ότι αποδεικνύεται κατάφωρα κατώτερη της κρισιμότητας των περιστάσεων, προδίδει την αδυναμία απεγκλωβισμού από τα τρέχοντα ιδεολογήματα και την πολιτική ένδεια των σύγχρονων κοινωνιών. Επιπροσθέτως είναι προφανές, ότι η αντιμετώπιση αυτή εμφορείται από τις ίδιες αντιλήψεις που συνιστούν τη γενεσιουργό αιτία του προβλήματος. Παρούσα είναι η αλαζονεία της πεποίθησης περί «παντοδυναμίας» του ανθρώπου, ο οποίος εμφανίζεται σε θέση να αναστρέψει την κατάσταση, ελέγχοντας τις εξελίξεις, όποια στιγμή το θελήσει.

Οι διάφορες οικολογικές μη κυβερνητικές οργανώσεις και τα οικολογικά κόμματα στην πλειονότητα τους –όντας προϊόν της αφομοίωσης του οικολογικού κινήματος των δεκαετιών ’70 και ’80, το οποίο συγκαταλέγεται σε μια σειρά κινημάτων, όπως το γυναικείο, το αντιπολεμικό κ.ο.κ που αφομοιώθηκαν, επειδή δεν έθεταν ζήτημα εξουσίας– αδυνατούν να συλλάβουν το ζήτημα του περιβάλλοντος ως αδιαχώριστο από την κριτική του φαντασιακού της ανάπτυξης. Έτσι ανθεί το lobbying. Οι οικολογικές οργανώσει φιλοδοξούν να διαδραματίζουν ρόλο συμβουλευτικό της διαχωρισμένης από την κοινωνία εξουσίας και ελπίζουν να την τραβούν από το μανίκι, να της λένε «μην κάνεις εκείνο» και αυτή να υπακούει. Βέβαια σε αυτή μας την παρατήρηση θα αντέτειναν, ότι επιζητούν την κινητοποίηση της «κοινωνίας των πολιτών», όμως η συνάφεια της πρακτικής τους με την τρέχουσα σημασιοδότηση της πολιτικής ως πεδίο δράσης «ειδικών» συμβάλει μάλλον στην αδράνεια.

Η δε ταύτιση της πολιτικής με των οικονομισμό είναι άρρηκτη σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι κυβερνήσεις και οι διεθνείς οργανισμοί να εισάγουν την αποτίμηση της κλιματικής αλλαγής σε οικονομικά μεγέθη. Η μόνη έκθεση που συγκίνησε τους πολιτικούς άνδρες και γυναίκες ήταν η πρόσφατη που υπολόγιζε σε μερικά τρισεκατομμύρια τη ζημιά στην παγκόσμια οικονομία από τις επιπτώσεις της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Το μόνο μέλημα τους είναι –όταν είναι και αυτό– η ανάγκη για διαιώνιση της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης, όπως υποδηλώνεται και απο την αερολογία περί «αειφόρου» ή «βιώσιμης» ανάπτυξης. Έτσι οι πιο συνειδητοποιημένοι από αυτούς αναζητούν τρόπους να κινητροδοτήσουν τους υπόλοιπους. Να σωθεί ο πλανήτης δηλαδή, αλλά να βγάλουμε και κάνα φράγκο! Ποιος αναλαμβάνει μια τόσο βαριά εργολαβία αφιλοκερδώς; Έτσι η οικολογία μπορεί να καταστεί μια κερδοφόρος ασχολία χάρη στην ανάπτυξη της επονομαζόμενης «πράσινης τεχνολογίας» ή τον «οικοτουρισμό». Αν συνυπολογίσουμε σε όλα αυτά την εκπόνηση περιβαλλοντικών μελετών από ειδικότητες του τύπου «μηχανικός περιβάλλοντος» συμπληρώνεται το πάζλ «οικολογία και μπίζνες».

Όμως το πρόβλημα της περιβαλλοντικής κρίσης δεν έχει να κάνει με μπίζνες. Είναι πρόβλημα κατ’ εξοχήν πολιτικό, που σχετίζεται με τη ριζική επαναξιολόγηση και επαναπροσδιορισμό των προτεραιοτήτων των κοινωνιών. Είναι συνδεδεμένο με την ανάγκη για ξεπέρασμα του φαντασιακού της ανάπτυξης που αποτελεί τροχοπέδη για κάθε πραγματική ανάπτυξη της ανθρωπότητας, καθώς και με την αποτίναξη της αντίληψης, βάσει της οποίας η ελευθερία προσεγγίζεται ως μια δικλείδα για τη διασφάλιση της δυνατότητας απόκτησης εμπορευμάτων και του δικαιώματος στην ιδιοκτησία. Για να καταστεί κάτι τέτοιο εφικτό προϋποτίθεται, ότι οι κοινωνίες, σε αντίθεση με ότι συμβαίνει σήμερα, θα είναι σε θέση να δημιουργήσουν νέες σημασίες, ώστε να προσδίδουν, ως οφείλουν, στον εαυτό τους νόημα, το οποίο δεν είναι αυθύπαρκτο, αλλά η συγκρότηση του είναι αναγκαία για την ανθρώπινη ψυχή. Θεωρούμε πως η οικολογία συνδέεται άρρηκτα με την ανάγκη για συνειδητή αυτοθέσμιση των κοινωνιών, με το πρόταγμα της αυτονομίας και το αίτημα του αυτοπεριορισμού που αυτό εισάγει. Τη διαπίστωση ότι τα όρια που οφείλουν να διέπουν τη δράση τους, οι κοινωνίες μπορούν να τα θέτουν οι ίδιες, χωρίς να υφίσταται η ανάγκη της επίκλησης κάποιου μπαμπούλα, για να είναι τα όρια αυτά σεβαστά. Και όπως ο αυτοπεριορισμός αυτός είναι αναγκαίος, όσον αφορά τους κανόνες που υιοθετούμε στη συμπεριφορά μας εντός της κοινωνίας, ένας αντίστοιχος αυτοπεριορισμός οφείλει να διέπει τη συμπεριφορά μας απέναντι στο περιβάλλον.



Wednesday, November 14, 2007

Εκδήλωση για την περιβαλλοντική κρίση




Τη Δευτέρα 19 Νοεμβρίου στις 19:οο διοργανώνουμε ανοιχτή συζήτηση με θέμα "Η οικολογία ως ζήτημα κατ' εξοχήν πολιτικό - Η περιβαλλοντική κρίση ως απόρροια της επικράτησης του φαντασιακού της <<ανάπτυξης>>"

Saturday, November 10, 2007

Η φαντασία στην εξορία

Η φαντασία στην εξορία

Εδώ και μερικές ημέρες πολλά σχολεία ανά την επικράτεια, ως γνωστόν, τελούν υπό κατάληψη. Το φαινόμενο αυτό αντιμετωπίζεται μάλλον επιπόλαια από την πλειονότητα, αν όχι το σύνολο, όσων εκφέρουν λόγο δημόσια, μέσω προσεγγίσεων που προφανώς δεν αρμόζουν σε ένα ζήτημα ιδιαιτέρως περίπλοκο και πολυδιάστατο. Εμείς εδώ δεν φιλοδοξούμε να εξαντλήσουμε το εν λόγω ζήτημα, αλλά θα επιχειρήσουμε, αντιτείνοντας ορισμένα επιχειρήματα, τα οποία θεωρούμε ότι θεμελιώνονται στην κοινή λογική να ξεδιαλύνουμε στο μέτρο του δυνατού την σύγχυση που διαπιστώνουμε να επικρατεί, εν μέσω μιας νοσηρής ατμόσφαιρας που συντίθενται, ως συνήθως, χάρη και στη δράση των αυτόκλητων τηλεοπτικών εκφραστών της «κοινής γνώμης». Όπως προείπαμε, πολλά μπορούν να γραφούν για την περίσταση, αλλά εμείς επιλέγουμε να επικεντρώσουμε στις βασικές κατηγορίες που εξαπολύονται εναντίον των καταληψιών μαθητών, χωρίς να διακατεχόμαστε από καμία πρόθεση να εξιδανικεύσουμε τις επιλογές τους, όπως νομίζουμε θα φανεί στην πορεία.

Η πρώτη από τις βασικές μομφές που εκτοξεύονται ενάντια στους μαθητές είναι ότι τα μέσα που επιλέγουν, δηλαδή η κατάληψη, είναι αντιδημοκρατικά. Ας ξεκινήσουμε από τα βασικά. Θεμελιώδης αρχή της δημοκρατίας είναι αυτή της πλειοψηφίας. Εφόσον η πλειοψηφία επιλέγει να κλείσει το σχολείο, η μειοψηφία δεν έχει παρά να υποταχθεί στην βούληση της πλειοψηφίας. Βέβαια οι επικριτές των καταλήψεων θα αντιτείνουν ότι οι αποφάσεις δεν λαμβάνονται δημοκρατικά, ότι υπάρχουν περιπτώσεις εκβιασμών, ότι εν ολίγοις οι όποιες δημοκρατικές διαδικασίες καταστρατηγούνται. Δεν έχουμε λόγο να αμφισβητήσουμε τον συγκεκριμένο ισχυρισμό. Αντίθετα είμαστε βέβαιοι ότι είναι βάσιμος και ότι οι πραξικοπηματικές πρακτικές δεν είναι σπάνιες. Αν δεν θέλουμε να κρυβόμαστε από τους εαυτούς μας, τότε δεν έχουμε παρά να αναγνωρίσουμε ότι το αντίθετο θα μας εξέπληττε. Το ερώτημα που εύλογα προκύπτει είναι γιατί συμβαίνει αυτό. Γιατί επικρατεί αυτή η αποκαρδιωτική εικόνα. Προφανώς λοιπόν οι 16χρονοι και οι 16χρονες δεν έχουν πέσει από τον Άρη. Αντίθετα είναι γνήσια τέκνα μιας κοινωνίας που ως «δημοκρατικό παράδειγμα» προβάλει ενώπιον τους τους επαγγελματίες δημαγωγούς που εξαπολύουν μύδρους εναντίον τους, επιστρατεύοντας όλα τα λαϊκίστικα τρυκ του ρεπερτορίου τους. Είναι εξοργιστική και συνιστά πασιφανή καπηλεία η επίκληση της δημοκρατίας από τους ίδιους εκείνους που συμβάλλουν τα μέγιστα στην συστηματική εκπόρνευση της έννοιας και το συνακόλουθο ευτελισμό της, καθιστώντας την συνώνυμη της δολοπλοκίας και της μικροπολιτικής, την οποία υπηρετούν πιστά. Οι απολογητές της φιλελεύθερης ολιγαρχίας δεν έχουν λοιπόν λόγο να ανησυχούν. Μπορούν να προσποιούνται πως κόπτονται για την απουσία δημοκρατικής παιδείας της «νέας γενιάς», όσο η τρέχουσα σημασιοδότηση της πολιτικής ως σπορ μόνο για ειδικούς παραμένει ακλόνητη.

Ανάμεσα στην πληθώρα των «μη ειδικών» που δεν δικαιούνται να έχουν λόγο πάνω στα κοινά βάσει της προαναφερθείσας εκδοχής της πολιτικής, δεν θα μπορούσαν να μην συμπεριλαμβάνονται οι νέοι. Σε αυτό συνηγορεί η κατηγορία που τους προσάπτεται ότι είναι υποκινούμενοι. Δεν αμφιβάλλουμε για την πρόθεση των κομμάτων της παραδοσιακής αριστεράς –και δη του ΚΚΕ– είτε να υποκινήσουν, είτε να επωφεληθούν αντίστοιχων κινητοποιήσεων, καρπονόμενα μικροκομματικά κέρδη, προωθώντας τις μηχανορραφίες τους. Μία τέτοια πρακτική είναι σε πλήρη αρμονία με τις αντιλήψεις τους, όπως για παράδειγμα η Λενινιστική θέση περί «τρεϊντγιουνιονισμού» (από το αγγλικό trade union, δηλαδή εργατικές ενώσεις) που θέλει τους εργαζόμενους ανίκανους για οποιαδήποτε πολιτική δράση και επαρκείς μόνο για την διεκδίκηση συντεχνιακών αιτημάτων. Είναι η «πρωτοπορία» του κόμματος εκείνη που σκέφτεται για τους χαζούς εργάτες. Εκείνη οργανώνει και αυτοί αναλαμβάνουν να διεκπεραιώσουν τις εντολές της. Αυτό τον ρόλο του διεκπεραιωτή οραματίζεται ένα σωστό σταλινικό κόμμα για την νεολαία και αδιαμφισβήτητα αντιμετωπίζει τις καταλήψεις ως υλικό προς εκμετάλλευση και ως μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για στρατολόγηση άδολων αφισοκολλητών. Όμως η κυβέρνηση, η δημοσιογραφίσκοι, οι «αγανακτισμένοι γονείς» κλπ, λέγοντας μας πως τα παιδιά τους είναι ανόητα πειθήνια και άβουλα –γιατί αυτό μας λένε επί της ουσίας– «καρφώνονται», αποδεικνύοντας ότι, πέρα από τους τύπους, δεν τους χωρίζουν και τόσα πολλά από τους «κομουνιστές». Αμφότεροι υπερασπίζουν με πάθος μια κοινωνία που διέπεται από τον διαχωρισμό ανάμεσα σε διευθυντές και διευθυνόμενους. Και οι δύο πλευρές γαλουχούν τα βλαστάρια τους, ώστε να γίνουν άξιοι διεκπεραιωτές. Επ΄ αυτού θα επανέλθουμε στην συνέχεια. Για την ώρα θα σημειώσουμε ότι διαπιστώνουμε μια υφέρπουσα – τι υφέρπουσα δηλαδή, διάχυτη είναι– καχυποψία των γονέων έναντι των παιδιών τους. Σε τι να οφείλεται αλήθεια; Ίσως στην επιδίωξη της διαιώνισης της υπάρχουσας κοινωνικής θέσμισης και στο φόβο ότι οι νέοι δεν θα φανούν άξιοι συνεχιστές της.

Δυστυχώς ο φόβος αυτός αποδεικνύεται αβάσιμος. Και αυτό γιατί, παρότι, όπως είδαμε, οι λόγοι για να εξεγείρεται η νεολαία περισσεύουν, αυτή περιέργως αναζητά προφάσεις του τύπου «μας χάλασε το καλοριφέρ, η στέγη στάζει, μας λείπουν πέντε καθηγητές» κλπ. Έτσι ερχόμαστε στο τρίτο «σημείο τριβής», που έχει να κάνει με την αστειότητα των αιτημάτων που επιφέρει ως συνέπεια το να καταλογίζεται ως μόνο κίνητρο στους καταληψίες η προσδοκώμενη απώλεια των μαθημάτων. Ας ξεκινήσουμε από αυτό το τελευταίο. Το να θέλουν οι μαθητές να χάσουν μάθημα θεωρείτο ανέκαθεν ως κάτι το φυσικό, περίπου όπως ο γάιδαρος πεισμώνει στην ανηφόρα. Βέβαια δεν αποτελεί νομίζουμε, παράδοξο το να μην ενδιαφέρονται οι μαθητές για τα μαθήματα την στιγμή που αυτά δεν συνιστούν παρά ένα εμπόδιο, η προσπέλαση του οποίου θα προσκομιστεί ως πειστήριο για την πρόσβασή τους στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, το οποίο θα εγγυάται ότι είναι διαθετημένοι να δουλέψουν σκληρά, αποβλέποντας σε μία αμφιβόλου αξίας ανταμοιβή, ότι υπήρξε επιτυχής η μύηση τους στο καπιταλιστικό φαντασιακό. Ότι θα «αξιοποιήσουν» τα μέσα που θα τους παρασχεθούν στα πανεπιστήμια –που καταχρηστικά πλέον ονομάζονται έτσι– για την επίτευξη του «ορθού» σκοπού. Κι αν σπεύσατε να μαντέψετε ότι ο σκοπός αυτός είναι η γνώση, λυπούμεθα, αλλά χάσατε. Σε αυτήν την εποχή, όπου το κάθε τι έχει αξία μόνο αν μπορεί να μετρηθεί, η «γνώση» μετριέται με πτυχία, τα οποία η κάτοχοί τους ευελπιστούν να εξαργυρώσουν με την δυνατότητα να καταναλώνουν περισσότερο. Αυτό αποτελεί την νόρμα σε μία κοινωνία, όπου η οικονομική αύξηση καθίσταται υπέρτατη και αποκλειστική αξία.

Μπορεί κανείς να υποθέσει πως οι καταλήψεις αποτελούν την ασυναίσθητη αντίδραση των μαθητών σε όλα αυτά. Από την άλλη υπάρχει και η πιο πεζή εκδοχή που λέει ότι, μυημένοι όντας στην χρησιμοθηρία, οι μαθητές και οι μαθήτριες βρίσκουν την ευκαιρία να ξεκουραστούν απ’ το πρωινό ξύπνημα, μίας και τα «αναγκαία εφόδια» για την επιτυχία στις πανελλαδικές τους τα παρέχουν τα φροντιστήρια. Μπορεί και οι δύο εκδοχές να ισχύουν για διαφορετικούς ανθρώπους η κάθε μία. Ας μην κάνουμε το λάθος να τσουβαλιάζουμε τους πάντες. Όμως σε κάθε περίπτωση το στοιχείο εκείνο που είναι βαθύτατα ανησυχητικό παραμένει και είναι η αδυναμία των νέων ανθρώπων –ακόμα κι όταν «ξεσηκώνονται»– να αμφισβητήσουν επί της ουσίας την καθεστηκυία τάξη. Αυτό βέβαια δεν είναι παράδοξο σε καιρούς χαλεπούς, όπου το χαρακτηριστικό σύνθημα της νεολαιίστικης εξέγερσης του Μάη του ’68 «η φαντασία στην εξουσία» μετατρέπεται σε σλόγκαν για το γελοίο θεσμό της βουλής των εφήβων που γιορτάζει και επιβραβεύει το μικρομεγαλισμό, τα παιδιά που πασχίζουν να γίνουν κακέκτυπα, καρικατούρες των χρεοκοπημένων ενηλίκων. Οι καταλήψεις, λοιπόν, όπως αυτές εκδηλώνονται, αποτελούν απλά μα θριαμβευτική επιβεβαίωση της θλιβερής διαπίστωσης ότι, παρά τα περί του αντιθέτου θρυλούμενα και την υποτιθέμενη «κρίση» την οποία διέρχεται, η εκπαιδευτική διαδικασία εξακολουθεί να επιτελεί σε ικανοποιητικό βαθμό την βασική της αποστολή. Και η αποστολή αυτή δεν είναι άλλη από τον εξανδραποδισμό, την ποδηγέτηση της φαντασίας, τον εγκλωβισμό της εντός των ορίων του «πραγματικού»

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας
www.aytonomoikerkyras.blogspot.com
aytonomoikerkyras@yahoo.com

Monday, October 8, 2007

Πρόταση για την τουριστική αξιοποίηση της χωματερής στο Τεμπλόνι


Διευκρινίσεις για μη Κερκυραίους

Η Κέρκυρα είναι διάσπαρτη από παράνομες χωματερές που λειτουργούν ανεξέλεγκτα, αλλά ο ΧΥΤΑ, ο οποίος δέχεται τα απορρίμματα όλων των δήμων του νησιού, βρίσκεται στην περιοχή του Τεμπλονίου, ένα μικρο χωριό στα όρια του δήμου Κερκυραίων. Τις προηγούμενες ημέρες οι περίοικοι απέκλεισαν την πρόσβαση στο ΧΥΤΑ -ενέργεια στην οποία έχουν προβεί ξανά στο παρελθόν- ο οποίος δεν πληρεί τις προδιαγραφές που απαιτούνται για να χαρακτηρίζεται ως τέτοιος. Στην πραγματικότητα πρόκειται για μια ακόμη χωματερή, η οποία δέχεται μεγαλύτερο όγκο απορριμάτων απ' όσο προβλέπεται από τον κανονισμό λειτουργίας της, με το βιολογικό καθαρισμό να βρίσκεται εκτός λειτουργίας, όπως σύμφωνα με τους κατοίκους συμβαίνει και με τη μονάδα ανακύκλωσης, με ότι αυτό συνεπάγεται για την επιβάρυνση στο περιβάλλον.

Η παλαιά πόλη της Κέρκυρας εντάχθηκε το περασμένο Καλοκαίρι υπό την προστασία της unesco ως "μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς". Για την εξέλιξη αυτή, η οποία χαιρετίστηκε από τους "αρμόδιους φορείς" του νησιού ως υψίστης σημασίας βήμα στην κατεύθυνση της προσέλκυσης "ποιοτικού τουρισμού", έχουμε αναφερθεί σε προηγούμενα κείμενά μας.

Το "χωριό του Μπούα" στα Δανήλια αποτελεί έμβλημα της ηρωικής εποχής του κερκυραϊκού τουρισμού των δεκαετιών '70 - '80. Πρόκειται για ένα "θεματικό χωριό", το οποίο υποτίθεται πως αποτελεί πιστό αντίγραφο κερκυραϊκού χωριού του 19ου αιώνα. Δύο σειρές από διώροφα κτίρια που αντιγράφουν την αρχιτεκτονική της εποχής. Στα ισόγεια στεγάζονται μαγαζιά -από ηλεκτρονικά παιχνίδια μέχρι γουναρικά και δερμάτινα είδη- και στον όροφο δωμάτια για το προσωπικό. Στη μέση ένας δρόμος που οδηγεί στην πίστα του νυχτερινού κέντρου, όπου τα βράδια τα οργανωμένα γκρουπ των τουριστών "ξεφάντωναν" , καταναλώνοντας "παραδοσιακά" εδέσματα με κύριο συστατικό το σάπιο κρέας, υπό τους ήχους του "play bouzouki". Το χωριό λειτούργησε μέχρι τα μέσα περίπου της δεκαετίας του '90 -λίγο μετά το θάνατο του δαιμόνιου επιχειρηματία- και έκτοτε παραμένει κλειστό, αν και αγοράστηκε από κάποια πολυεθνική εταιρία που δραστηριοποιείται στο χώρο του τουρισμού.




Sunday, August 12, 2007

Τα κοινά μυστικά του εθνικού βάλτου

Τα κοινά μυστικά του εθνικού βάλτου

Μετά από ένα διάλειμμα διάρκειας μερικών μηνών το ζήτημα που έχει προκύψει με το νέο βιβλίο ιστορίας της 6ης δημοτικού και τις γύρω από αυτό αντιδράσεις επανήλθε τις τελευταίες ημέρες στην επικαιρότητα με αφορμή τους επιχειρούμενους προεκλογικούς ελιγμούς της υπουργού εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων. Ασφαλώς εμείς εδώ δεν έχουμε την πρόθεση να επικεντρώσουμε στους εν λόγω δημαγωγικούς χειρισμούς και να παραστήσουμε τους «πολιτικούς αναλυτές». Όποιος είναι έστω και περιστασιακός αναγνώστης των αντιπολιτευόμενων εφημερίδων, θα είναι εξοικειωμένος με τα όσα γράφουν οι τελευταίοι, για τις αγωνιώδεις προσπάθειες της κυβέρνησης να διατηρήσει το μετριοπαθές προφίλ του «μεσαίου χώρου», τη δυσαρέσκεια του ακροδεξιού της ακροατηρίου κλπ. Νομίζουμε πως είναι σκόπιμο να εστιάσουμε στη διεύρυνση αυτού του εθνικιστικού «ακροατηρίου», –είτε αυτό τοποθετείται στα δεξιά είτε στα αριστερά– η οποία σημειώνεται τα τελευταία χρόνια και τη διαρκή αναβίωση ενός λόγου που περιστρέφεται γύρω από το ζήτημα της εθνικής ταυτότητας και ο οποίος πάντοτε διανθίζεται από την επίκληση ποικίλων υποτιθέμενων απειλών που αυτή αντιμετωπίζει, καλώντας σε «συστράτευση» τους πατριώτες για την προάσπιση της. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι αποκλειστικά ελληνικό, αλλά απαντάται με τις εκάστωτε ιδιαιτερότητες του στις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες, όντας άμεσα συνδεδεμένο με την απουσία νοήματος από την οποία μαστίζεται η σύγχρονη Δύση. Η αναβίωση και η διάδοση «αξιών» που μέχρι πρότινος θεωρούνταν σε μεγάλο βαθμό ξεπερασμένες αποτελεί παρεπόμενο της αδυναμίας που παρουσιάζεται για δημιουργία νέων σημασιών και της συνακόλουθης καταφυγής σε υποκατάστατα. (βλ. σχετικά και το κείμενο μας «Η ιστορία δεν είναι μάθημα, είναι κοινωνική δημιουργία» - Μάρτης 2006).

Η ουσιαστική επιδίωξη αυτού του συρφετού των μεταμοντέρνων εθνικιστών δεν είναι καθόλου καινούρια, συνοψιζόμενη επί της ουσίας στην προσπάθεια για επαναφορά των κοινωνιών σε μια κατάσταση διανοητικού εγκλεισμού, οπού κάθε τι νέο –ή φαινομενικά νέο– νοείται ως απειλή. Η ελληνική εκδοχή του «γαλατικού χωριού» δεν είναι ιδιαίτερα πρωτότυπη. Το ανάδελφο ελληνικό έθνος με το μακραίωνο πολιτισμό μάχεται ενάντια στις δυνάμεις του Σιωνισμού, ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, τη «Νέα τάξη», τον ιμπεριαλισμό κ.ο.κ. Έννοιες εξίσου κενές περιεχομένου με τις παραδόσεις, η προσκόλληση στις οποίες θεωρείται επιβεβλημένη. Βέβαια η εν λόγω αντίληψη δεν αποτελεί εξαίρεση στον κανόνα που θέλει κάθε κλειστή ιδεολογία, να έχει ως αναγκαία προϋπόθεση για τη συντήρηση της τη διαρκή αναζήτηση ενός εχθρού, εντείνοντας με τον τρόπο αυτό την ανασφάλεια των πιστών της. Και ο εχθρός αυτός έχει εν προκειμένω βρει την… ενσάρκωση του στο βιβλίο ιστορίας ης 6ης δημοτικού. Θα αποφύγουμε να αναπαράγουμε –έστω και με ειρωνική διάθεση– τα όσα ανεκδιήγητα έχουν ειπωθεί και γραφεί για το βιβλίο αυτό, μιας και φοβόμαστε, ότι η ανείπωτη φαιδρότητα τους θα μεταδοθεί στο κείμενο. Η κατακλείδα πάντως σε όλα τα ατράνταχτα επιχειρήματα είναι η εξής μια: Ξένος δάκτυλος επιχειρεί να αλλοιώσει το εθνικό φρόνημα των ελληνοπαίδων! Τίποτα λιγότερο δηλαδή από την πατροπαράδοτη συνομωσιολογία –για τη ροπή του εθνικιστικού λόγου προς αυτήν και τα αίτια της θα αναφερθούμε στη συνέχεια– που προδίδει την παιδιάστικη κοσμοθεώρηση των εκφραστών της.

Ας αφήσουμε κατά μέρους την αστειότητα του ισχυρισμού περί μυστικών διεθνών κέντρων κλπ, η οποία θέλουμε να πιστεύουμε, πως είναι πασιφανής για όποιον διαθέτει κοινό νου. Το θέμα εδώ είναι –ακόμα και αν δεχόμασταν πως κάποιοι κάπου εξυφαίνουν μηχανορραφίες σχετιζόμενες με την «αποεθνοποίηση» (sic το copyright του κου παπαθεμελή) της ιστορίας– πως μετασχηματισμοί αυτού το τύπου, οι οποίοι έχουν να κάνουν με βαθειά ριζωμένες αντιλήψεις, ποτέ δεν θα στεφόντουσαν από επιτυχία και υπάρχουν κάποιοι πολύ σοβαροί λόγοι γι’ αυτό. Ο πρώτος από τους λόγους αυτούς έχει να κάνει με την απουσία νοήματος, για την οποία μιλήσαμε προ ολίγου. Η «διεθνοποίηση του κεφαλαίου», το άνοιγμα των συνόρων για τη διακίνηση εμπορευμάτων και κεφαλαίων δεν μπορεί να επιφέρει από μόνο του τέτοιου τύπου κοσμογονικές αλλαγές. Για να δεχτούμε κάτι τέτοιο, θα πρέπει πρώτα να έχουμε ασπασθεί τη ντετερμινιστική θεώρηση του κοινωνικοΪστορικού πεδίου μέσα από το πρίσμα του οικονομισμού, η οποία θεώρηση είναι κοινή στον οικονομικό φιλελευθερισμό, όσο και στο Μαρξισμό. Η «παγκοσμιοποίηση» μπορεί για παράδειγμα να μεταδώσει τα δυτικά καταναλωτικά πρότυπα στους πλούσιους Άραβες, οι οποίοι τα υιοθετούν με ιδιαίτερη προθυμία. Εκείνο που δεν μπορεί να κάνει, είναι να τους οδηγήσει να εγκαταλείψουν το Κοράνι, το οποίο καθορίζει κάθε πτυχή της καθημερινότητας τους. Αυτό συμβαίνει για τον ίδιο λόγο που ένας διεθνής οργανισμός όπως η Ε.Ε αδυνατεί να συγκροτήσει την περιβόητη ευρωπαϊκή συνθήκη και να την καταστήσει αποδεκτή από τους πολίτες. Επειδή, όντας ένα οικοδόμημα που θεμελιώνεται στις αρχές του οικονομισμού, αδυνατεί να παράσχει ένα «όραμα» ευρύτερο της ελεύθερης αγοράς. Και βέβαια υπάρχει κι ένας δεύτερος λόγος εξίσου σημαντικός που καθιστά δυστυχώς άδικη την ανησυχία ορισμένων για την κατάρρευση της εθνικής ταυτότητας. Τέτοιου είδους άρδην κοινωνικοί μετασχηματισμοί δεν επιβάλλονται άνωθεν, αλλά συντελούνται μονάχα διαμέσου της αυτενέργειας των ίδιων των κοινωνιών. Οι εθνικιστές βέβαια επιμένουν να αγνοούν πως είμαστε υπεύθυνοι για την ιστορία μας. Όμως αυτό δεν αλλάζει τη διαπίστωση, ότι μια ουσιαστική κατάργηση των εθνικών διαχωρισμών, η οποία θα είχε ως εμπνευστές κάποιους γραφειοκράτες, θα γνώριζε τις ίδιες πιθανότητες επιτυχίας που γνωρίζει και η επιχειρούμενη «μεταλαμπάδευση» της δυτικού τύπου φιλελεύθερης ολιγαρχίας στο Ιράκ ή το Αφγανιστάν, ενώ οι εμπνευστές της θα ήταν τόσο αδαείς, όσο και όσοι πίστεψαν –αν υπήρξαν– ότι οι Άραβες θα εγκατέλειπαν από τη μια μέρα στην άλλη τη θεοκρατία ή την οικογενειοκρατία. Για να κλείσουμε, λοιπόν, αυτό το κεφάλαιο, το ξεπέρασμα της εθνικής συνείδησης θα μπορούσε να επιτευχθεί μονάχα από τις ίδιες τις κοινωνίες, όμως αυτές είναι πολύ απασχολημένες, καταναλώνοντας τα προϊόντα της διεθνούς βιομηχανίας της κουλτούρας και διασώζοντας τα εθνικά ιδεώδη ταυτόχρονα. Και δεν υπάρχει σε αυτό καμία αντίφαση.

Δεν εκπλήσσει κανέναν ο πρόδηλος αντιδυτικισμός της ρητορείας του εθνικιστικού μπλοκ. Οι καταβολές του πρέπει να αναζητηθούν στα βάθη των αιώνων. Οι φίλοι μας άλλωστε είναι, όπως είδαμε, τιμητές των παραδόσεων της φυλής. Οι ρίζες λοιπόν του φαινομένου οδηγούν στην εκκλησία που πάντα αναθεμάτιζε τη Δύση, προτρέποντας επί της ουσίας τους πιστούς της την περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας να «κάτσουν ήσυχοι» και να ευγνωμονούν τους Οθωμανούς, γιατί εκείνοι προστατεύουν τη φυλή από τους σατανικούς δυτικούς, που υπήρξαν, από την εποχή του σχίσματος ήδη, ο υπ’ αριθμόν ένα εχθρός της Ορθοδόξου εκκλησίας. Επίσης, όπως είναι φυσικό, η εκκλησία δεν έβλεπε και με πολύ καλό μάτι τις νέες ιδέες που δημιουργούνταν στην Ευρώπη την περίοδο του Διαφωτισμού, φροντίζοντας να καταδιώξει εκείνους που τόλμησαν να επιχειρήσουν να τις μεταφέρουν στο τσιφλίκι της. Τι κι αν το ελληνικό κράτος δεν θα αποκτούσε την ανεξαρτησία του δίχως τους δυτικούς; Ο αντιδυτικισμός κατέκτησε προεξάρχουσα θέση στην… ελληνική ψυχή, μιας και ο ρόλος που επιτέλεσε η εκκλησία στο τιτάνιο έργο της συγκρότησης της πολυπόθητης εθνικής συνείδησης στο διάσπαρτο από εθνότητες νεοσύστατο ελληνικό κράτος, υπήρξε καταλυτικός.

Οι επίγονοι της εκκλησίας συνθέτουν ένα «πολιτικό» φάσμα, το οποίο εκτείνεται από τη 17Ν μέχρι τη χρυσή αυγή, στο οποίο συγκαταλέγονται το ΚΚΕ, το ΛΑΟΣ και λοιπές δημοκρατικές δυνάμεις της «Αριστεράς» και της άκρας Δεξιάς. Και βέβαια οι αριστεροί εθνικιστές είναι οι πιο θλιβεροί ανάμεσα σε αυτόν τον οχετό που διαχρονικά εξαρτά την επιβίωση του από την κολακεία, με την οποία αντιμετωπίζει όλα τα συμπλέγματα και τις αδυναμίες των νεοελλήνων. Αναδεικνύει μάλιστα τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά σε προτερήματα. Ανάγει την κουτοπονηριά και την ιδιωτικοποίηση σε αρετές απέναντι στους «ξενέρωτους» Ευρωπαίους, για να εξυπηρετήσει το σύμπλεγμα κατωτερότητας απέναντι στη Δύση. Είναι, όπως είδαμε, εξαιρετικά επιρρεπής στη διατύπωση πληθώρας θεωριών συνομωσίας που διευκολύνουν τη μετάθεση ευθυνών που φέρει η ίδια η κοινωνία για την κατάσταση της στους «άλλους», τους «ξένους». Είναι άλλωστε κάτι πολύ βολικό να ευθύνεται για όλα κάποιος αόρατος εγκέφαλος, του οποίου ο ακριβής εντοπισμός και επομένως η αντιμετώπιση είναι πρακτικά αδύνατα και ως εκ τούτου η αδράνεια είναι δικαιολογημένη. Ας είναι καλά όμως το ελληνικό δαιμόνιο! Εδώ στη χώρα μας έχουμε τόσους σοφούς ανθρώπους που γνωρίζουν τις μυστικές ραδιουργίες που λαμβάνουν χώρα σε κάθε μυστικό μέρος του κόσμου από τα υπόγεια της CIA ως τις μασονικές στοές και μας πληροφορούν άμεσα και αποκλειστικά μέσω των τηλεοπτικών διαύλων.

Γίνεται κατανοητό λοιπόν, ότι οι άνθρωποι αυτοί αρνούνται πεισματικά να αντικρύσουν την πραγματικότητα που απλώνεται μπροστά τους με όλες της τις δυσάρεστες λεπτομέρειες. Θα ήταν μάταιο επομένως να αντιτείνει κανείς στην πίστη τους για τη δήθεν ιστορική συνέχεια του «ελληνικού έθνους», το απλό ιστορικό γεγονός ότι η βαλκανική υπήρξε επί χιλιετίες η χοάνη, όπου αναμείχθηκαν όλες οι φυλές. Δικαιολογημένα βέβαια αναζητούν τις καταβολές τους στις Βυζαντινές ίντριγκες και το δεσποτισμό –θα τους προτείναμε και την Οθωμανική περίοδο που είναι και πιο πρόσφατη– αλλά είναι αστεία η αξίωση τους να θεωρούνται απευθείας απόγονοι των αρχαίων Ελλήνων. Γιατί ενώ η κλασσική αρχαιότητα απετέλεσε το πεδίο, όπου άνθισαν η δημοκρατία, η φιλοσοφία, οι τέχνες και οι επιστήμες, η σύγχρονη Δύση, πόσω μάλλον η σύγχρονη Ελλάδα, διανύει μια περίοδο κατεξοχήν αντιδημοκρατική και αντιφιλοσοφική, όπου η παρακμή στις τέχνες και την επιστήμη –η τεχνοεπιστήμη είναι ένα πολύ διαφορετικό πράγμα– είναι έκδηλη. Αν η Ελλάδα του 5ου π.χ αιώνα υπήρξε το λίκνο της ιστορίας, η σύγχρονη εποχή στον αντίποδα χαρακτηρίζεται από την ανιστορικότητα. Και αυτό είναι το οξύμωρο του διαλόγου –αν μπορεί α χαρακτηριστεί ως τέτοιος– με αφορμή το βιβλίο της ιστορίας. Ότι διεξάγεται σε μία περίοδο, όπου μετά από πολύ καιρό, η ανθρωπότητα μοιάζει να αδιαφορεί για το παρελθόν της, με την ίδια ένταση που αδιαφορεί και για το μέλλον της. Εκείνο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε είναι, ότι θα υπάρξει μια εποχή, όπου μέλημα των κοινωνιών δεν θα είναι να προβάλουν στην ιστορία τον εαυτό τους, για να εκλογικεύσουν τη θέσμιση τους, αλλά η διαύγαση της ιστορίας, ο στοχασμός πάνω στο άλλο που θα μπορούσε να είχε συμβεί και στο άλλο που μπορεί να υπάρξει. Και αν επέλθει μια τέτοια εποχή μπορούμε να πούμε με βεβαιότητα, ότι η ιστοριογραφία θα εξετάσει τη δική μας ως μια θλιβερή και αξιοπερίεργη παρένθεση.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

www.aytonomoikerkyras.blogspot.com

aytonomoikerkyras@yahoo.com

Friday, July 6, 2007

Το ιερό λείψανο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Το ιερό λείψανο της πολιτιστικής μας κληρονομιάς

Στις 29 Ιουνίου πραγματοποιήθηκε στην Κέρκυρα η «προσυνεδριακή συνδιάσκεψη» του κυβερνώντος κόμματος της «Νέας Δημοκρατίας» για τον πολιτισμό. Επρόκειτο για μία μελετημένη προεκλογική κίνηση, προοριζόμενη να αγγίξει τις «ευαίσθητες χορδές» των Κερκυραίων, οι οποίοι είδαν τον «τόπο τους» να αναγνωρίζεται ως «το νησί του πολιτισμού». Παράλληλα η ΝΔ ευελπιστούσε να προβάλλει «το έργο της» στο νησί και για τον λόγο αυτό η διεξαγωγή της σεμνής τελετής είχε προγραμματιστεί να συμπέσει με την πολυδιαφημιζόμενη ένταξη της παλαιάς πόλης υπό την προστασία της unesco ως μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Και έτσι, καθώς τους χαϊδεύουν τα αυτιά, αρκετοί Κερκυραίοι ίσως θα νιώθουν υπερήφανοι, για την τιμή που τους έγινε, αν κι εμείς νομίζουμε, πως είναι μάλλον εξοργιστικό, το να υποτιμούν κατάφορα την νοημοσύνη κάποιου, όπως ξεκάθαρα συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση. Σκοπός μας εδώ όμως δεν είναι να εξετάσουμε τα τις προεκλογικής φιέστας –τυχαίνει να είμαστε μια πολιτική συλλογικότητα και ως εκ τούτου ασχολούμαστε με την πολιτική και όχι με τον μικροκομματισμό που ουδεμία σχέση με αυτήν έχει. Αλλά με αφορμή την διεξαγωγή στο νησί μας της ωραίας αυτής γιορτής μας γεννήθηκαν κάποια ερωτήματα. Όπως το ακόλουθο. Πως άραγε συνδυάζεται η μικροδημαγωγία και η ψηφοθηρία με τον περιβόητο κερκυραϊκό πολιτισμό, στον οποίο οι εκφραστές των προαναφερθέντων αξιών έρχονται να υποβάλλουν τα σέβη τους; Εδώ έχουμε μια μικρή αντίφαση.
Η αντίφαση αυτή είναι μονάχα φαινομενική, γιατί ο σύγχρονος πολιτισμός του νησιού είναι συνυφασμένος με την εξαπάτηση, γεγονός στο οποίο θα αναφερθούμε εν συνεχεία εκτενέστερα. Ας δούμε τώρα, σε τι συνίσταται ο σημερινός μας πολιτισμός, παραθέτοντας ορισμένα ενδεικτικά παραδείγματα. Θεωρούμε λοιπόν, πως κοιτάζοντας κανείς γύρω του, δεν μπορεί παρά να εντοπίσει τα γεγονότα εκείνα που στοιχειοθετούν επαρκέστερα τον χαρακτήρα, που συνθέτουν το πορτραίτο της σύγχρονης κερκυραϊκής κουλτούρας. Δεν μπορεί κανείς παρά να σταθεί στη ζωή που περιστρέφεται γύρω από τον άξονα της τουριστικής οικονομίας. Δεν έχει παρά να κοιτάξει κανείς τους έρημους δρόμους τα χειμωνιάτικα απογεύματα, για να πάρει μια ιδέα από μια καθημερινότητα, κάθε πτυχή της οποίας ορίζεται από την τουριστική ανάπτυξη, στο άρμα της οποίας η καθημερινότητα αυτή έχει προσαρτηθεί, υπακούοντας τυφλά στους ρυθμούς ενός ψευδοκυκλικού χρόνου με τις «σαιζόν» του. Η καταστροφή και η κυριαρχία του φαίνεσθαι, όπως αυτά εκφράζονται, φέρ’ ειπείν, από την ανεξέλεγκτη δόμηση με τις βίλες και τα ενοικιαζόμενα να πολλαπλασιάζονται με γεωμετρικούς ρυθμούς, ξεπηδώντας μέσα στους ελαιώνες και βιάζοντας το τοπίο, αποτελούν το παρεπόμενο της «άνθησης» της τουριστικής βιομηχανίας και ταυτοχρόνως την προϋπόθεση για αυτήν. Όσο για τις μνήμες του παρελθόντος, αυτές ενοχλούν μάλλον και για αυτό εξοβελίζονται. Τo εργοστάσιο Δεσύλλα, το οποίο στέκει περιφραγμένο, αποκομμένο από την καθημερινή ζωή της πόλης, αποτελεί εύγλωττη μαρτυρία αυτής της απώθησης. Και η μετατροπή του σε μουσείο, η αποστείρωσή του, μόνη αυτή θα επέτρεπε την επανένταξη του στον αποσαθρωμένο ιστό μίας πόλης - μουσείου.
Έχουμε επανειλημμένα στο παρελθόν και με αφορμή την υπόθεση του εργοστασίου Δεσύλλα αναφερθεί στη σχέση των σημερινών Κερκυραίων με την ιστορική μνήμη –μια σχέση καθόλου στενή. Το εντυπωσιακό είναι, ότι όσο περισσότερος λόγος γίνεται για την περίφημη πολιτιστική παράδοση, τόσο η μνήμη αδυνατίζει. Στην πραγματικότητα κάτι τέτοιο είναι εύλογο, τη στιγμή που οι διηγήσεις αναφορικά με την παράδοση αυτή διέπονται από πληθώρα στρεβλώσεων. Μια εξιδανικευμένη εκδοχή είναι πιο βολική από την παραδοχή της αλήθειας, η οποία στην προκειμένη περίπτωση θα συνεπαγόταν το συμβιβασμό με μια λιγότερο λαμπερή εκδοχή της ιστορίας, οπού η πολιτιστική καλλιέργεια αφορούσε ένα μικρό αριθμό αστών και όπου η συντριπτική πλειοψηφία –με πρώτους τους κατοίκους της υπαίθρου, οι οποίοι τελούσαν υπό ένα ιδιότυπο καθεστώς δουλοπαροικίας– βίωνε την απόλυτη εξαθλίωση. Ανάμεσα στις σημαντικές μορφές που ανέδειξε ο τόπος αυτός στο πεδίο των τεχνών, ο Θεοτόκης ξεχώρισε σκιαγραφώντας τις έντονες ταξικές αντιθέσεις, από τις οποίες χαρακτηριζόταν το ένδοξο παρελθόν της Κέρκυρας.
Ο Θεοτόκης σήμερα εξακολουθεί να είναι επίκαιρος. Tα βιβλία του με τις συχνές αναφορές σε ξεπεσμένους ευγενείς, οι οποίοι ωθούνται ενίοτε στην πώληση των οικογενειακών αρχοντικών τους, για να ανταπεξέλθουν στα χρέη τους, μπορούν να ιδωθούν ως παραβολές για τη μοντέρνα Κέρκυρα, οπού επιχειρείται να προβληθεί η «πολιτιστική κληρονομιά» ως θέλγητρο, ως «τουριστικό προϊόν» για την προσέλκυση τουριστών από τους κατοίκους της, οι οποίοι, φαντάζοντας ανίκανοι για οποιαδήποτε πρωτότυπη δημιουργία, αρκούνται να τρώνε «από τα έτοιμα». Αυτή είναι η θλιβερή αλήθεια. Τα άλλα υπάγονται στη σφαίρα της εξαπάτησης, της οποία πρόθυμα θύματα γίνονται οι τουρίστες. Το κωμικοτραγικό είναι, ότι οι ίδιοι οι Κερκυραίοι γίνονται με τη σειρά τους θύματα της δικής τους μηχανής, συγχέοντας την πραγματική τους ταυτότητα με το «brandname» τους. Η «πολιτιστική μας κληρονομιά» είναι ένα λείψανο διαρκώς περιφερόμενο και αποσυντιθέμενο. Δεν μπορούμε να αντισταθούμε στον πειρασμό ενός παραλληλισμού ανάμεσα σε αυτήν και το «ιερό σκήνωμα» του Αγίου Σπυρίδωνος του θαυματουργού. Η «πολιτιστική κληρονομιά» είναι το νέο φάντασμα, το οποίο διασχίζει υπνοβατώντας τα υγρά καντούνια της παλαιάς πόλης και στο οποίο οι πιστοί επιχειρηματίες εναποθέτουν τις ελπίδες τους, για ένα θαύμα σχετιζόμενο με τον ατομικό τους πλουτισμό. Ανάμεσα σε όλα τα «happenings» και τις λοιπές ατραξιόν οι επιτάφιοι της μεγάλης Παρασκευής ξεχωρίζουν, διατηρώντας μια μυσταγωγική ατμόσφαιρα. Είναι προφανώς επειδή ασυναίσθητα με τη λιτάνευση τους υποδηλώνεται το πένθος για την αυθεντικότητα. Υπό τους ήχους των ρέκβιεμ και των adagio, λικνιζόμενοι στο ρυθμό ενός ιδιόμορφου dance macabre, όσοι ακολουθούν την περιφορά εν μέσω μιας πρέπουσας ατμόσφαιρας μεσαιωνικής παρακμής, μοιάζουν να θρηνούν –δίχως να το ξέρουν– την απώλεια της πρωτοτυπίας, όντας όλοι τους –«πολιτικές προσωπικότητες», επισκέπτες, κάτοικοι– συναυτουργοί στο έγκλημα και θύματα την ίδια στιγμή.
Τα όσα λαμβάνουν χώρα στη μικρή μας πόλη, δεν συνιστούν καινοτομία, αποτελώντας αντίθετα συνήθη διαδικασία της μεταμοντέρνας κοινωνίας, της κοινωνίας του θεάματος. Ορίζοντας συνοπτικά το θέαμα ως τον κατακερματισμό κάθε κοινωνικά βιωμένης εμπειρίας και την αυθαίρετη ανασύσταση της ως αναπαράσταση, θα διαπιστώσουμε, ότι αυτό ακριβώς συντελείται και στην περίπτωση μας. Τόσο η αστική τέχνη του παρελθόντος, όσο και η λαϊκή τέχνη, έχοντας πλέον εκλείψει, αντικαθίστανται από θλιβερές καρικατούρες, οι οποίες χρησιμοποιούνται προς άγρα επισκεπτών εν προκειμένω. Η Κέρκυρα δεν δικαιολογείται να αισθάνεται μόνη. Πρόκειται για την επέλαση της μαζικής κουλτούρας που έχει πλέον κυριαρχήσει ανά την υφήλιο, εξωθώντας με την προέλαση της αυτή κάθε αυθεντική, νέα δημιουργία στο περιθώριο, εκεί όπου ελάχιστοι θα την αναζητήσουν, κορεσμένοι από την προσφορά των προϊόντων της βιομηχανίας της κουλτούρας. Πρόκειται για τη συνέπεια της παρακμής της σύγχρονης Δύσης, η οποία, βιώνοντας ένα άνευ προηγουμένου κενό νοήματος, βυθίζεται προοδευτικά στη δίνη του κομφορμισμού. Ο τουρισμός είναι το αγαπημένο χόμπυ αυτού του κόσμου, ως «αλλαγή παραστάσεων» που στην πραγματικότητα δεν συνιστά τίποτε περισσότερο από μια άλλη εκδοχή των ίδιων εκείνων που «αφήνεις πίσω». Ότι και αν «είναι» η Κέρκυρα και ο πολιτισμός της, δεν έχει σημασία, αν «είναι» για τον τουρισμό, την τέχνη του να κοιτάς χωρίς να βλέπεις. Του να μετακινείσαι χωρίς ποτέ να πηγαίνεις πουθενά. Πρόκειται για μια κίνηση χαρακτηριστική του σύγχρονου πολιτισμού, ο οποίος, έχοντας ως αρχή του τη θρησκευτικοποιημένη πρόοδο, στέκει μετέωρος πάνω από το κενό.


Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας
www.aytonomoikerkyras.blogspot.com
aytonomoikerkyras@yahoo.com

Sunday, June 17, 2007

Με αφορμή την «αναδιάρθρωση» του στρατεύματος

"Νέο αίμα" για ένα γερασμένο θεσμό ενός υπεργηρου, παρηκμασμένου κόσμου...

Πριν λίγους μήνες, εν μέσω των φοιτητικών κινητοποιήσεων, γνωστοποιήθηκε, ότι εξετάζεται σοβαρά από το υπουργείο εθνικής άμυνας το ενδεχόμενο της υποχρεωτικής στράτευσης στα 18, της ανάκλησης των αναβολών για λογούς σπουδών και της θέσπισης εθελοντικής θητείας για τις γυναίκες. Όλα αυτά στα πλαίσια της επιδιωκόμενης «αναδιάρθρωσης του στρατεύματος». Η κίνηση αυτή θεωρήθηκε από πολλούς, ότι είχε εκδικητικό χαρακτήρα απέναντι στους φοιτητές. Το σίγουρο είναι, πως η συγκυρία δεν μπορεί να θεωρηθεί τυχαία, καθώς φαίνεται οι ιθύνοντες να εκτίμησαν, ότι η διαφαινόμενη ήττα του «φοιτητικού κινήματος» και η συνακόλουθη αδράνεια και απογοήτευση που αυτή φυσικά θα επέφερε θα διευκόλυναν την προώθηση των νέων αυτών ρυθμίσεων με τις μικρότερες δυνατές αντιδράσεις από τους άμεσα θιγόμενους. Όσο για την αιτιολόγηση των αλλαγών αυτών ήταν οι διάφοροι «αναλυτές» εκείνοι, οι οποίοι έσπευσαν να ερμηνεύσουν ενώπιόν μας το σκεπτικό των «μεταρρυθμιστών». Και αυτοί έκαναν λόγο –επιδεικνύοντας για ακόμη μια φορά την επιδεξιότητά τους στη μεταχείριση των νεολογισμών της δημοσιογραφικής μεταγλώσσας– για πάταξη του φαινομένου της «ανυποταξίας» και της «φυγοστρατίας» (sic), τα ποσοστά των οποίων σημειώνουν ιδιαίτερη αύξηση, σε όσους επωφελούνται του δικαιώματος για αναβολή λόγω σπουδών. Είναι όντως έτσι, καθώς ένα σημαντικό ποσοστό «στρατεύσιμων» που στα 18 θα πίστευε πως «όλοι πάνε στρατό», σε λίγο μεγαλύτερη ηλικία θα γνωρίζει, όχι μόνο πως δεν είναι ακριβώς έτσι, αλλά και τους τρόπους αποφυγής αυτού που γίνεται αντιληπτό ως ανόητη σπατάλη χρόνου το λιγότερο. Βέβαια οι τρόποι αυτοί συνιστούν, νομίζουμε, ατομικές λύσεις, λειτουργώντας ως βαλβίδες εκτόνωσης. Ένας λόγος παραπάνω που μας οδηγεί να υποθέσουμε, πως η αντιμετώπιση της «ελλιπούς επάνδρωσης των μονάδων», παρά τους σχετικούς ισχυρισμούς, δεν είναι η μόνη αιτία της προωθούμενης στράτευσης στα 18. Δεν είναι καν η σημαντικότερη. Θα επανέλθουμε σχετικά στην συνέχεια.

Ας δούμε, όμως, τι περικλείεται εντός των συνόρων που φυλάει ο στρατός. Κάθε κοινωνία έχει την ανάγκη για συγκρότηση μιας συλλογικής ταυτότητας, για ένα «εμείς», διαμέσου του οποίου νοηματοδοτεί την ύπαρξη της και αντιλαμβάνεται την θέση της στον κόσμο. Είθισται αυτό το «εμείς» να προσδιορίζεται σε αντιδιαστολή με τους «άλλους». Το δυστύχημα είναι, πως στην πλειονότητα των περιπτώσεων και για να επιτευχθεί η εξύψωση αυτής της ταυτότητας, οι «άλλοι» γίνονται αντιληπτοί ως κατώτεροι. Η επικράτηση, λοιπόν, των εθνικών «ιδεωδών» δεν θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε, ότι προκύπτει ως προϊόν βίαιης επιβολής, αλλά διαμέσου της εσωτερίκευσής τους από την κοινωνία. ‘Η πιο σωστά οι άρρηκτα συνδεδεμένες με την εθνική ταυτότητα σημασίες είναι δημιουργήματα του συλλογικού φαντασιακού δηλαδή της θεσμίζουσας εξουσίας. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός, ότι υφίσταται μια κυρίαρχη τάξη, τα συμφέροντα της οποίας ταυτίζονται με το «εθνικό συμφέρον». Κατά την διάρκεια της ιστορίας οι κοινωνίες στην συντριπτική τους πλειοψηφία οικοδομούνται, έχοντας ως βάση τις αρχές των προνομίων και της ανισότητας, ακριβώς επειδή οι αρχές αυτές ανταποκρίνονται καλύτερα στον πρωταρχικό πυρήνα αποκλειστικότητας, ο οποίος διέπει τα ανθρώπινα όντα.

Ο στρατός είναι φορέας των πλέον συντηρητικών «αξιών» των δυτικών κοινωνιών και είναι αυτές που επιχειρείται να εμφυσηθούν στους υπηρετούντες. Και όπως είναι φυσικό ένας 18χρονος είναι πιο «δεκτικός», πιο ευάλωτος, με περιορισμένες άμυνες, συγκριτικά με ένα άτομο μεγαλύτερης ηλικίας. Έτσι νομίζουμε πως ο ρόλος της στρατιωτικής θητείας είναι «παιδαγωγικός». Γι’ αυτό δεν καταργείται, γι’ αυτό και η ρύθμιση για την στράτευση στα 18 και λιγότερο για την κάλυψη «οργανικών αναγκών». Άλλωστε ποιος ειλικρινά πιστεύει, πως η προάσπιση του εθνικού «συμφέροντος» εναποτίθεται στις πλάτες 18χρονων; Βασικά ποιος πιστεύει ότι υφίσταται απειλή για τα «εθνικά δίκαια»; Αλλά το κυριότερο τι στο διάολο μας νοιάζει εμάς για το αναθεματισμένο το έθνος;

Το επιχείρημα που προβάλλεται από ορισμένους (βλ. ΚΚΕ) ενάντια στην κατάργηση της υποχρεωτικής θητείας και συνοψίζεται στον ισχυρισμό ότι οι νέοι πρέπει να πηγαίνουν στον στρατό, για να τον «ελέγχουν» και «για να μην αποξενωθεί ο στρατός από την κοινωνία, να μην γίνει μισθοφορικός και συμμετέχει σε ιμπεριαλιστικούς (sic) πολέμους» είναι μια φούσκα που καταρρίπτεται χωρίς ιδιαίτερη προσπάθεια. Καταρχήν η εναντίωση στην υποχρεωτική θητεία είναι αναπόσπαστο κομμάτι του αγώνα ενάντια στον μιλιταρισμό καθ’ εαυτό, ο οποίος αγώνας δεν τερματίζεται, έστω και αν ο στόχος της κατάργησης της θητείας επιτευχθεί. Επιπροσθέτως – έστω και αν έχουμε όλη την καλή πρόθεση να δεχτούμε, ότι οι φαντάροι, την στιγμή που δεν είναι καν πολίτες, αλλά «οπλίτες», στερούμενοι στοιχειωδών δικαιωμάτων, είναι σε θέση να «αντισταθούν» σε κεντρικές επιλογές – δεν μπορούμε παρά να αναρωτηθούμε ποια λογική υπαγορεύει έναν τέτοιο τρόπο «αντίστασης εκ των έσω». Μα η λογική του ΚΚΕ το οποίο πασχίζει να πείσει τους οπαδούς του, ότι υπηρετεί το «συμφέρον της εργατικής τάξης» μέσα στην βουλή, όντας αναπόσπαστο, οργανικό κομμάτι της παρούσας κοινωνικής οργάνωσης απαραίτητο για την ύπαρξη της, όπως απαραίτητη είναι κι εκείνη για την δική του ύπαρξη. Επίσης έχουμε την εντύπωση, πως παρότι υπάρχουν απλοί φαντάροι αυτό δεν εμπόδισε το ελληνικό κράτος κατά το παρελθόν, να συμμετάσχει σε «ειρηνευτικές» αποστολές, αποστέλλοντας στρατεύματα στο Αφγανιστάν, το Κόσοβο κ.ο.κ. Αντίθετα, θα λέγαμε, πως το άλλοθι των απλών φαντάρων που φυλάνε τα «μετόπισθεν» διευκόλυνε τις επιλογές αυτές. Και για να σοβαρευτούμε επιτέλους, το ΚΚΕ διατυπώνει αυτές τις απόψεις, επειδή απλούστατα αυτές του υπαγορεύει το γεγονός ότι είναι ένα εθνικιστικό κόμμα. Επειδή τα συμφέροντα της γραφειοκρατίας που το διευθύνει συμπίπτουν εν προκειμένω με τα συμφέροντα της κυρίαρχης τάξης και συνεπώς ταυτίζονται με το «εθνικό συμφέρον». Ας πάνε λοιπόν αυτοί να υπηρετήσουν την πατρίδα. Εμείς ευχαριστούμε, αλλά δεν θα πάρουμε. Τυχαίνει να θυμόμαστε ακόμα τον διεθνισμό.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

www.aytonomoikerkyras.blogspot.com

aytonomoikerkyras@yahoo.com

Thursday, June 7, 2007

Ο ΣΤΡΑΤΟΣ ΦΥΛΑΕΙ ΤΑ ΣΥΝΟΡΑ ΕΝΤΟΣ ΤΩΝ ΟΠΟΙΩΝ ΕΓΚΛΩΒΙΖΕΤΑΙ Η ΣΚΕΨΗ


Αμφότερα τα κείμενα για τα οποία γίνεται λόγος στην αφίσα μπορείτε να τα βρείτε στο site του συνδέσμου αντιρρησιων συνείδησης: 1 και 2

Friday, May 4, 2007

Υποκαθιστόντας την κοινωνία: Η θεαματική φύση της συνωμοτικής δράσης

ΥΠΟΚΑΘΙΣΤOΝΤΑΣ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝIΑ:

Η ΘΕΑΜΑΤΙΚH ΦYΣΗ ΤΗΣ ΣΥΝΩΜΟΤΙΚHΣ ΔΡAΣΗΣ

Οι επιθέσεις που πραγματοποιήθηκαν τον τελευταίο καιρό εναντίον αστυνομικών τμημάτων κατέλαβαν προεξάρχουσα θέση στα ΜΜΕ. Το φαινόμενο χαρακτηρίστηκε ως «πρωτοφανές», παρότι –όπως κατά κανόνα συμβαίνει με την γλώσσα των media– ο χαρακτηρισμός αυτός δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Είναι γνωστό πως ένα μέρος του «αναρχικού χώρου» εμμένει σε αυτήν την ιδιόμορφη προπαγάνδα διαμέσου της δράσης εδώ και δεκαετίες. Οι ίδιοι πιθανότατα θα υποστήριζαν ότι οι πρακτικές αυτού του είδους έχουν παραδειγματικό χαρακτήρα. Όμως το ερώτημα, που εύλογα προκύπτει απέναντι σε έναν τέτοιο ισχυρισμό, αφορά το ποιο είναι αυτό το παράδειγμα και ποιους έχει ως αποδέκτες. Αν κανείς πραγματικά πιστεύει, ότι μπορούμε να μιλάμε για «καταπιεσμένους» που θέλουν να «εξεγερθούν», αλλά φοβούνται ή δεν ξέρουν πώς και περιμένουν κάποιον να τους δείξει, μάλλον δεν ζει σε αυτήν την κοινωνία. Η ιδεολογία βέβαια κάνει θαύματα επιτρέποντας στους φορείς της να έχουν μια εντελώς διαστρεβλωμένη αντίληψη της πραγματικότητας. Στα δικά τους μάτια υπάρχει από την μια μεριά η καλή κοινωνία και από την άλλη το κακό κράτος και το κακό κεφάλαιο που την διαφθείρουν. Βέβαια τα πράγματα, ευτυχώς ή δυστυχώς, ποτέ και πουθενά δεν ήταν ακριβώς έτσι, πόσω μάλλον στις σημερινές φιλελεύθερες ολιγαρχίες της δύσης, όπου διαπιστώνεται μία άνευ προηγουμένου ιδιωτικοποίηση, με τον καθένα να μην θέλει και πολλά - πολλά με το διπλανό του, αλλά να αναζητά την επιδιαιτησία του κράτους και των θεσμών του όπως η αστυνομία, για την ρύθμιση των διαφορών του με τους «άλλους», τους ξένους, τους «παράξενους» κλπ. Την στιγμή που η «ασφάλεια» εκφράζεται ως κυρίαρχο αίτημα, εμείς που δεν συμμεριζόμαστε τέτοιου είδους «αξίες», αλλά και δεν παύουμε να είμαστε μέλη αυτής της κοινωνίας, απευθυνόμαστε προς αυτήν και επιδιώκουμε να γίνουμε κατανοητοί.

Όμως οι «κουκουλοφόροι» –όπως αρέσκονται πλέον να τους αποκαλούν τα μέσα, ώστε να εντείνουν τα φοβικά σύνδρομα του σιωπηλού ακροατηρίου τους– προφανώς αδιαφορούν για το αν θα γίνουν κατανοητοί ή όχι. Βρισκόμενοι στην τραγική πλάνη να θεωρούνε εαυτούς ως μια «ελίτ» έξω από την κοινωνία, απευθύνονται σε αυτήν μονάχα για να προκαλέσουν το δέος, πράγμα που δεν επιτυγχάνουν παρά μόνο με τα πλέον συντηρητικά κομμάτια της, μιας και οι φωτιές του εθιμοτυπικού ακτιβισμού τους δεν αποτελούν πλέον τίποτα άλλο από μία παράδοση κάθε άλλο παρά επικίνδυνη και τρομακτική. Οι «εξεγερσιακοί αναρχικοί» πετάνε μολότοφ επειδή έτσι είθισται να γίνεται τα τελευταία τριάντα χρόνια. Άμα είσαι «αναρχικός» πρέπει να πετάς. Δεν έχει γιατί. Αυτός ο κομφορμισμός, η απουσία αυτοκριτικής που χαρακτηρίζει αυτές τις ομάδες, αποτελούν περίτρανες αποδείξεις ότι, ανεξάρτητα με το τι οι ίδιοι νομίζουν, είναι γνήσια τέκνα της ελληνικής κοινωνίας. Σε αυτό επίσης συνηγορούν η συνήθης από μέρους τους αναπαραγωγή ιεραρχικών σχέσεων, μάτσο συμπεριφορών κ.ο.κ. Το μόνο που τελικά μένει να τους «ξεχωρίζει» είναι οι διάφοροι ενδυματολογικοί κι άλλοι κώδικες. Όμως για την lifestyle υποκουλτούρα θα μιλήσουμε μιαν άλλη φορά.

Έχοντας μεγαλώσει σε αυτήν την κοινωνία είμαστε όλοι διαπαιδαγωγημένοι από το θέαμα και οι μιλιταντιστές δεν αποτελούν εξαίρεση. Ίσως αυτοί οι τελευταίοι να είναι λίγο περισσότερο. Δεν εξηγείται αλλιώς η έκδηλη προθυμία τους να ετεροκαθοριστούν με βάση την εικόνα που προβάλλεται για αυτούς από τα μέσα, να ταυτιστούν με την καρικατούρα του «κουκουλοφόρου». Είναι νομίζουμε αυτονόητο πως κανείς δεν θα ασχολούταν με τις ενέργειες τους δίχως την αναπαραγωγή τους από την τηλεόραση, τους «αλήτες, ρουφιάνους, δημοσιογράφους». Οι εμπρηστικές επιθέσεις συνυπάρχουν στα δελτία ειδήσεων αρμονικά με την ασημαντότητα, με τους μικροδημαγωγούς, με τους «διανοούμενους» και καλλιτέχνες που «αναλύουν» και «κατανοούν». Γίνονται αντικείμενο μικροπολιτικής εκμετάλλευσης από όλο το φάσμα της κεντρικής «πολιτικής» σκηνής. Από τα κόμματα εξουσίας ως το ΣΥΝ και το ΛΑΟΣ και αξιοποιούνται ποικιλοτρόπως στην διαμόρφωση της «κοινής γνώμης». Θα υποθέσουμε ότι οι δράστες παρακολουθούν ικανοποιημένοι νιώθοντας τον κόσμο να περιστρέφεται γύρω τους. Ορθώς. Μόνο που πρόκειται για τον κόσμο του θεάματος.

Οι πρόσφατες επιθέσεις έγιναν ως ένδειξη αλληλεγγύης στους εξεγερμένους κρατούμενους. Άλλοτε γίνονται για αλληλεγγύη στους μετανάστες. Πάντοτε όμως στο όνομα τρίτων. Οι εργολάβοι της βίας, ως άλλοι μασκοφόροι ζορό, αποδίδουν δικαιοσύνη «στο όνομα των αδυνάτων». Δεν είναι ψέμα ότι οι ενέργειες τους γνωρίζουν σημαντική αποδοχή. Διαφορετικά δεν θα υπήρχαν. Κανένα πρόγραμμα δεν εξακολουθεί να παίζει, όταν δεν έχει θεαματικότητα. Πολλοί είναι αυτοί που επικροτούν λέγοντας «Καλά τους έκαναν». Το «κοινό περί δικαίου αίσθημα» ικανοποιείται. Η λέξη κλειδί είναι η εκτόνωση. Η πεμπτουσία της θεαματικής διαδικασίας. Στην συνέχεια ο ίδιος τηλεθεατής μπορεί να γυρίσει κανάλι στην Ζούγκλα του Μάκη και να αναφωνήσει : Μπράβο Μάκη! Ξεσκέπασε τα λαμόγια!

Είμαστε ενάντια στον φετιχισμό της βίας. Από πολιτικής σκοπιάς κρίνουμε τις ενέργειες αυτού του τύπου παντελώς άστοχες. Το μόνο που επιτυγχάνεται με αυτές τις πρακτικές είναι να εντείνεται η σύγχυση. Να δίνεται λαβή στους ανεκδιήγητους θαμώνες των τηλεοπτικών παραθύρων για να αναπτύσσουν τις θεωρίες συνομωσίας τους και να στιγματίζουν πολιτικούς χώρους ως «φυτώρια» των τρομοκρατικών οργανώσεων. Να προβάλλεται εν τέλει το αδιέξοδο ως μονόδρομος για όποιον αμφισβητεί την υπάρχουσα κοινωνική θέσμιση. Προφανώς ανάμεσα σε όσους επιλέγουν αυτήν την «έμπρακτη προπαγάνδα» οι περισσότεροι είναι καλών προθέσεων όμως, για να αναπαράγουμε το γνωστό κλισέ, ο δρόμος προς την κόλαση είναι στρωμένος με καλές προθέσεις. Σίγουρα υφίστανται στην καθημερινότητά τους βία, στον εργασιακό χώρο, ενδεχομένως να υπήρξαν θύματα της αστυνομικής βίας στις πορείες. Το ζητούμενο δεν είναι να ψάχνει κανείς ελαφρυντικά για την δικαιολόγηση της αντίληψης «βία στην βία». Το ζητούμενο είναι η δημιουργία ενός κινήματος αμφισβήτησης, του οποίου η ανάπτυξη, ανάμεσα στα πάμπολλα άλλα εμπόδια, συναντά την λενινιστική λογική της πρωτοπορίας και την συνωμοτική δράση των αναρχικών που ελάχιστα μοιάζουν να έχουν αντλήσει από τους κλασσικούς του αναρχισμού, θυμίζοντας μόνο τον Νετσάγιεφ. Οι σοβαρές ενστάσεις μας πάνω στο ζήτημα της «επαναστατικής» βίας δεν έχουν ως αφετηρία τους τα όρια της νομιμότητας, αλλά πηγάζουν από την τοποθέτηση μας απέναντι σε όποιον επιδιώκει να υποκαθιστά την κοινωνία και να δρα στο όνομά της. Γιατί για εμάς η επανάσταση είναι η ρητή επαναθέσμιση της κοινωνίας, που συντελείται από την ίδια την κοινωνία στο σύνολό της ή στην πλειοψηφία της. Εφόσον μιλάμε για πρωτοπορίες έχουμε να κάνουμε με πραξικόπημα.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

www.aytonomoikerkyras.blogspot.com

aytonomoikerkyras@yahoo.com

Tuesday, March 27, 2007

Εκδήλωση για τον Κορνήλιο Καστοριάδη



Το κείμενο που ακολουθεί αποτέλεσε την εισήγηση στην εκδήλωση για τον Κορνήλιο Καστοριάδη που πραγματοποιήθηκε στις 21/3


Όπως ειπώθηκε στην συνέντευξη, ο Καστοριάδης την περίοδο της γερμανικής κατοχής μετείχε στην ομάδα του Άγι Στίνα. Παρότι η ομάδα αυτοπροσδιορίζονταν ως Τροτσκιστική στην πράξη ξεπερνούσε κατά πολύ τον Τρότσκι. Ενώ οι Τροτσκιστές ανά την Ευρώπη τάσσονταν υπέρ της ένοπλης αντίστασης, η ομάδα Στίνα διέκρινε ότι το ΚKE με το αντάρτικο δεν στόχευε στην εκδίωξη των Γερμανών – πράγμα ούτως ή άλλως ανέφικτο - , αλλά επεδίωκε να φέρει την ισορροπία δυνάμεων στο εσωτερικό της χώρας σε τέτοιο σημείο, ώστε να είναι σε θέση να καταλάβει την εξουσία μετά την ήττα του άξονα από τους συμμάχους και να εγκαθιδρύσει εν συνεχεία μια αστυνομική δικτατορία στα πρότυπα της Σοβιετικής Ένωσης. Με αφετηρία την θέση αυτή η ομάδα τήρησε μια συνεπή διεθνιστική στάση. Η δράση της περιελάμβανε την συγγραφή προκηρύξεων στα γερμανικά, τις οποίες πετούσαν τις νύχτες στα στρατόπεδα της Αττικής.

Ο Καστοριάδης θα εξακολουθήσει και στην μετέπειτα πορεία του να έρχεται σε ρήξη με κάθε μορφή πολιτικής ή άλλης ορθοδοξίας. Δριμιά είναι η κριτική στην οποία υποβάλλει τον Μαρξισμό και τον ίδιο τον Μαρξ, για τον οποίο λέει ότι έχει «μπολιαστεί» από το καπιταλιστικό φαντασιακό. Αυτό το μπόλιασμα είναι ευδιάκριτο στην Μαρξιστική θεώρηση του κοινωνικοϊστορικού πεδίου μέσα από το πρίσμα ενός οικονομικού ντετερμινισμού, στην υιοθέτηση από τον Μαρξ της επιδίωξης για απεριόριστη επέκταση της δήθεν ορθολογικής κυριαρχίας, στο αίτημα για την συνεχή ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και την συνακόλουθη προβολή της εργασίας ως κυρίαρχης δραστηριότητας του ανθρώπινου όντος. Άλλωστε για τον Μαρξ η εργατική τάξη είναι το «επαναστατικό υποκείμενο». Είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να πραγματώσει τον κομουνισμό. Τον κομουνισμό που θα έρθει νομοτελειακά ως συνέπεια της διαρκούς πάλης των τάξεων που αποτελεί τον μοχλό κίνησης της ιστορίας.

Ερχόμενος σε ρήξη με την αιτιοκρατική προσέγγιση των ιστορικών νόμων ο Καστοριάδης εισάγει την αντίληψη της ιστορίας ως κοινωνικής δημιουργίας, ως διαδικασίας αυτοθέσμισης. Είναι το συλλογικό φαντασιακό εκείνο που δημιουργεί τις σημασίες, τις οποίες οι θεσμοί ενσαρκώνουν. Από αυτήν την σκοπιά δεν είναι δυνατόν να υπάρξει «εξήγηση» των κοινωνικοϊστορικών αναδύσεων. Δεν μπορεί για παράδειγμα να αποδοθεί η δημοκρατία στην αρχαία Αθήνα στην δουλοκτησία. Δούλοι υπήρχαν και στην Σπάρτη, αλλά δημοκρατία όχι. Εκείνο που μπορεί και πρέπει να επιχειρηθεί είναι η διαύγαση. Η διερώτηση αναφορικά με το τι άλλο θα μπορούσε να είχε συμβεί, εκτός από αυτό που συνέβη, που έχει ως επακόλουθα το στοχασμό επάνω στην σημερινή κοινωνική θέσμιση και την διαπίστωση ότι θα μπορούσε να υπάρξει κάτι άλλο από αυτό που υπάρχει. Επιπλέον απέναντι στην ιδέα της «συνεχούς ιστορικής προόδου» ο Καστοριάδης αντιπαραθέτει την ιδέα της θνητότητας που διέπει τις κοινωνικοϊστορικές αναδύσεις. Όπως η εκάστοτε κοινωνική θέσμιση έχει αρχή ως δημιουργία κοινωνική ενάντια στην όποια καθοριστικότητα της ιστορίας, μπορεί να έχει και τέλος. Η ρωμαϊκή αυτοκρατορία δεν μπορεί να ειδωθεί ως αποτέλεσμα της εξέλιξης της ελληνικής πόλης και σίγουρα η μετάβαση σε αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί πρόοδος.

Τα παραπάνω συνάδουν με την απλή διαπίστωση, ότι η διερώτηση για το κατά πόσο οι θεσμοί και οι νόμοι είναι δίκαιοι ή όχι δεν υπήρξε πάντοτε, ούτε υπάρχει παντού ακόμη και στις μέρες μας. Ο Καστοριάδης εντοπίζει την σημασία της αρχαίας ελληνικής δημοκρατικής πόλης στο ότι σηματοδοτεί την πρώτη εμφάνιση αυτής της διερώτησης, η οποία προκύπτει ως συνέπεια της συντελούμενης ρήξης της κλειστότητας που διέπει τις έως τότε γνωστές σε εμάς κοινωνίες. Για πρώτη φορά η προέλευση των θεσμών και των νόμων δεν αποδίδεται σε κάποια εξωκοινωνική δύναμη, στους θεούς ή την σοφία των προγόνων – η θρησκευτική πίστη άλλωστε περιορίζεται στην ιδιωτική σφαίρα, αλλά αντίθετα κάθε απόφαση που λαμβάνεται, έχει ως επωδό την φράση «επειδή έτσι θεώρησε η βουλή κι ο δήμος» δηλαδή ο λαός. Για πρώτη φορά εμφανίζεται η ιδέα ότι «όλοι είναι όμοιοι» δηλαδή ίσοι. Όλοι οι αθηναίοι άνδρες βέβαια. Δεν μπορεί κανείς να παραβλέπει την ύπαρξη της δουλείας, την θέση της γυναίκας και τους λοιπούς περιορισμούς. Όμως αυτοί οι κατακριτέοι περιορισμοί δεν μπορούν να αναιρέσουν όσα προαναφέρθηκαν όπως και το γεγονός ότι σύμφωνα με το πολιτικό φαντασιακό της εποχής, στην πολιτική δεν υπάρχουν ειδικοί, αλλά οι γνώμες όλων θεωρούνται ίσες. Γι’ αυτό και οι εκλογές αποτελούν ίδιον του ολιγαρχικού πολιτεύματος ως μέσο ανάδειξης των «αρίστων». Ο Καστοριάδης σημειώνει ότι η ελληνική δημοκρατική πόλη αποτελεί παράδειγμα κοινωνίας που θέτει τους θεσμούς της υπό αμφισβήτηση και αυτό όχι μόνο δεν οδηγείται στο χάος, αλλά παρέχει το πρόσφορο έδαφος για την άνθηση της φιλοσοφίας, των τεχνών και των επιστημών.

Η αρχαία ελληνική δημιουργία παίζει καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της σκέψης του Καστοριάδη γύρω από το πρόταγμα της αυτονομίας. Είναι βέβαια αναπόφευκτο το ερώτημα : γιατί είναι τόσο σπάνιες οι στιγμές εκείνες στην διάρκεια της ιστορίας, κατά τις οποίες οι κοινωνίες έρχονται στο προσκήνιο και ασκούν πραγματική πολιτική; Η απάντηση που δίδεται στο ερώτημα αυτό από τον ίδιο τον Καστοριάδη είναι ότι αντίθετα με τα όσα ισχυρίζονταν η οντολογία του συνόλου σχεδόν των παραδοσιακών επαναστατικών κινημάτων, η ετερονομία είναι πολύ πιο συμβατή με την ανθρώπινη φύση από ότι η αυτονομία. Οι κοινωνίες οι βασιζόμενες στις αρχές των προνομίων και τις ανισότητας ανταποκρίνονται καλύτερα στον πρωταρχικό πυρήνα αποκλειστικότητας που διέπει τα ανθρώπινα όντα. Παρόλα αυτά, παραδείγματα στην ιστορία από την αρχαία Αθήνα ως την κολεκτιβοποίηση στην Ισπανία το 36, δείχνουν ότι ο πυρήνας αυτός δεν είναι μη αναστρέψιμος.

Επανερχόμαστε στο πρόταγμα της κοινωνικής και ατομικής αυτονομίας, που, όπως τονίζει ο Καστοριάδης, είναι μεταξύ τους αξεχώριστες. Δεν μπορούν να υπάρξουν αυτόνομα άτομα δίχως αυτόνομη κοινωνία, ούτε το αντίστροφο. Μιλώντας για αυτόνομα άτομα ο Καστοριάδης εννοεί άτομα που αυτοπεριορίζονται. Αυτός ο αυτοπεριορισμός δεν συνεπάγεται την εξάλειψη του ασυνειδήτου, που επιτάσσει η χριστιανική ηθική επί παραδείγματι, ή την Φροϋδική υποταγή του ασυνειδήτου στο συνειδητό. Σημαίνει ότι το άτομο συνειδητοποιεί τις επιθυμίες του και αποφασίζει αν θέλει να τις πραγματοποιήσει ή όχι. Επίσης ένα αυτόνομο άτομο στις διυποκειμενικές σχέσεις δεν επιδιώκει να εξαλείψει την γνώμη του άλλου, αλλά επιζητά τον διάλογο και την σύνθεση. Η αυτόνομη κοινωνία με την σειρά της είναι εκείνη που αυτοθεσμίζεται συνειδητά. Έχει επίγνωση του γεγονότος, ότι οι θεσμοί της και οι νόμοι της μπορούν να τεθούν ανά πάσα στιγμή υπό αμφισβήτηση στα πλαίσια μιας αναστοχαστικής διάθεσης.

Το πρόταγμα για αυτονομία, παρατηρεί ο Καστοριάδης, συνυπάρχει από τον διαφωτισμό και ύστερα στην Δύση, με το φαντασιακό της απεριόριστης επέκτασης της «ορθολογικής κυριαρχίας», το οποίο μεταφράζεται στην επιδίωξη για ολοένα αυξανόμενο έλεγχο του ανθρώπου επάνω στην φύση και στους άλλους ανθρώπους. Το φαντασιακό αυτό είναι ουσιωδώς ανορθολογικό. Ο υποτιθέμενος έλεγχος δημιουργεί ανεξέλεγκτες και απρόβλεπτες καταστάσεις, μπροστά στις οποίες ο άνθρωπος φαντάζει ανίσχυρος. Ένα σχετικό παράδειγμα μπορεί να εντοπιστεί στην περίπτωση της συνεχώς εντεινόμενης περιβαλλοντικής κρίσης. Το δυστύχημα είναι ότι τις τελευταίες δεκαετίες το πρόταγμα της αυτονομίας μοιάζει να υποχωρεί έναντι του καπιταλιστικού φαντασιακού. Η πολιτική καθίσταται συνώνυμη του οικονομισμού, καθώς με την σύγχρονη σημασιοδώτηση της δεν είναι παρά το πεδίο δράσης μιας ελίτ ειδικών. Οι κοινωνίες αποδεχόμενες την πολιτική τους αλλοτρίωση βιώνουν μια καλπάζουσα ιδιωτικοποίηση, φτάνοντας στο σημείο η κοινωνική συναναστροφή να αντιμετωπίζεται ως «αναγκαίο κακό». Ο καταναλωτισμός και η τηλεθέαση προβάλλονται ως αντίδοτα στην απουσία νοήματος μαζί με την νεκρανάσταση «αξιών» όπως αυτές τις θρησκείας, της οικογένειας και του έθνους. Όλα αυτά τα στοιχεία συνθέτουν το σκηνικό της παρακμής που βιώνει ο σύγχρονος δυτικός κόσμος. Παρακμή που αντικατοπτρίζεται σε όλα τα πεδία. Στην πολιτική, την τέχνη, τις επιστήμες, την φιλοσοφία. Σύμφωνα με τον Καστοριάδη δεν είναι δυνατόν να προβλεφθεί αν είναι μια παροδική κατάσταση αυτό με το οποίο βρισκόμαστε αντιμέτωποι ή αν βιώνουμε την αρχή του τέλους της περιόδου μετά τον διαφωτισμό. Το σίγουρο είναι πως η απάντηση βρίσκεται στο χέρι των κοινωνιών.

Η λήθη ενίοτε γίνεται μνημειώδης

Η ΛΗΘΗ ΕΝΙΟΤΕ ΓΙΝΕΤΑΙ ΜΝΗΜΕΙΩΔΗΣ (φλεβάρης 2007)


"Αυτή την εποχή η Κέρκυρα ήταν ίσως η περισσότερο βιομηχανικά ανεπτυγμένη από όλες τις επαρχιακές πόλεις της χώρας. (...) Εκτός από τους εργάτες των αλευρόμυλων, της μακαρονοποιίας και του λιμένα οι συνθήκες εργασίας των άλλων εργατών και ιδιαίτερα του Ασπιώτη και του Δεσύλλα ήταν άθλιες. Η συνδικαλιστική οργάνωση προπαντός στου Δεσύλλα αυστηρά απαγορευόταν και κάθε υπόνοια για τέτοια κίνηση στους εργάτες αντιμετωπιζόταν με μαζικές απολύσεις. Ακόμη κάθε διαμαρτυρία ή απλώς παράπονο συνεπάγετο επίσης άμεση απόλυση. Τα πρόστιμα ήταν ένας επιπλέον τρόπος ληστείας των εργατών. Στου Δεσύλλα δούλευαν πολλοί εργάτες και εργάτριες από τα κοντινά στην πόλη χωρία (Κανάλια, Αλεπού, Ποταμός κλπ.).Έπρεπε να ξεκινήσουν ξημερώματα για να είναι στην ώρα τους στη δουλειά. Πάντα φυσικά με τα πόδια. Πολλές φορές το Χειμώνα γινόνταν μούσκεμα απο τη βροχή. Και μερικές φορές παρά τις προσπάθειες τους να είναι στην ώρα τους στο εργοστάσιο, αργούσαν μερικά λεφτά ή μισή ώρα. Η ποινή ήταν πρόστιμο."


Αυτά περιγράφει στις "αναμνήσεις" του ο -Κερκυραίος στην καταγωγή- Άγις Στίνας, που υπήρξε εμβληματική μορφή του αντιγραφειοκρατικού επαναστατικού κινήματος στην Ελλάδα. Εδώ και ένα χρόνο τουλάχιστον, στην τοπική επικαιρότητα η υπόθεση του εργοστασίου Δεσύλλα καταλαμβάνει προεξάρχουσα θέση. Τελευταία εξέλιξη η κατάθεση αγωγών για συκοφαντική δυσφήμιση από πλευράς της εταιρείας "Α. Δεσυλλας Α.Ε" ενάντια στην εφημερίδα "Ενημέρωση" και στο δημοτικό σύμβουλο, επικεφαλής της Α.ΔΗ.Κ (πρόσκειται στο Κ.Κ.Ε), Χ. Μάστορα. Θα αφήσουμε την ερμηνεία της κίνησης αυτής στον κοινό νου. Αυτό που για εμάς έχει ενδιαφέρον είναι μια σύγκριση ανάμεσα στα όσα περιγράφει ο Α. Στινας και στη σημερινή επικρατούσα κατάσταση. Δεν χωρά αμφιβολία πως η διαδοχή της παλιάς, «κλασσικής» βιομηχανίας από την τουριστική υπήρξε καταλυτική. Η μονοκρατορία της τουριστικής οικονομίας υπέταξε και αλλοίωσε το τοπίο, κυρίως όμως άλλαξε τους ανθρώπους. Και τους άλλαξε ριζικά. Οι σημερινοί κάτοικοι της πόλης, και του νησιού κατ' επέκταση, δεν θέλουν να θυμούνται τη μιζέρια της συγκεκριμένης περιόδου, ή έχουν μνήμη μάλλον επιλεκτική, καθώς επιλέγουν να επικεντρώνουν στην «πολιτιστική κληρονομιά» τους -που για τους πιο τοπικιστές είναι, συν τοις άλλοις, το στοιχείο εκείνο που τους κάνει να ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους Έλληνες- αγνοώντας -ηθελημένα ή μη- οτι η, όντως υπαρκτή, πολιτιστική καλλιέργεια ελάχιστους αφορούσε. Καθόλου δεν άγγιζε το πόπολο και δη τους εξαθλιωμένους κατοίκους της υπαίθρου.

Μέσα σε όλα αυτά -και σε πλήρη εξάρτηση από αυτά- έρχεται και η υπόθεση της ποθούμενης ένταξης της παλαιάς πόλης υπό τη προστασία της unesco, ως μνημείο παγκόσμιας πολιτιστικής κληρονομιάς. Η λέξη «μνημείο» είναι εδώ το κλειδί μιας κωμικοτραγικής κατάστασης σε συνάρτηση με μια άλλη λέξη. Τη λήθη. Και το ερώτημα που προκύπτει έχει ως εξής: ποια είναι η σχέση όσων ζουν "στη σκιά" -κυριολεκτικά και μεταφορικά- των μνημείων μα την πολιτιστική τους κληρονομιά; Έχουμε την υποψία ότι μιλάμε για μια σχέση στείρας επανάληψης. «Στοιχειώματος» από μια παράδοση εκφυλισμένη από εμάς τους ίδιους, της οποίας γινόμαστε δέσμιοι εν τέλει. Και ποια είναι η φύση του σύγχρονου πολιτισμού - προστάτη -του δικού μα και κατ΄ επέκταση της σύγχρονης Δύσης- με το παρελθόν το οποίο «διασώζει»; Γιατί έχουμε την αίσθηση οτι ο πολιτισμός αυτός μετατρέπει τα μνημεία του σε μουσειακά εκθέματα, διαστρεβλώνοντας την όποια σημασία τους, φοβούμενος τη σύγκριση με ότι προϋπήρξε αυτού, μιας και διακατέχεται από ένα -δικαιολογημένο απολύτως κατ' εμάς- σύμπλεγμα κατωτερότητας. Η απάντηση για τη φύση αυτού του πολιτισμού θεωρούμε οτι εύγλωττα δίδεται από την αξιολόγηση, βάσει της οποίας κρίνεται τι αξίζει να διασωθεί και τι όχι. αυτή μοιάζει να περιορίζεται στη ύπαρξη οικονομικού κέρδους. Στη συγκεκριμένη περίπτωση στη δυνατότητα τουριστικής "αξιοποίησης". Εν τέλει η μεγαλύτερη απειλή για τα προστατευόμενα από το σύγχρονο δυτικό κόσμο μνημεία προέρχεται από την απόλυτη υποταγή του κόσμου αυτού στη βιομηχανία της κουλτούρας.

Έχουμε λοιπόν τη μουσειοποίηση της παλαιάς πόλης. Τη δημιουργία ενός προστατευόμενου θύλακα, τουριστικά αξιοποιήσιμου. Πώς συνδέεται -αν συνδέεται και αν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα- η εικόνα της «πόλης του πολιτισμού» με τη θλιβερή εικόνα που παρουσιάζουν τα προάστια; Ίσως αυτά σκιαγραφούν πιο ρεαλιστικά τη σημερινή μας κατάσταση από οτι η -άλλοτε κυριολεκτικά, σήμερα με ένα αδιόρατο τείχος ψευδαισθήσεων- περιτειχισμένη παλαιά πόλη. Θεωρούμε οτι βιώνουμε σε μια μικροκλίμακα αυτό που οι σύγχρονες τερατουπόλεις των εκατομμυρίων κατοίκων βιώνουν. Πρόκειται για το θρυμματισμό του χώρου, τον κατακερματισμό του ιστού τους σε ιστορικά κέντρα που κατά περίπτωση αποτελούν τουριστικές ατραξιόν ή έδρες των χρηματοοικονομικών τραστ, σε υποβαθμισμένα προάστια ή προάστια για την ελίτ, συγκροτήματα κατοικιών, εμπορικά κέντρα που όλα τους ερημώνουν τη νύχτα όταν η «δράση» μεταφέρεται στις ζώνες των κέντρων διασκεδάσεως. Πρόκειται για το τέλος της πόλης ως κοινωνικοϊστορικής ανάδυσης, ως πολιτικής κοινότητας που είναι παρεπόμενο της καλπάζουσας ιδιωτικοποίησης, που γνωρίζουν οι σύγχρονες κοινωνίες και η οποία καθιστά τους δημόσιους χώρους «αχρηστους» γι' αυτές.

Αυτή η διαδικασία συντελείται και στην Κέρκυρα, τηρουμένων πάντοτε των αναλογιών. Σ' αυτή την διαδικασία εντάσσεται το «έγκλημα που διαπράττεται στο εργοστάσιο Δεσύλλα». Χωρίς καμία διάθεση να απενοχοποιήσουμε τους επενδυτές, τους εργολάβους, τους επαγγελματίες πολιτικούς κτλ, αναρωτιόμαστε από ποιον διαπράττεται το έγκλημα αυτό. Αν είναι οι προαναφερθέντες οι αποκλειστικοί αυτουργοί. Μπροστά στην διαμορφούμενη κατάσταση το αίτημα των πιο «ευαίσθητων» συμπολιτών μας, απευθυνόμενο προς τους «ιθύνοντες», τους εκλιπαρεί να «μεριμνήσουν». Το ζήτημα όμως βρίσκεται εδώ. Όσο, αποποιούμενοι τις δικές μας ευθύνες, αναθέτουμε στους «υπεύθυνους» να «επιληφθούν» των ζητημάτων που μας αφορούν, όσο δεν θέτουμε οι ίδιοι συνειδητά τους όρους που διέπουν την καθημερινότητα μας, οι «υπεύθυνοι» θα έχουν τον τελευταίο λόγο πάνω στην διαμόρφωσή της και συνεπώς των χώρων, στους οποίους αύτη εκτυλίσσεται.

Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

aytonomoikerkyras@yahoo.com